19 Δεκ 2008

κάλαντα


Φωτιές στο σύνταγμα, σημαίες στη σταδίου
Γύπες στο Γκάζι, ερπετά στην Πατησίων
Βουλές Ελλήνων, ρασοφόρων μαρκησίων
Και στον αέρα -χρόνια- οσμή νεκροταφείου

Κάποιοι για εξέγερση μιλούν κι άλλοι για φάρσα
Νόκια, πάσγουορντ, εμ-πι-θρη και κοκα-κόλα
Να μην ξημέρωνε μου λες του αη-Νικόλα
Γιατί οι σειρήνες τούτες κλαιν πάντοτε φάλτσα

Μια κοινωνία που κοιτάει και παραλύει
Δημοκρατία σα γριά φτιασιδωμένη
Κι εσείς του έθνους μαστρωποί ξεφωνημένοι
Άλλο πατρίς κι άλλο η πάρτη σας γελοίοι

Μα εμπρός τα σήμαντρα, χαρμόσυνα σημάντε
Πιάστε οι Ηρώδηδες δουλειά και οι Πιλάτοι
Τα χερουβείμ πήραν το φόβο τους στην πλάτη
και τραγουδούν τον ερχομό του κομαντάντε


17 Δεκ 2008

ανεμόμυλοι


Αφεντικό, εσύ είσαι άνθρωπος μορφωμένος, διανοούμενος που λένε, έτσι;


Θέλω να πω, να, εδώ εγώ που δεν έμαθα πολλά, δηλαδή γυμνάσιο και με το ζόρι, ξέρεις… Εν τοιαύτη περιπτώσει ποιος θα νοιαστεί για ένα χωριάτη σαν του λόγου μου κι όμως με τρώει, δεν μπορώ να βλέπω και ν’ ακούω, τρελαίνομαι ρε αφεντικό, ενώ εσύ που έχεις άποψη για όλα, σχεδόν για όλα θέλω να πω…

Σάντσο, ζαλίστηκα…
…διανοούμενος και αριστερός, μας έχουν πνίξει στα σκατά και σκέφτηκα με το μυαλό μου, ότι ίσως εσύ, λέω, εν τοιαύτη περιπτώσει, ίσως εσύ θα μπορούσες να κάνεις κάτι.

Σαν τι κάτι;
Ε, να βγεις, να πεις, να μιλήσεις, να ξεκινήσεις έναν αγώνα…

Αγώνα;
…μια σταυροφορία…

Μια σταυροφορία!
Μη στέκεσαι στις λέξεις, αφεντικό, καταλαβαίνεις τι εννοώ!

Όχι.
Να ενώσεις τη φωνή σου, κάτι σαν διακήρυξη!

Πες το Ελληνικά…
Ένα… μανιφέστο;


Κοίτα, γίνονται πράγματα γύρω, βοά ο κόσμος, παντού απάτες, σκάνδαλα, διαφθορά, οικονομική κρίση, μόλυνση του περιβάλλοντος, δεν σ’ ενοχλούν όλ’ αυτά που συμβαίνουν;

Με ενοχλούν.
Και δεν βρίσκεις κάτι να πεις;

Τι να πω; Ότι η μεγάλη κρίση είναι η κρίση των αξιών; Ότι τη μεγαλύτερη μόλυνση την προκαλεί η σήψη της κοινωνίας;
Ε, όχι! Αυτά τα λένε όλοι.

Οπότε;
Οπότε, τι οπότε; Να πεις τη θέση σου, ρε αφεντικό, να γίνει διάλογος! Εκτός αν σου φαίνονται τετριμμένα όλ’ αυτά, αν είσαι υπεράνω…

Δεν βρίσκω τετριμμένη τη διαφθορά. Ούτε τη μόλυνση. Όμως δεν ξέρω αν μπορεί να γίνει διάλογος. Αν έχει θέση η διαλεκτική στην εποχή μας…
Δεν μιλάς σοβαρά! Εν τοιαύτη περιπτώσει… Με τόσα μέσα…

Πολλά μέσα, πολύς θόρυβος. Όμως το πρόβλημα δεν είναι στα μέσα.
Πού είναι το πρόβλημα;

Στα στερεότυπα. Στις νοητικές αγκυλώσεις. Οι αγκυλώσεις σήμερα είναι ισχυρότερες από ποτέ, ακριβώς εξαιτίας των μέσων και όλων όσων τα μέσα συνεπάγονται. Επειδή τα πάντα χαρακτηρίζονται ως τετριμμένα, επειδή –όπως και με το χρήμα- μέσα στον πληθωρισμό του διαλόγου, ο διάλογος ακυρώνεται.
Καταλαβαίνω τι εννοείς. «Το τηλεοπτικό κοινό χειραγωγείται από τους επιτήδειους άνκορμεν και τους μαϊντανούς των τηλεοπτικών παραθύρων», το ‘χω ακούσει πολλές φορές αυτό το παραμύθι, όμως υπάρχουν άνθρωποι σκεπτόμενοι, κόσμος απρόθυμος να καταπιεί αυτά που του σερβίρουν. Ο κόσμος αυτός έχει ανάγκη από διάλογο διαφορετικού τύπου.

Είσαι ρομαντικός, Σάντσο!
Αφεντικό, με ειρωνεύεσαι;

Καθόλου. Μια πλευρά του εαυτού μου είναι σαν εσένα. Πιστεύει στους ανθρώπους, στη δύναμη του ανθρώπινου πνεύματος, στη δύναμη της αλήθειας…Όμως όταν σηκώνω τα μάτια και βλέπω γύρω…τι απογοήτευση! Η Λογική, Σάντσο! Ο Ορθός Λόγος!
Αφεντικό, μην αρχίσεις τα ακαταλαβίστικα…

Ένα μωρό, μωράκι Σάντσο, να τι είναι! Κι όμως όχι, φίλε μου! Έχεις δει μωρό που ορφάνεψε, τόσο δα μικρούλι, με τις φασκιές του κι όλ’ αυτά, να ζητά το βυζί, την τροφή, το γάλα της μάνας του;
Παραληρείς, αφεντικό…

Η Διαλεκτική, Σάντσο, τρέφει το Λόγο. Και η Διαλεκτική τα ‘χει τινάξει προ πολλού! Ποιος νοιάζεται, πες μου! Πάνω απ’ τα γαυγίσματα των χρηματιστών και των πολιτικών τα κούφια συνθήματα, πάνω απ’ τα χάχανα των κωμικών, των δημοσιογράφων τις φιλάρεσκες αναλύσεις και τις αντιπαραθέσεις, πάνω απ’ όλον αυτόν το θόρυβο του δήθεν διαλόγου, ποιος ακούει το θρήνο; Ποιος νοιώθει τον εξευτελισμό; Μόλυνση και διαφθορά… Ο μεγαλύτερος διαφθορέας, Σάντσο, είναι η τηλεόραση. Αυτή σφίγγει τις ψυχές των ανθρώπων, αποκοιμίζει το νου τους, εκμαυλίζει τις συνειδήσεις τους. Μπαίνει απ’ την πίσω πόρτα στα όνειρά τους, καθησυχάζει τους φόβους που η ίδια προηγουμένως καλλιέργησε, τους ψιθυρίζει γλυκά πως η Εικόνα είναι η ζωή, η Εικόνα είναι ο διάλογος, η Εικόνα είναι η λύση!
Αφεντικό, με πονάς…

Παίζει χωρίς αντίπαλο, φίλε μου. Δικό της το γήπεδο, οι διαιτητές και τα δοκάρια, η μπάλα, οι φανέλες…Σαν θέλει τα εξαφανίζει όλα κι αφήνει μόνο την εικόνα τους. Έτσι κι αλλιώς μονάχα αυτή βλέπουμε κι εσύ κι εγώ και όλοι. Κι εμείς οι ίδιοι υπάρχουμε μόνον ως κομμάτι της εικόνας μας. Είμαι ένας γερο-φαφλατάς, ένας μισότρελος που κονταροχτυπιέται με ανεμόμυλους γιατί αυτή είναι η εικόνα μου Σάντσο, αυτό βλέπουν από μένα. Κανείς δεν διαβάζει τις ψυχές, τις σκέψεις, τον Λόγο πίσω από τα λόγια, κανείς δεν ενδιαφέρεται να διαβάσει ο,τιδήποτε…
Αφεντικό, με συντρίβεις…

…μόνο η εικόνα μετράει, η επιφάνεια, είμαι ένας γερο-φαφλατάς που χτυπά με το σπαθί του τον αέρα…
Συμφορά μου…

…γιατί η εικόνα δείχνει τον αέρα, η εικόνα δείχνει τον τρελό που σπαθίζει το τίποτα, η εικόνα δεν δείχνει τους δαίμονες, καλέ μου Σάντσο, δεν δείχνει τα φαντάσματα του μυαλού κι αυτό το ένα το πιο τρομερό απ’ όλα, αυτό που κάθε νύχτα πολεμώ και κάθε μέρα εκεί μπροστά όταν με βλέπεις, καλή ώρα, να υψώνω το τσακισμένο δόρυ μου, είναι εκεί κι είναι παντού, ο Μηδενισμός, Σάντσο, το φάντασμα του Μηδενισμού στοιχειώνει τη σκέψη μου, τη σκέψη μου τη μέρα και τα όνειρά μου τις νύχτες, προστάτεψε τον εαυτό σου, στάσου πίσω μου… πίσω… πίσω δαίμονα!... τέρατα, αχρείοι... πίσω!... Ε-πίθεση!!!
Πάλι τα ίδια…




αναδημοσίευση με κάποιες αλλαγές από τη σκακιέρα των πόλεων (για το τέλος της διαλεκτικής 31-10-2007) -η εικόνα του Pablo Picasso

14 Δεκ 2008

ευθύνη


κάποιος μου πέταξε μια πέτρα
είπε δεν ήξερε η πέτρα τι κάνει
του είπα να πετάς πέτρες δεν είναι υπεύθυνο
η πέτρα μπορεί να σκοτώσει
η πέτρα μπορεί να σε μεταμορφώσει σε τέρας
και η πέτρα επέστρεψε στο χέρι του

κάποιος μου πήρε το πορτοφόλι
είπε δεν ήξερε τι έχει μέσα
του είπα να κλέβεις δεν είναι υπεύθυνο
του είπα στο πορτοφόλι μέσα είναι η ζωή μου
η κλοπή μπορεί να σε μεταμορφώσει σε τέρας
και το πορτοφόλι επέστρεψε στην τσέπη μου

κάποιος πήγε να μου χαρίσει δυο μάτια
είπε δεν ήξερε τα μάτια τι είναι
του είπα να χαρίζεις μάτια δεν είναι υπεύθυνο
τα μάτια είναι υπηρέτες της αλήθειας
τα μάτια μπορεί να με μεταμορφώσουν σε τέρας
και τα μάτια πίσω του επέστρεψα



S. Dali, study for the dream sequence in Spellbound

7 Δεκ 2008

να σου δώσω μια να σπάσεις..

..κόσμε γυάλινε

Κυριακή απόγευμα, βολεμένοι στους καναπέδες, παρακολουθούσαν τα γεγονότα απ' την τηλεόραση. Ξαφνικά, σαματάς, φωνές, κακό μεγάλο, βγείτε γειτόνοι-σπάνε τ' αυτοκίνητα!

Οι νεαροί ήταν πολλοί, ποιος να τα βάλει μαζί τους; Κάποιοι πιάσανε τα τηλέφωνα να καλέσουν το εκατό, οι περισσότεροι ωστόσο παρακολουθούσαν την καταστροφή μουδιασμένοι. Πάνω στην ώρα, απ' το γωνιακό διώροφο, εκεί ακριβώς όπου μια ομάδα είχε πέσει με τα λοστάρια πάνω σ' ένα ολοκαίνουργιο Πόλο, ακούγονται τα ρολά του πρώτου να ανεβαίνουν με ορμή και μια δυνατή μπάσσα φωνή: εε, φιλαράκια! Ο Περικλής, ο οικοδόμος -τώρα θα κατεβεί κάτω το θηρίο και θα γίνει μακελειό!

Όλη η γειτονιά τον ήξερε τον Περικλή, ήτανε το καμάρι της. Δυο μέτρα μπόι, πλάτες ατέλειωτες, άλλο από δουλειά δεν ήξερε -το πρωί οικοδομή, το βράδυ στο σουβλατζίδικο διανομέας. Παιδιά, σκυλιά δεν είχε, μονάχα το Κατερινάκι, τρελός και παλαβός, θα παντρευόντουσαν λέει, να φύγει πρώτα με το καλό το δίσεχτο. Μια Κυριακή του μένει να ξεκουραστεί του φουκαρά και τα παλιόπαιδα του σπάνε τ' αυτοκίνητο!

Είχε βγει έξω με το σλιπ, φούσκωνε ακόμα μπροστά, φανερό πως τον κόψανε πάνω στις τρυφερότητες. Στα χέρια του κρατούσε -τι κρατάει;- η Κατερίνα από μέσα τυλιγμένη στην κουρτίνα κάτι φαινότανε να του φωνάζει. Φιλαράκια, αν νομίζετε πως θ' αλλάξετε την κοινωνία σπάζοντας τ' αυτοκίνητό μου, σπάστε το! Αν υπάρχει όμως κάτι που αξίζει σπάσιμο είναι αυτό. Και σηκώνοντας τα χέρια -θε μου, λυπήσου τους!- εκσφενδονίζει, όχι σ' αυτούς, όχι στα παιδιά αλλά δίπλα, στο πεζοδρόμιο, την τριανταοχτάρα επίπεδη -αυτήν που αγόρασε μαζί με τ' αυτοκίνητο- και την κάνει χίλια κομμάτια.

Οι νεαροί πάγωσαν. Ύστερα ξαφνικά ξεσπάνε σε κραυγές και σφυρίγματα, αδερφέ του φωνάζουν, είσαι αδερφός μας -εκείνος όμως είχε μπει πάλι μέσα και κατέβαζε ήδη το ρολό.
Αυτοί, μην ξέροντας πως να εκτονωθούν, κλωτσούσαν και χτυπούσανε τη στραπατσαρισμένη τηλεόραση, όταν ξαφνικά σκάει παραδίπλα μία δεύτερη και λίγο μετά μια τρίτη. Ήταν ο Σταμάτης, ο υπάλληλος του ΟΤΕ κι ύστερα μια καινούργια στο δεκατέσσερα κι ο πιτσιρικάς με τη ντραμς, που λείπαν οι γονείς του γιατί τις Κυριακές κάνει εξάσκηση και χαλάει ο κόσμος, άκουγες από τα σπίτια μέσα φωνές, παρακάλια, ιαχές και δεν ήξερες αν τσακώνονται ή αν δίνουν ένας στον άλλο κουράγιο για την ανόσια πράξη, γιατί, μα το θεό αδέρφια, σε λίγο άρχισε να βρέχει τηλεοράσεις! Ήταν μια γιορτή πρωτοφανής, ανήκουστη, ένα ντελίριο σχεδόν Βακχικό που όποιος δεν το 'ζησε δεν μπορεί να το καταλάβει, γιατί άλλο να το ζεις κι άλλο..

Κι εκεί απάνω στο χαμό, βγαίνει απ' το ημιυπόγειο η Άννα, η Αλβανή, με την τηλεόραση στην αγκαλιά και τα τρία κουτσούβελα να τρέχουν ξωπίσω της, ορίστε, λέει και την απιθώνει στα πόδια τους, εγώ ζω κάτω δεν μπορώ να ρίξω -άντρας μου όλη μέρα δουλεύει κι εγώ γαζώνω, τι θέλω να την έχω; και κάνει να φύγει. Κοπελιά, τη σταματά ο μελαχροινός με τις μπούκλες και το σκουλαρίκι, σπάστην μόνη σου, εμείς έχουμε τώρα αποστολή, πάμε να ξυπνήσουμε κόσμο.. Και λέγοντας αυτά της χώνει στο χέρι το λοστό και τραβά μαζί με τους άλλους που φεύγουν φωνάζοντας.

Ήταν η πρώτη μέρα της επανάστασης.

στη μνήμη ενός παιδιού δεκάξι ετών..
αν και αυτό δεν λέει τίποτα απολύτως..

6 Δεκ 2008

απώλεια στήριξης


καθώς ψηλώνει το μπόι σου
απλώνει
στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα
πιέζοντας ν' αναδυθεί από τον ασβέστη
γεμίζει λεκάνες κι οροσειρές
σκουντά την Ιρλανδία με τον αγκώνα
στο νότο πασκίζει να βολέψει τα πόδια του
να σηκωθεί

άκου
πολλοί θα πουν για το κεφάλι
απερίσκεπτα
δεν είναι ότι δε νοιάζονται
έτσι τυχαίνει οι άνθρωποι να μην αναρωτιόνται
πού στέκονται τα πόδια
των ποιητών
εις μνήμη Νίκου Κανούλα




Giorgio de Chirico, The Uncertainty of the Poet

29 Νοε 2008

το κρυμμένο σονέττο


Ό,τι έχω γράψει ήταν για σένα κι όμως κάτι λείπει
Φόρμα εξόχως ποιητική που δυστυχώς εκλείπει
Είδος υπό εξαφάνιση -εντούτοις τετριμμένο
σε κάποια που ενοστάλγησα αλλοτινή εποχή
Κι έτσι καθώς το απόβραδο γεννάει την ενοχή
σε βρήκα εντός μου ξαφνικά με βλέμμα απορημένο
Φόρο τιμής να μου ζητάς πολύ συγκεκριμένο

Στ' αλήθεια μι' απροσδόκητη κι ωραία απαντοχή!
Θα 'τανε κρίμα σκέφτηκα να μην ευοδωθεί


Τόσο που αποφάσισα ν' αφήσω εδώ κρυμμένο
Μέσα σε στίχους έκρυθμους και παροξυσμικούς
Ακροπατώντας στο άυλο μιας μακρινής ηχούς
Ρηθέν σε γλώσσα ημιθανή και καταγεγραμμένο
Ίχνος ενός αντίστοιχα παρωχημένου πάθους
Να μαρτυράει μιαν εμμονή που σαν κερί αναμμένο
Αχνοφωτίζει από καιρό τη σκοτεινιά του βάθους


23 Νοε 2008

ο τρελός σώζει τη βασίλισσα




Είμαι ένα τέρας. Ένα ελεεινό τέρας που πρόδωσε όσους τον εμπιστεύτηκαν -το βασιλιά του, τους συμπολεμιστές του, τους όρκους του. Εγώ, ο επικεφαλής της επίλεκτης ανακτορικής φρουράς, ο ήρωας της μεγάλης διαγωνίου που μέχρι χτες όλο το στράτευμα έπινε στ' όνομά του νερό κι από σήμερα φτύνει.. Που ήμουν έτοιμος να πέσω στο πεδίο της μάχης για την τιμή της παράταξής μου.. ποια μάγια μ' οδήγησαν εδώ, στις εσχατιές του βασιλείου, στο πικρό ανάθεμα;

Μέσα στη νύχτα ήρθε το μαύρο μαντάτο της καταδίκης σου κι ως το ξημέρωμα οργιάζανε τα διαβιβαστικά και οι φαντασίες. Ύστερα, η άκρως απόρρητη επιβεβαίωση της επικείμενης ανταλλαγής σου με τη λευκή μέγαιρα. Για το συμφέρον, λέει, της παράταξης, ένα μικρό τακτικό πλεονέκτημα, την -ίσως και υπό προϋποθέσεις- πολυπόθητη νίκη. Ποια νίκη; Τι αξία έχει μια τέτοια νίκη; Τι νόημα θα είχε η κυριαρχία σ' έναν κόσμο γεμάτο άθλιους λεγεωνάριους, που η ανάσα τους μαρτυρά νοθευμένο ρακί και τα βρωμερά βρακιά τους απλησιά κι ονειρώξεις;

Τρελός, με μάτι θολό κι αποκοτιά περίσσια έσπασα τις εχθρικές γραμμές, εκεί, στην άκρη της πτέρυγας που μ' είχανε οδηγήσει τα λάθη του άξιου επιτελείου μας. Διέσχισα βουνά και πεδιάδες στρωμένες κουφάρια, νηστικός, ξέπνοος, μ' έναν καημό, να προλάβω. Να προλάβω τι και πώς, αν με ρωτούσες δεν ήξερα -μονάχα τα μάτια σου. Μ' αυτό το βλέμμα.. το γεμάτο θαυμασμό κι ευγνωμοσύνη, τότε που μπήκα μπροστά σε κείνον τον ιππότη, τη μια φορά που ειδωθήκαμε. Μέρες και νύχτες να με ζεσταίνει η λάμψη του και η φωνή που άκουγα κρυμμένος κάτω απ' τα παραθύρια σου κι έλεγα πως τραγουδά μόνο για μένα.

Έβαλα σπιούνους, λάδωσα φτωχούς πεζικάριους, λούφαξα σε στοές του πύργου σου δυσοίωνες και διαδρόμους, προσμένοντας την κατάλληλη στιγμή. Κι εκεί, στο παραένα, την ύστατη τη σκοτεινή σου ώρα, προδομένη από τύρρανο ανάξιο και από φίλους και δικούς παρατημένη, έχοντας αποδεχτεί την άχαρη μοίρα σου σ' ένα παιχνίδι εξουσίας που δεν σε αφορά, εσένα που ' σουνα πλασμένη για τις χαρές του έρωτα κι έγινες πολεμίστρια δεινή με το μαστό κομμένο, σε βρήκα. Σα δαίμονας βγήκα μπροστά σου, άσκημος και ζωώδης, στ' άδυτα μέσα των αδύτων, την κάμαρή σου, μανιασμένος για επιβίωση. Σε πήρα στα χέρια μου. Πάλεψες κι αντιστάθηκες, εκλιπαρώντας να σ' αφήσω μ' αξιοπρέπεια ηρωίδας να πέσεις, θυσία στο βωμό της τιμής και της δόξας του αφεντός σου. Δεν σ' άφησα. Με τ' αυτιά κλειστά και με τα μπράτσα κλειδωμένα στο μισόγυμνο κορμί, σα ντροπιασμένη παλλακίδα σ' έσυρα λιπόθυμη.

Και τώρα σ' έχω εδώ, κυρά, στα τρύπια χέρια μου. Σ' αυτών των δίσεχτων καιρών την καταιγίδα, ένα χωριατόπαιδο π' ονειρεύτηκε δόξες και τιμές κι ήρθε η ζωή και του απόθεσε εκεί δα μία βασίλισσα. Τα δάκρυά μου σου μουσκεύουνε τα χείλη - σκιάζομαι μην ξυπνήσεις και με δεις τον ατρόμητο να κλαίω πάνω σου γονατιστός σαν παιδαρέλι.

Αν με περιφρονήσεις, αν με σιχαθείς, είμαι χαμένος.




η εικόνα, αλιευμένη στο διαδίκτυο χωρίς γνώση άλλων στοιχείων

μυθοποίημα

εδώ

22 Νοε 2008

έξι έβδομα


Δευτέρα

Στην αγορά, ανάμεσα στους πάγκους των μικροπωλητών, κοντά στην κοκκινομάλλα με τα πρησμένα μάτια και τα βότανα. Έχει έναν αδερφό με καρκίνο. Ο άντρας της την παράτησε για μια πρώην στριπτιζού. Αυτός με τους ξηρούς καρπούς την κοιτάζει πρόστυχα. Θα με δεις. Θα με ξεχωρίσεις εύκολα πάνω στα ξυλοπόδαρα. Όταν φτάσεις δίπλα μου, θα κάνω μια υπόκλιση. Δραματική υπόκλιση, πάνω σε καβουρντισμένα αμύγδαλα και σταφίδες.

Τρίτη

Στη Βασιλίσσης Σοφίας, στα λουλουδάδικα. Καθώς θα περνά η φρουρά των οκτώ. Θα με γνωρίσεις απ' το άσπρο πουκάμισο και τη γραβάτα. Φορώ τη γραβάτα κι ανεμίζω το πουκάμισο. Οι περαστικοί κάνουν ότι δεν με βλέπουν. Ένα κοριτσάκι τραβά το μανίκι της μαμάς της και με δείχνει. Απ' το χαστούκι που τρώει θα καταπιεί τον τελευταίο της νεογιλό.

Τετάρτη

Στο μετρό, γραμμή αεροδρομίου. Πλυμένος και ξυρισμένος. Θα φορώ ένα κόκκινο εσώρουχο. Θα τραγουδάω το besame mucho κρεμασμένος ανάποδα στη μπάρα των χειρολαβών. Μια υπάλληλος της ασφάλειας προσπαθεί να με κατεβάσει. Κάθε δεύτερη Τετάρτη αυνανίζεται κρυφά απ' τον άντρα της βλέποντας παλιές βιντεοταινίες. Η στύση μου, κάτω απ' το εσώρουχο, είναι στο ύψος του προσώπου της.

Πέμπτη

Στο γήπεδο, στη θύρα εννιά. Δίπλα στο χοντρό με τα τατουάζ. Θ' ανεμίζω μια σημαία κατάλευκη. Ο χοντρός θα κοιτάζει καχύποπτα. Ζει μόνος με το γέρο πατέρα του. Όλη μέρα τσακώνονται. Τον ανέχεται μόνο για χάρη της σύνταξης. Της σύνταξης του γέρου, όχι τη δική του. Αυτός δεν θα πάρει ποτέ.

Παρασκευή

Στο κατάστρωμα του Παναγιά Χοζοβιώτισσα, πλέοντας για Σίφνο. Θα κρατώ την αλυσίδα του σκύλου. Ο σκύλος θα βρίσκεται εκατό μίλια μακριά τρώγοντας μια ληγμένη κονσέρβα. Ο καπετάνιος καπνίζει ένα στριφτό τσιμπούκι. Σκέφτεται τη μουσουλμάνα που ομορφαίνει το κρεβάτι του και του φροντίζει το σπίτι. Μόλις γυρίσει θα της κάνει πρόταση γάμου.

Σάββατο

Στον Άη Σώστη, στο πεζοδρόμιο. Με στέγη τ' αστέρια. Θα βάλεις τα παγωμένα χεράκια σου στο στέρνο μου να τα ζεστάνω. Η ανάσα μου θα βρωμά φτηνό αλκοόλ. Θα πιεις την τελευταία γουλιά, ύστερα θα γλείφεις τα χείλια μου διψασμένη. Μια γυναίκα μέσα σ' ένα πολυτελές κάμπριο δίπλα σ' έναν τύπο με πούρο. Μας κοιτάζει. Στα μάτια της αστράφτει η ζήλια. Θα σε σκεπάσω με κάτι βρώμικο και θα μου πεις κάτι εξίσου.



Νίκου Εγγονόπουλου, ο τοξότης

17 Νοε 2008

λόγου κατάθεσις


πώς να μιλήσεις για επανάσταση κάτω απ' τα φώτα
μόλις νυχτώνει μες στα προάστια
ένα μπουλούκι της συμφοράς
δίνει παράσταση

πως να φωνάξεις συνθήματα δίχως σημαία
πλήθος με διερρηγμένα ιμάτια
σκίζει τα όνειρα που φοράς
θρηνώντας θύματα

πώς να τολμήσεις κολαστήρια να θυμήσεις
στις εφορίες και στα μητρώα
μιλούν για ψεύδος, υπερβολή
ζητούν πειστήρια

πώς να πιστέψεις όραμα γιγαντο-οθόνης
αν η προσέλευσις αθρώα
παγκόσμια πρώτη μας προσβολή
γράφει στο πρόγραμμα

16 Νοε 2008

τρεις πράξεις


πράξη πρώτη




χεις ένα μελαγχολικό πρόσωπο. –Βαμμένη; Άβαφη, χωρίς στολίδι κανένα. Μόνο σου φτιασίδι το σούρουπο. –Κι εσύ; Ναυαγισμένος στο φως, νεογέννητος. Με την αθωότητα των δεκαπέντε μου χρόνων, κοιτάζω το γυμνό στήθος σου μαγεμένος. –Μ’ αγαπάς; Να πεθάνω για χάρη σου. Για το μικρό φτερούγισμα της ανάσας σου. Για τη λαχτάρα που σπαρταρά στο κορμί σου, που είναι δικό μου κορμί. –Τι μου κάνεις; Σ’ αγγίζω. –Πού; Παντού. Μαθαίνω γεωγραφία κι ιστορία, ανάγνωση και γραφή. Μαθαίνω να λάμπω. Είμαι μεθυσμένος και λάμπω. Μαθαίνω να μην ξεδιψαίνω. Σαρώνω στα χείλη μου το λαιμό σου, χώνω τη μύτη μου στα τρυφερά απόκρυφα της μασχάλης σου, δεν ξέρω ούτε ποιος είμαι ούτε τι ζητώ, εδώ, στη μέση του πουθενά, στην άξενη έρημο, πού τη βρήκες τόση υγρασία κι έγινες όαση; -Λόγια! Εγώ τι κάνω; Μ’ αγγίζεις και χάνομαι, τυλίγεσαι γύρω μου και γίνομαι ένα ελάχιστο μόριο του κορμιού σου, τραυλίζω και γελάς, με βλέπεις να προσεύχομαι και δακρύζεις.. –Ύστερα; Ύστερα τίποτα, φωνές.. Μια πόρτα που χτυπά με δύναμη. Τα χρώματα.. -Τι τα χρώματα; Σβήνουν.





πράξη δεύτερη



ισαι πάντα εκεί. Όταν σβήνω το φως εμφανίζεσαι. Γιατί μόνο τότε; Τι ζητάς; Δε μιλάς ποτέ, μόνο γδύνεσαι. Άλλοτε, ούτε κι αυτό. Ανοίγεις τα πόδια, σκύβεις, υπακούς αδιαμαρτύρητα στις επιθυμίες μου, σα μαριονέτα που της κινώ τα νήματα. Τα δικά μου τα νήματα ποιος τα κινεί; Αλλάζεις προσωπεία, παίζεις το ρόλο σου και φεύγεις. Θέλω να έρχεσαι. Φυσικά και θέλω. Κάποιες φορές, βέβαια, όταν σε βλέπω έτσι, σκυμμένη πάνω μου ή γονατισμένη μπροστά μου, ακούραστη να ικανοποιείς τις πιο ετερόκλιτες ορέξεις μου, αναρωτιέμαι αν υπάρχεις. Γιατί φοράς αυτές τις μάσκες; Τι τις χρειάζεσαι; Γιατί δε μιλάς ποτέ; Με κούρασε αυτός ο μονόλογος. Θέλω να τελειώσω εδώ. Δος μου αυτό το χορό και φύγε.



πράξη τρίτη




αθισμένη στο ημίφως. Με μια τουλίπα κόκκινο κρασί κι αυτό το υποκριτικά μπλαζέ ύφος που με τρελαίνει. Φοράς ένα κοντό διάτρητο, σαν τη στοιβάδα του όζοντος και με κοιτάς σαν τη Θηρεσία της Άβιλα πριν ασπαστεί το μοναχισμό. Έλξις μαγνήτου - πώς μιλάν στους αγγέλους;
-Αρκετά ως εδώ! Κύριε, νομίζω πως δεν γνωριζόμαστε, κατά συνέπεια μην περιμένετε να σας προτείνω να καθίσετε. Πείτε μου τι θέλετε, οι σιωπηλοί άντρες με κουράζουν. Επισήμως. Ανεπισήμως, απεχθάνομαι τους χυδαίους και τους κοινότοπους. Φροντίστε λοιπόν να είστε πρωτότυπος και ειλικρινής. Σιχαίνομαι την επίδειξη χιούμορ, τα κομπλιμέντα και τις αβρότητες. Σύντομα παρακαλώ, ο χρόνος πιέζει! ..Τι με κοιτάζετε έτσι; Μιλήστε επιτέλους, μιλήστε ή φύγετε!
-Δεν έχω ωραία λόγια στη φαρέτρα, ιέρεια.. τα ξόδεψα κυνηγώντας αντικατοπτρισμούς. Μόνο την απέραντη λαγνεία που μου εμπνέεις και την ανάγκη βαθύτερα να σε γνωρίσω. Παρόλο που φοβάμαι, πεζή μην την παρεξηγήσεις, σου λέω πως απ’ όλες τις σκέψεις κι απ’ όλες τις ανάγκες μέσα μου, κείνη που πρώτη και πάνω απ’ όλες είναι «εγώ», τούτη ακριβώς η ασίγαστη είναι επιθυμία μου να σε γαμήσω..
-Ω..
-Πρωτοτύπησα;
-Καθόλου.
-Πάντως, προσπάθησα..
-Γιατί κάθισες;
-Γιατί δεν με έδιωξες;
-Γιατί.. γιατί χρόνια περίμενα να μου μιλήσεις έτσι.
-Δεν σε πρόσβαλα;
-Πολλές φορές. Όχι απόψε.
-Μπορώ, λοιπόν, να καθίσω;
-Αυτό θέλεις; Να καθίσεις; Νόμιζα..
-Αυτό θέλω. Για την ώρα.. Τούτη τη στιγμή..

οι βινιέττες του Milo Manara

12 Νοε 2008

ελεύθερος..


Ακούς τα βήματα τις νύχτες -δικά σου βήματα
Ήχους που στάζουν σιωπή
Έτσι όπως στάζει ένα κερί μες στα χαλάσματα
Ή ένα "μήπως"
Κάτι σαν δίλημμα ηθικό -στη θεωρία
Ένα ασήμαντο κενό
Πώς μοιάζει αστείο και να το συλλογιστείς!
Μες στο λαβύρινθο απ' τα δόλια "συμμορφώσου"
Στ' αλήθεια πίστεψες λοιπόν πως είσαι ελεύθερος;

Κι όμως δεν ήσουνα ο πρώτος ούτε ο δεύτερος
Με το σταυρό της εξορίας στο μέτωπό σου
Μα εντός ορίων -ένας άθλιος λογιστής
Σε κάποιο αόρατο κοινό
Βγάζοντας λόγους πάντα από τα θεωρεία
Στο βάθος κήπος!
Νεκρούς ποιητές γεμάτος -ρωμαλέα φαντάσματα
Και λίγο πριν τη συγκοπή
Μια συγχορδία φυλακισμένα φτεροκοπήματα












Γιατί επιμένεις να ποτίζεις τα ποιήματα;

εικόνα απ' το εξώφυλλο του LP Crime of the Century των Supertramp

7 Νοε 2008

έβερεστ


κορίτσι μου τα μάτια σου σταυρώσαν τον Ιούδα
μα δε χωρέσαν δυο κραυγές στο δάκρυ να επουλώσουν
τώρα μονάχα ο πυρετός κυλάει στο μάγουλό σου
και μου τυφλώνεσαι στο φως σα νυχτοπεταλούδα

μια λέξη που σου γύρεψα μου είπες δυο χιλιάδες
πήρες φοβάμαι τη ζωή πολύ στα σοβαρά
μα όταν του ανέμου δίνεσαι κι απλώνεις τα φτερά
σου ψαλιδίζουν την ουρά του κόσμου οι συμπληγάδες

του έρωτα παίζεις το χαρτί χορεύεις τους σκοπούς μου
κι εγώ σου λέω πως το παιχνίδι αυτό δεν μ' αφορά
τρελλή καρδιά ανισόρροπη γι' ακόμα μια φορά
όταν βογγάω στα σκοτεινά σε σένα τρέχει ο νους μου

νά 'σαι καλά κι αν δε με δεις να ξέρεις θα σου γράψω
θα 'χω πια τόσα να σου πω που δεν θα προλαβαίνω
σε χιονισμένη κορυφή φαντάσου με ανεβαίνω
σε λίγο φτάνω και μπορώ σαν άνθρωπος να κλάψω


(1986/2008)

31 Οκτ 2008

πριν ένα χρόνο στη σκακιέρα...



Απ’ το νερό αναδύθηκα, δαίμονας με φολίδες και βράγχια
Κι από τη βίγλα των δέντρων ψηλά παρατηρώντας τα θεριά της στεριάς
Κι απ’ τα θεριά της στεριάς διδασκόμενος,
λούφαζα. Ώσπου έτοιμος,
με το σάλτο του πάνθηρα και την ιαχή του λιονταριού την πελώρια,
θεριό ανάμεσα στα θεριά με τον καινούριο μου θώρακα,
πολεμιστής σιδερόφρακτος προσγειώθηκα πάνω
στη σκακιέρα των πόλεων.

26 Οκτ 2008

γαλήνη

χλωμό τις νύχτες του γενάρη
σαν τους σταυρούς και το φεγγάρι
μ' ένα χαμόγελο ξυράφι
βλέπει ν' απλώνονται οι τάφοι

μες στη γαλήνη που τους ζώνει
σαν μαγεμένοι απ' το τριζόνι
θύματα ενός μοιραίου λάθους
ή κάποιου απελπισμένου πάθους

ρουφάν τα μύρα του χειμώνα
του κόσμου τη σειρήνα εικόνα
κι η νύχτα μοιάζει να δακρίζει
σε λίγο ντρέπεται ροδίζει

ντυμένοι στης αυγής το χνούδι
ξυπνούν και πιάνουν το τραγούδι
μοιάζει λυγμός μοιάζει φοβέρα
μοιάζει με σφύριγμα τ' αγέρα

καθώς γλυστρά καθώς χορεύει
τα κυπαρίσσια ανασαλεύει
...κι εκεί ψηλά στη μοναξιά τους
με τους σταυρούς μες στη σκιά τους

σαν ξίφη αναίτια γυμνωμένα
τα κυπαρίσσια σα θλιμμένα
γι αυτόν τον άχαρό τους ρόλο
κεντάνε τ' ουρανού το θόλο
16/11/1985


αφιερωμένο στον Ιωάννη Ν. Κυριαζή

23 Οκτ 2008

συλλογές

συλλογή Ι

συλλογίζομαι τους πατημένους δρόμους
ευθείες κύκλους ορθογώνιες κραυγές
το σπαραγμό της άλλης μέρας οιμωγές
κάτω απ' τα τείχη και βαθιά στους υπονόμους

συλλογίζομαι τα δάση που κοιμούνται
χίλια τρακόσια χρόνια πριν τις πυρκαγιές
τυφλοί χαμένοι μες στης Τροίας τις σφαγές
σωρός προφήτες λησμονούν και λησμονούνται

συλλογίζομαι κλουβιά που μισανοίγουν
κι από το χάος μες στο Χάος οδηγούν
κορμιά και σώματα ζητώντας να ξεφύγουν
βουτάν στης Ύδρας τις πληγές που αιμορραγούν
1987



συλλογή ΙΙ

η τάφρος γέμισε κορμιά ξεκοιλιασμένα
κόρνες σαλπίζουν το κυνήγι σταματά
γυρνούν γεράκια και σκυλιά λαχανιασμένα
μετρούν απώλειες και πάλι "στ' άρματα"

σύννεφα απλώνονται κι αρπάζονται οι άνδρες
λόγια οι ρήτορες τριμμένα και στυφά
οι Λαοκόοντες σωπαίνουν κι οι Κασσάνδρες
μα ειν' ο Αννίβας μπρος στις θύρες που χτυπά

σφαγμένοι ταύροι και λιοντάρια στις αρένες
μάγοι της μπάλας ουρανόμηκες κραυγές
πρώτη σελίδα θυσιάζονται οι παρθένες
λύκοι ξερνούν της υστερίας το λυκαυγές

διαστημικές Σειρήνες σύντηξη και σχάση
πίσω οι τουρίστες επιστρέφουν στις σκηνές
σαν Λωτοφάγοι που από χρόνια έχουν ξεχάσει
και Πηνελόπες και Ιθάκες μακρινές

θεοί το θέλησαν. Η Πόλις έχει πέσει
φουσκώνει ο Βόσπορος και πνίγει τους ναούς
κανείς δεν βρέθηκε να βγει να προφητεύσει
το ξύλινο άλογο κοιμίζει Δαναούς
2008

22 Οκτ 2008

ζ ο ι

οι γλάροι γράφουν τ' όνομά της στο κενό
πάντα ανορθόγραφα θαρείς που σε μιμούνται
μα εσύ γυρεύεις τα φεγγάρια που κοιμούνται
μέσα σε άγνωστον εντός σου ωκεανό

πατάς στην πρύμη δρασκελάς στο παρελθόν
στ' αυτιά σου οι κόρνες με τους ήχους της ενάτης
καθώς χιμάς να εκπορθήσεις τα στενά της
κι είσαι ξανά στο έλεος των καταπελτών

στο φως θυμάσαι που όλο γύρευες να βγεις
έρμαιο οικτρό της αγχωμένης λίμπιντό σου
τώρα οι κριτές βαθιά φωνάζουν παραδώσου
κι αστράφτει η νύχτα στο γαλάζιο της αυγής

φτερά ανοιγμένα -πάντα σε ήξερα θρασύ
τόπος και χρόνος που τυλίγονται σε δίνη
δεν γράφει ονόματα το σώμα σου που ενδίνει
στ' άγριο κύμα σαν σε δυο γουλιές κρασί


15 Οκτ 2008

μάθημα αστρονομίας


θα ‘ναι νύχτα οι δρόμοι θ’ αδειάζουν

δειλινά θα μυρίζουν και δυόσμος
σα λουλούδι θ’ ανοίγει η καρδιά σου
να χιμήξει βαθιά της ο κόσμος

θα σε πάρω στα δυο μου τα χέρια

να με νιώσει ξανά το κορμί σου

θα σε πάω μια βόλτα στ’ αστέρια

σαν αιτία και σαν αφορμή σου


θα πηδάμε στη ράχη του αγέρα

δυο φωτάκια εμείς σαν και τ’ άλλα

θα μου πεις τον Τοξότη τσαγιέρα
θα σου πω την Αρκούδα κουτάλα


στην Κασσιόπη που μοιάζει με σίγμα
γύρω-γύρω θα κόβουμε βόλτες

μεθυσμένοι απ’ της Λύρας τις νότες

θα βουτάμε στου Κύκνου το ρήγμα


οι πλανήτες στη μέση θα σ’ έχουν

φως να παίρνουν από τη φωτιά σου

πλανημένοι απ’ την τόση ομορφιά σου

πότε ορθά πότε ανάδρομα τρέχουν


στα φτερά του ο Αετός θα μας πάρει
του Βορρά το Στεφάνι να κλέψω

για ενός μόνο φιλιού σου τη χάρη

με το Δράκο ο τρελός θα παλέψω


θα σου πιάσω πετράδια απ’ τη ζώνη

του Ωρίωνα και το μαχαίρι
θα σου φτάσω το ξίφος που υψώνει
ο Περσέας ψηλά στο ‘να χέρι

ποιο στολίδι ζηλεύει η καρδιά σου

τι μπορώ να σου φέρω ακόμη

που και της Βερενίκης η Κόμη

ωχριά μπρος στα μαύρα μαλλιά σου;

τίποτ’ άλλο μονάχα στην άκρη
του παλιού μας αυτού Γαλαξία

σαν απάντηση ένα σου δάκρυ
η ζωή μας θα λέει να ‘χει αξία

κι όταν πίσω στη Γη σ’ ακουμπήσω

στων αγρών το στρωμένο κρεβάτι
πονηρά κλείνοντάς μου το μάτι
θα ζητήσεις το φως να μη σβήσω



εικόνα: Vincent van Gogh,
la Nuit étoilée


6 Οκτ 2008

αναφορά ΙΙ


Γυρνά της μέρας ο τροχός κι έχω μια θέση

Στο χέρι η σφαίρα που μου χάρισες κρυμμένη

Καράβι που έψαχνε καιρό κάπου να δέσει

Κείνη την ώρα τη στερνή με περιμένει


Τα παραμύθια σου με θρέψανε κι οι δράκοι

Έαρ της νιότης που μου δίδασκες τον τρόμο
Να βρει τη θέση του ξανά στον άδειο σου ώμο

Κρατώ το στίχο -σου επιστρέφω το κοράκι

Ρίμες της μοίρας μου κυράδες της αγάπης

Μωρά βγαλμένα από σκαμμένη εντός μου μήτρα

Κι εσύ εν' αστέρι απ' το στερέωμα που εκλάπης
Για να πληρώνω μια ζωή τ' αρχαία σου λύτρα


Κύκλοι επάλληλοι -την τέχνη που εξασκούσες

Τη βρήκα μέσα στων κατόπτρων τις ακτίνες

Δεν έχει θέση ούτε ζωή πια στις Αθήνες
Γι αυτόν που ετάχθει να φυλάττει Συρρακούσες


Το μέτωπό σου σκοτεινό τα μάτια γκρίζα

Νερό που χύθηκε σαν αίμα ή σαν μελάνι

Για ένα πουκάμισο αδειανό για κάποια Ελίζα

Ό,τι αγαπήσαμε μου λες ήταν μια πλάνη

Γιατί μπερδεύονται τα πρόσωπα κι οι χρόνοι

Γιατί χυμήξανε καιροί σημαδεμένοι

Γιατί είμαι εσύ γιατί είσαι εγώ κι άλλο δε μένει

Γιατί είσαι ο αγέρας τη ζωή μου που σαρώνει


Που άλλοι ζητούν τη σωτηρία απ' τους αγγέλους

Κι εγώ ο τρελός μες στους αιώνια καταδίκους

Βλέπεις δεν μπόρεσα να μάθω μέχρι τέλους

Να ξεχωρίζω τους αμνούς από τους λύκους




εικόνα: Max Ernst, L'Ange du foyer ou Le Triomphe du surréalisme

3 Οκτ 2008

ο δρόμος

αυτόν τον δρόμο που μακριά παραμονεύει
τον ξέρω -βάδισα κι εγώ στη μια του όχθη

πόσοι στο διάβα του καημοί και πόσοι μόχθοι

μ' αυτός στο τέλος μέσα του όλα τα χωνεύει


αυτός ο δρόμος που κοιτάει με μάτια ξένα

και μ' οδηγεί μεσ' απ' του χρόνου τις αλέες

ίδιος θαρείς με των θεάτρων τις αυλαίες

πέφτει και κλείνει και μ' αφήνει έξω από σένα


αυτόν τον δρόμο που στα βάθη του αναδεύει

το σκοτεινό μου το αθέατο πεπρωμένο

ποιο χέρι κράτησε σαν τόξο τεντωμένο

και μ' ένα βέλος στην καρδιά με σημαδεύει;



σ' εκείνην, αναπόφευκτα

22 Σεπ 2008

διαθήκη

εις μνήμη Κ.Κ.
θέλω τα λόγια που 'χω πει κι όσα θα γράψω
να πιάσουν τόπο τρία τετραγωνικά
αντί για πέτρες χώμα κι άλλα υλικά
να με σκεπάσουν όταν πλέον τα τινάξω

τα ίδια αυτά που 'χα για μόνη συντροφιά μου
τα απ' τους ανέμους μαζεμένα της ψυχής
εις το πλευρό μου να τα έχω ο δυστυχής
πρέπον θαρρώ καθώς θα κείτομαι εδώ χάμου

θά 'ναι μια εικόνα ποιητική το δίχως άλλο
σκόρπια έτσι πάνω στο νεκρό μου εαυτό
βορά του ανέμου πάλι μα και τι μ΄αυτό
δεν θά 'μαι εκεί λοιπόν ας πάνε όλα στο διάλο


11 Σεπ 2008

παράδεισος



Είμασταν όλοι ποιητές με τον τρόπο μας. Αγαπούσαμε τις λέξεις. Μας άρεσε να τις τραγουδάμε, μας άρεσε να τους βρίσκουμε καινούργια νοήματα. Μας άρεσε και να τις παντρεύουμε, να σμίγουμε τα νοήματά τους, έτσι που η μία να καταλήγει να σημαίνει την άλλη.

Εργαζόμασταν (φροντίζαμε) όλοι μαζί, απ' το πρωί (βράδυ) ως το βράδυ (πρωί), γιατί το κάθε τι που κάναμε (αγαπούσαμε), εργασία (φροντίδα) το λέγαμε (τραγουδούσαμε). Και τα κορίτσια (αγόρια) μας παρενοχλούσαν (χαμογελούσαν) συνεχώς, λέγοντας (τραγουδώντας) "κάνε μου μήνυση (έρωτα)- κάνε μου μήνυση".

Είχαμε και μουσείο με γλωσσικά απολιθώματα. Αιδώς, αιδοίον, μοιχαλίς.

Τα μουνάκια τα τραγουδούσαμε με τ' όνομά τους, περισσότερο όμως προτιμούσαμε να παίζουμε μαζί τους, χαϊδεύοντας, γλύφοντας ή σπρώχνοντας μέσα το μέρος του σώματός μας που τα κορίτσια τρελαίνονταν να τραγουδάνε "καυλί". Το "κέρατο", πάλι, είχε μία σημασία. Μας θύμιζε τις κατσίκες που τρέφανε τα παιδιά μας και παίζανε λεύτερες μαζί τους, καθώς τρέχανε, παλεύανε και διασκεδάζανε όλα μαζί και τα γέλια τους φτιάχνανε γύρω μας ένα ατέλειωτο, πολύχρωμο παζλ.





εικόνα: Salvador Dali, Divine Comedy, EcstasySM, Paradiso_canto15

10 Σεπ 2008

καθαρτήριο


-Στην αρχή, βέβαια, υπήρξε μια περίοδος προσαρμογής στη «μοίρα εισόδου» για τους νεοεισελθόντες, τα «νεούλια». Εκεί -και μόνο- υπήρχαν ακόμα ταξικοί και φυλετικοί διαχωρισμοί, καθώς και χωριστά λουτρά για τους άντρες και τις γυναίκες. Εκεί γινόταν μια πρώτη εκτίμηση για την κατάσταση των ασθενών, το χρόνο και τις απαιτούμενες βαθμίδες αποκατάστασης. Υπήρχαν εκείνοι, όπως η αφεντιά μου, που συνεργάζονταν ολόψυχα και με ενθουσιασμό σ’ αυτήν την –τρόπον τινά- αποτοξίνωση και υπήρχαν άλλοι οι οποίοι απαιτούσαν μια κοπιώδη διαδικασία με καθημερινή ψυχολογική στήριξη, γεμάτη κρίσεις πανικού και πισωγυρίσματα.

-Καταλαβαίνω. Όπως και να το κάνεις, δεν είναι μικρό πράγμα. Εννοώ, με την ομαδική συμβίωση κι όλα αυτά. Θα υπήρχαν ένα σωρό προβλήματα.

-Υπήρχαν στην αρχή. Όμως, ειδικά στο θέμα αυτό, οι επιβλέποντες βοηθοί ήταν απόλυτοι. Το πρώτο που έπρεπε να ξεριζωθεί ήταν το αίσθημα της ιδιοκτησίας, σε όλες του τις μορφές. Θέλοντας και μη, λοιπόν, μάθαινες να συνυπάρχεις με τους άλλους.

-Και η εκπαίδευση;

-Ω, αυτή ήταν κάτι το ανεπανάληπτο, το μεγαλειώδες. Ήταν ό,τι πιο συναρπαστικό έχω ζήσει, αν και φοβάμαι ότι το ρήμα δεν είναι το πλέον κατάλληλο. Απ’ το πρωί που ξυπνούσαμε μέχρι το βράδυ που πλαγιάζαμε, αλλά και κατά τη διάρκεια του ύπνου, μέσα από ειδικά σχεδιασμένα εκπαιδευτικά όνειρα, όλες οι ώρες μας ήταν αφιερωμένες στο πρόγραμμα ΑΒΓ.

-Δηλαδή;

-Ανασκευή Βιωματικής Γνώσης. Πρόκειται για ένα πρόγραμμα αναμόρφωσης, το οποίο επιτίθεται στα στερεότυπα σχήματα, τα οποία δηλητηριάζουν τον τρόπο αντίληψης, ανάλυσης και ταξινόμησης με τον οποίο λειτουργεί η συνείδηση. Πάρε για παράδειγμα τις σχέσεις μας με τους άλλους. Ένα από τα πρώτα πράγματα που μάθαμε ήταν να μην διαχωρίζουμε αξιολογικά τους γύρω μας. Χαρακτηρισμοί όπως «αγαπητέ», «φίλε», «αδερφέ» κλπ έπρεπε να αποφεύγονται ως άνευ νοήματος, επιδεικτικοί και υποκριτικοί. Υπήρχαν επιβλέποντες βοηθοί οι οποίοι προωθούσαν ως «διακριτική τιμωρία» τη χρήση αντι-χαρακτηρισμών, που ήταν επιτιμητικές (έως ξεκάθαρα κοροϊδευτικές) εκφράσεις όπως «διασκεδαστικός», «καημένος» ή «κολοκύθας», ένας αποδοκιμαστικός χαρακτηρισμός πολύ διαδεδομένος.
Ρωτούσες, ας πούμε, κάποιον: «Πού βγαίνει κανείς από δω, φίλε;» κι έπαιρνες την απάντηση: «Πού θες να βγεις καημένε; Eκεί που ήσουν, κομμάτι δύσκολο.»
Ή, σε μια γυναίκα: «Πόσο χαίρομαι που σε ξαναβρίσκω, αγαπημένη μου!» «Κι εγώ χαίρομαι. Είσαι πάντα τόσο διασκεδαστικός.»
Μια φορά, ήμουν ακόμα αρχάριος, επαίνεσα δυο πολύ χαριτωμένα παιδάκια και τα ρώτησα ποια είναι η μητέρα τους. Το κοριτσάκι άρχισε να γελάει κι όταν το ρώτησα ποιο είναι το αστείο, το αγόρι μου απάντησε: «Εσύ, βρε κολοκύθα.»

-Και πώς εκπαιδευόταν κανείς σ’ αυτόν τον νέο τρόπο σκέψης.

-Μα, παρακολουθώντας τις τάξεις. Υπήρχαν διάφορες. Υπήρχαν εκείνες όπου απλά συνήθιζες να μοιράζεσαι πράγματα και εμπειρίες και να έρχεσαι κοντά με τους άλλους, πχ θυμάμαι μία τάξη όπου το μόνο που κάναμε ήταν να αγγίζουμε ή να αγκαλιάζουμε τους άλλους. Εκεί το πιο μεγάλο πρόβλημα ήταν να πείσεις τους άντρες να αγγίζουν ο ένας τα γεννητικά όργανα του άλλου, πρόβλημα που δεν το συναντούσες στις γυναίκες. Υπήρχαν, επίσης, εκείνες όπου μάθαινες να αντιμετωπίζεις τους άλλους ως ίσους, ανεξαρτήτως κοινωνικής τάξης ή φυλής. Το παράδειγμα του Ιησού με το πλύσιμο των ποδιών το ξέρεις.. Οι πιο προβληματικές, ωστόσο, ήταν εκείνες που αφορούσαν στην απενοχοποίηση του σώματος, του φύλου και της ερωτικής πράξης. Καταλαβαίνεις, δημόσιοι αυνανισμοί, συνουσίες και τα παρόμοια.

-Μιλάς για προχωρημένα πράγματα.

-Σου κάνω μόνο μια πολύ γενική περιγραφή.

-Και τι γινόταν μ’ εκείνους που δεν εξελίσσονταν, τους ανεπίδεκτους ας πούμε. Θα υπήρχαν και τέτοιοι..

-Πάρα πολλοί. Η πλειοψηφία θα έλεγα. Μ’ αυτούς, όπως σου είπα, γινόταν η πιο σκληρή δουλειά. Αν παρά ταύτα συνέχιζαν να αντιδρούν..

-Τότε;

-Τους έστελναν πίσω στην κόλαση.




εικόνα: Salvador Dali, Divine Comedy, the fourth circle of purgatory

9 Σεπ 2008

κόλαση



Κάθε μέρα το ίδιο φαϊ, τα ίδια ψεύτικα λόγια, τα ίδια ανταλλάξιμα χαμόγελα. Φύλλο, άρρεν. Φυλή, λευκή. Επάγγελμα, προσαρμοσμένος. Ως το τέλος.

Κάποιοι μιλούν για μια νέα αρχή -πώς την εννοούν; Θυμάμαι κάποτε, σ' ένα αμφιθέατρο, τα μαλλιά της. Ποια ήταν; Πώς έμοιαζε στο πρόσωπο; Μόνο τα μαλλιά της έβλεπα, τα τόσο άδεια από δάχτυλα. Νέα αρχή, ίσως, το χέρι με καρδιά που απλώνεται στα μαλλιά μιας άγνωστης.

Προχτές προσπάθησα να χαμογελάσω σ' ένα παιδί. Έλεγξα προσεκτικά γύρω αν με βλέπουν. Κανείς. Και πάλι, δεν τόλμησα.





εικόνα: Salvador Dali, Divine Comedy, the waterfall of the phlegethon inferno -canto 34

26 Αυγ 2008

τρία


από ένα σχόλιο στον φίλο ιστολόγο
πασσαρέλλα


ένα
Ήλθα με τα σφιγμένα δόντια μου και τα καλά κρυμμένα μυστικά απ' τις ηλιόλουστες πόλεις τους. Η σκακιέρα ήταν στημένη κι όλοι περίμεναν τον πρωταγωνιστή για ν' αρχίσει η παράσταση. Κάτω απ'τις σόλες των παπουτσιών μου ασφυκτιούσαν γυαλοί των Κυκλάδων, καφέδες σκέτοι -χωρίς μου έλειψες, σ' αγαπώ- και στιχάκια παρείσακτα. Στα μάτια μου χορεύανε σάτυροι. Κρατούσα τα βλέφαρα κλειστά, μην τύχει και τους δεις και τρομάξεις. Στην πλάτη, ξεδιάντροπα χτυπημένα με βελόνα ανεξίτηλη, κόκκινα σημάδια από μαστίγιο. Διψούσα. Είπα τα λόγια μου με στόμφο κι υποκλίθηκα. Πού ήσουν; Δεν άκουσες; Ήλθα μ' εκείνο το στερνό παράπονο του ποιητή.

δύο
Ήλθα όταν όλα πια είχαν κριθεί. Είχαν παιχτεί τρεις παρατάσεις και τα πέναλτυ. Χτύπησα συνθηματικά. Μου άνοιξαν ένας ξεραμένος βασιλικός και κάτι πεινασμένα φαντάσματα. Εσύ; Κάπου αλλού -στην Ταυρίδα, στην Αίγυπτο... Χαμογελούσες. Είχες τον ύπνο ελαφρύ του νεογέννητου, ίσως που δεν το πρόλαβες να με γνωρίσεις. Τίναξα τις φτερούγες με θυμό, μετά θυμήθηκα -δεν έχω φτερούγες. Ήμουν λοιπόν ένα πιόνι; Κράτησα την ανάσα μου. Μέτρησα αντίστροφα τρεις φορές, ψέλισα ξόρκια ακατάληπτα. Τίποτα. Μηδέν.

τρία
Ήλθα, αλλά έλειπες. Η σκακιέρα ήταν στημένη με όλα τα κομμάτια στη θέση τους εκτός απ’ τους τρελούς. Έπεσα στα γόνατα φωνάζοντας «δεν γίνομαι πιόνι! δεν γίνομαι πιόνι!» και δάκρυα από μελάνι γέμισαν τα μάτια μου. Όταν η όρασή μου καθάρισε ήμουν γονατιστός στο κέντρο της σκακιέρας, στο ε4, η μάχη μαινόταν γύρω μου, όμως δεν ήτανε λέει μάχη αλλά χορός και μάλιστα στο βασιλικό ανάκτορο. Ιππότες και πύργοι στροβιλίζονταν στο ρυθμό του βαλς, ενώ μια μαύρη ντάμα γελούσε δείχνοντας προς το μέρος μου με τη βεντάλια της. Ξύπνησα σ’ ένα μακρινό σύννεφο.



η εικόνα του M. L. Walker

21 Αυγ 2008

ενοχή


Είδα το φόβο της ψυχής να εξαπλώνεται

Καθώς η νύχτα μασκαρεύονταν σε μέρα
Το θρήνο άκουσα απ' το χώμα να υψώνεται
Μες απ' της γης τον κουρνιαχτό στο γκρίζο αέρα

Είδα τα μάτια του θηρίου, το χνώτο μύρισα
Είδα πολέμους και φωτιά και δυστυχία
Κι είδα τον ένοχο μα ευθύς την πλάτη γύρισα
Όπως πετάς τα επιβαρυντικά στοιχεία

Είδα το μαύρο αστέρι κι είδα τα ερείπια
Φώναξα "ποιος" και μου γελάσανε δυο γέροι
Μες στα χαλάσματα αυτοί παίζανε σα νήπια
Ήσουν εσύ κι εγώ αδερφέ μου χέρι-χέρι






εικόνα: Η. ROBERT (1733-1808), Imaginary View of the Grande Galerie in the Louvre in Ruins (musee du Louvre)

8 Αυγ 2008

αναφορά


πίσω από τούτα τα λευκά
το χάος σε υποδέχεται ολάνθιστο
μυρίζει το χώμα φωνές
και μικρές πυρκαγιές σημαδεύουν ψηλά
τ' ουρανού τα περάσματα

εκεί ανοιχτή
ξεχασμένη χρόνους πολλούς να χτυπά
στους ανέμους τη βρήκες τη θύρα
του ανέγγιχτου

τούτες οι πέτρες που αγγίξαμε
οι πέτρες που ξεβάψαν φως πάνω στα σκονισμένα ρούχα μας
κι όλα τα γέλια κι οι πίκρες και τα μικρά ωσαννά
όλα τα "χάιντες" που ξοδέψαμε στου χρόνου ζεμένοι
το άροτρο

με το βήμα πάντοτες αλαφρύ μην και ξυπνήσουν τα πέλαγα

όλες οι αγρύπνιες μας κι οι μουσικές και τα λόγια
πρόσφορα που ζυμώναμε ολονυχτίς
να βρούνε τα παιδιά αντίδωρο να πιστέψουν
στην άνοιξη

ήταν εκεί

μα δεν ήταν
στοιβαγμένα με τάξη και σπουδή περισσή
αυτά
σαν ερώτων σημάδια στα παλιά μας τετράδια
η καρδιά που ζητούσε
με τα φτερά να χτυπάν
είπες δεν ήταν
στους ανέμους εβγήκες ξανά και στη θήρα
του ανέγγιχτου

έτσι απλά κοιτάζοντας
πέρα απ' το πέρα πίσω απ' το πίσω

πίσω από κείνα τα λευκά όπου το χάος σου εμφανίζεται
ολάνθιστο

πίσω απ' τα γέλια και τις πίκρες και τα μικρά ωσαννά

πίσω απ' τα χάιντες που ξοδέψαμε στου χρόνου το άροτρο

πίσω από τις μουσικές κι από τα λόγια μας πίσω
από τις πέτρες που ξεβάφουν φως στα σκονισμένα μας όνειρα

και πίσω

από κάθε στροφή

όπου κεφαλαίο καραδοκεί

το φεγγάρι


17 Ιουλ 2008

δεσμώτης



σαν από τ' όνειρο ξυπνώντας κι απ' τα αίματα
κατάρες γύρω σου μετρώντας κι αναθέματα
τα χέρια απλώνοντας τυφλά μέσα στ' απόλυτο
σκοτάδι εσύ παιδί στ' αγρίμια πας ξυπόλυτο
ματαια ζητώντας τη δική σου την ταυτότητα
μια ζοφερή εικονική πραγματικότητα

γύρω σου τόπος μυστικός -ανοίγεις ρήγματα
μέσα σου λόγος πειστικός διψά για αινίγματα
κι αν στρέφεις κάποτε στο φως να βρεις ανάσταση
καημός στο στήθος σου κρυφός η επανάσταση
μα εσένα ο ρόλος σου ήταν πάντα νά 'σαι αστέρας της
αυτής της νύχτας της κλειστής της αδιαπέραστης

μέτρα τα λόγια σου λοιπόν μέτρα τις λέξεις
θα 'ρθεί στιγμή που θα σταθείς και θα διαλέξεις
εκεί στην άλλη φυλακή μάλλον ή ήττον
στην τσιμεντένια λογική των ανοήτων
ή σαν ημίθεος στη φωτιά που πάντα ανήκες
στης στείρας μάνας σου ξανά τις ωοθήκες





η εικόνα απόν την παράσταση της Νέας Σκηνής του Εθνικού θεάτρου "Προμηθέας Δεσμώτης" σε σκηνική ανάγνωση Σωτήρη Χατζάκη -χειμώνας 2007

14 Ιουλ 2008

ρωμαίοι και ιουλιέττες



φυσάει αυτός ο άνεμος σαν τότε στα όνειρά μας
ήσουν το φως μου κι ήμουνα το άλλο σου μισό
μα σόρπισ' η αγάπη μας μαδήσαν τα φτερά μας
κι αφού σε νοιάζει και ρωτάς τι κάνω και πού ζω

ψηλά σ' ενα άσπρο σύννεφο μακριά σε κάποιο αστέρι
μαζί με τα τραγούδια μου και κάνα δυο βιβλία
θηρίο ειν' ο έρωτας που αναζητά την λεία
μες στης Βερόνα τα στενά όταν φυλάει καρτέρι

μα ο χρόνος -δες- λυσσομανά σαν άνεμος Κυρά μου
στο διάβα του τα τραύματα φαντάζουν αμυχές
μόνο τις νύχτες κάποτε ματώνουν τα όνειρά μου
ανοίγουνε τα ράμματα και χάσκουνε οι πληγές


1 Ιουλ 2008

ερωτικός λογισμός


σ' αγαπώ μόνο κατά προσέγγιση
δεν έχω περιθώρια για σφάλματα
σ' αγαπώ στατιστικά και δίχως άλματα
σαν μια εξίσωση που περιμένει λύση

σ' αγαπώ διπλά και στο τετράγωνο
κι έτσι κλεισμένη σε παρένθεση σε παίρνω
που όσο κι αν το προσπαθώ δεν καταφέρνω
να βγάλω ρίζες στο κορμάκι σου το άγονο

σ' αγαπώ με όρια και φράγματα
στου τόπου μέσα τις τομές και τις ενώσεις
μες στις οθόνες τα χαρτιά και τις προγνώσεις
σ' αναζητώ τα βράδια εκδίδοντας εντάλματα

30 Ιουν 2008

Βραδιές του Ιούνη



Κόλπος που λιώνει σαν κερί. Τα κεραμύδια
σταχτιά και κόκκινα, θαρρείς και μας φθονούν
Βαθύ γαλάζιο, βαθύ μπλε, γύρω μας φίδια
Τα βράδια τόσο τρυφερά που μας πονούν.

Θεέ μου! Ανάβουνε τα φώτα και με πίνουν
Χαμένη - πού; - κι αν δε σε ξέρω τι μ' αυτό;
Με κυριεύει η ομορφιά σου, ένα πουλί, ένα ουρλιαχτό
Μια μελωδία από βουνά π' όλο συγκλίνουν.

Όλα τελειώνουν; Δεν αρχίσαν θες να πεις
Τι σόι λιμάνι είναι κι αυτό χωρίς καράβια;
Μόνο οι ραβδώσεις του νερού και η ανταύγεια
Μια κάποια απόχρωση παιδιάστικης ντροπής.

Ναύπλιο 7-6-1987


24 Ιουν 2008

επεισόδιο


Χτυπούσες την πόρτα
Τα μαλλιά σου στάζαν υδάτινους έρωτες
Ξεβάφανε τα μάτια σου νύχτα

Πού ήμουν εγώ; -Πού στέκομουν;
Στο άνοιγμα της πόρτας -ήμουν εγώ;
Βουβός σαν πέτρα του παρελθόντος -χαμένος- ήμουν εγώ.
Κι εσύ;
Γυμνή αστόλιστη ίσα που πρόλαβες
στου ξυραφιού το χάδι
να βάψεις τα χείλη σου

Ύστερα έβαψες τα δικά μου
Τα όνειρα
Κρέμασες τη ζωή μου στο παράθυρο και την άνοιξες
Σα να τη γυρνούσες απ' την ανάποδη να διαβάσεις τους τίτλους
Με κοίταξες να αιωρούμαι μια στιγμή
Κι άρχισες να σκαρφαλώνεις με τα νύχια
Σ' έβλεπα νά 'ρχεσαι και νά 'ρχεσαι απ' το άπειρο
Από το θάμπος ν' αναδύεσαι κι απ' την ομίχλη
Του πόθου μου
Με τα βρεγμένα στήθη σου τη μουσική σου την περηφάνεια
στους αστραγάλους -φοβήθηκα
Μη σπάσει το γυαλί το τζάμι μη ραγίσει
Η στιγμή
Μην πετάξουν οι λέξεις και τα χρώματα φοβήθηκα
Μην σβήσουν
Σ' έκλεισα έξω



Όμως εσύ
Κρατούσες στο χέρι το τελευταίο κόκκινο σύννεφο
Την τελευταία ευκαιρία
Ν' αναπηδήσει η μπάλλα του Απρόσιτου
Ή
Να εκραγεί μες στον αέρα εκεί πιτσιλώντας μας
Για να γελάμε μετά σαν παιδιά ξανά στα γόνατα
Λουσμένοι στο αίμα



Στο Χνούδι, για το όμορφο που έχει
και γιατί κι εγώ επιθύμησα μια γέφυρα στο Μολδάβα
(εικόνα: Leonor Fini, Le bout du monde)

8 Ιουν 2008

απόπλους




Θέλοντας να υπαγορεύσω στη ζωή τους νέους αδιαπραγμάτευτους όρους μου
Θέτοντας ρήτρες στο ανέφικτο και αξιώσεις
Αναζητώντας ρηξικέλευθους τρόπους ανάπτυξης επί αχαρτογράφητης γης
Επικαλούμενος το αίνιγμά σου -ω, μούσα- επί ματαίω
Επιζητώντας το εξαρχής αδύνατον και επιδικάζοντας υπέρ αυτού μέτρα ασφαλιστικά
Θυσιάζοντας τρία άλογα (το ένα κουτσό) και μια εκθρονισμένη βασίλισσα στο βωμό σου
Κρατώντας στο αριστερό χέρι μου μονάχα την παλάμη του δεξιού σου μαστού
Διεκδικώντας με πάθος την βάσανο να μνηστευθώ τον σφυγμό σου
Ασελγώντας καθ' έξιν και καθ' υποτροπήν επί της μικρής καμπύλης του αυχένος σου
Βουτιά κάνοντας στο κενό από το χείλος σου το άνω
Κι απ' τη συστάδα της ήβης σου μετρώντας σαρανταένα βήματα προς δυσμάς
Αιώνες προσμένοντας εδώ με της έμπνευσής μου τη βραχύβια στύση
Μόνος στην πλώρη κραυγάζοντας "μάινα" στους ουρανούς
Καταμεσής υψώνοντας του λιμανιού το φλόκο μου και τη μεγίστη
Τεζαρισμένα καραβόσκοινα -τέντωσέ με Κύριε- το λοιπόν
Μείναν οι θηλιές κρεμάμενες να στάζουν το δίκιο τους απ' τις μπίντες

Και λέω ο άμυαλος: πόσα χυμένα δάκρυα, πόσα καμμένα κορμιά
Κάποτε την παντιέρα σήκωνα της ανώδυνης ήττας
Τώρα με το "τρελλέ" σου αλεξήλιο πελαγώνω δριμύς
και σαν πεινάσω δολώνω τροχαίους την άγκυρα για καρχαρίες.

η Νύχτα στο Πέλαγος, του Αιμίλιου Προσαλέντη

1 Ιουν 2008

το παιχνίδι




σε αόρατο κύκλο κλεισμένοι
απομείναμε παίκτης και πιόνι
το παιχνίδι αυτό δεν τελειώνει
πριν να πεις "σ' αγαπώ" τι σημαίνει

σ' αγαπώ (τι σου κρύβουν οι λέξεις!)
δεν θα πει τους καρπούς σου να δρέπω
πάει να πει σου τα επιτρέπω
όλα κι είναι σειρά σου να παίξεις


σ' αγαπώ δεν θα πει άρχοντά μου
να κρυφτώ σ' ενός στίχου τη ρίμα
ειμ' εγώ - είσαι εσύ κι είναι κρίμα
σ' αγαπώ θα πει ζήσε κοντά μου


σ' αγαπώ δεν θα πει σε συντρίβω
με του "θέλω" τ' ασήκωτο βάρος
στην αγάπη χυμώ σαν φαντάρος
να κριθώ στης καρδιάς σου το στίβο


τώρα εγώ! που σημαίνει φυλάξου!
στην αγάπη το παν είναι λίγο
σ' αγαπώ και τις πόρτες μου ανοίγω
χώμα υγρό να δεχτώ τη σπορά σου


να χαρείς! μη θαρρείς πως ζυγώνω
το κορμί σου ανοιχτά σαν το λύκο
σ' αγαπώ θα πει βρες το πηλίκο
που διαιρεί τη χαρά με τον πόνο


σκέψου λίγο και μόνος σου κρίνε
η αγάπη αψηφά τους κανόνες
είμ' εδώ κι είσ' εκεί στους αιώνες
πες λοιπόν σ' αγαπώ τι δεν είναι


σ' αγαπώ δε σημαίνει χαρά μου
να σε κλείσω στα δυο μου τα χέρια
σα να θέλω να κλείσω τ' αστέρια
το νερό και τους κόκκους της άμμου


κι ούτε πάλι θα πει να ριζώσω
καρφωμένη βαθιά σου σα σφαίρα
πάει να πει θα κερδίσω τη μέρα
θα σωθώ και μαζί θα σε σώσω

(η εικόνα του πιονιού με τη διπλή σκιά, από εδώ)

25 Μαΐ 2008

τη ζωή μου στο χαρτί


Στάθηκα μια στιγμή να σκεφτώ
Της ζωής να σκεφτώ την τόση έκταση
Να στοχαστώ την πηγή της
Ένιωσα το μυαλό μου μικρό και φοβήθηκα
και στον κόρφο σου μπήκα να ξεχαστώ

Είπα για τη ζωή να μιλήσω
Ένα τραγούδι ν' ανοίξω
Μια πόρτα στο απέραντο
Για τα παιδιά και τους απελπισμένους
Για μένα τον ίδιο μα
Πώς ήταν η νύχτα ελαστική!
Κάθε κουβέντα ίσα πάνω μου επέστρεφε
Κι έμοιαζε η φωνή μου ασθενική
Και λίγη

Είπα τότε να πλάσω τις λέξεις
Τις γεύτηκα τις μύρισα
Με τόλμη κι ελπίδα τις άπλωσα στο χαρτί
Με τόλμη κι ελπίδα τις άπλωσα στο χαρτί
και το χαρτί μίκρυνε


18 Μαΐ 2008

σατράπης+νύχτα πολική

Θά 'θελα νά 'σουνα μια λέξη μονοσύλλαβη
Αρχαίος σύνδεσμος στα χείλη τυφλού μάντη
Μια μελωδία που πασχίζει να διαβεί
μες απ' τις φλόγες κάποιας κόλασης του Δάντη

Θά 'θελα νάσουνα το φως που θα με τύφλωνε
Να μη λερώνουνε εικόνες τη μορφή σου
Κι εγώ μι' αχτίδα στην καρδιά σου που θα τρύπωνε
απ' τη Σελήνη, τη μικρή την αδερφή σου

Θά 'θελα νά 'σουνα μια δίνη ή ένας στρόβιλος
Μυρίων κάθοδος ή φάλαγγα από Μήδες
Χαλίκι, ασβέστης, αίμα, πέτρα και πηλός
να χτίσουν πάλι οι Φαραώ τις πυραμίδες

Νά' σουνα τράπεζα αγάπης που θα πίστωνε
όλα τα χάδια, το κορμί και τα φιλιά μου
Κι εγώ Σατράπης που μέχρι να πεις το ναι
θα σε φυλάκιζα βαθιά στην αγκαλιά μου


Μα νά 'σαι χιόνι και φωτιά, αυτό πού να το περιμένω;
Νά 'σαι ηλιαχτίδα και σκιά του φεγγαριού
Πάνω στο σώμα μου μια ουλή, μικρή κηλίδα
Όνειρο λάγνο φονικού μεσημεριού
Κίβδηλο νόμισμα, χαρτί σημαδεμένο
Γραμμή που κόβεται στη μέση του χεριού
Τροχαίο δυστύχημα στην πρώτη τη σελίδα

Νά 'σαι γυναίκα, αυτό ναι, νά 'σαι Σειρήνα
Νά 'σαι μια Μούσα πάλι δίχως ποιητή
Γυμνή Ερωφίλη, Ιουλιέττα κι Αρετούσα
Μικρός πλανήτης που τον Ήλιο αναζητεί
Ένα ηλεκτρόνιο που ψάχνει για πυρήνα
Η πρώτη αγάπη μας που μένει στο χαρτί
Νά 'σουν Αγάπη, τότε ναι, θα συμφωνούσα

Μα νά' σαι νύχτα πολική, αυτό δεν το καταλαβαίνω
Σήμα κινδύνου μέσα στον κατακλυσμό
Αρχαίο ναυάγιο στα πλάτη του Καρκίνου
Ρίμα ανορθόδοξη με λάθος τονισμό
Ήξεις-αφήξεις σε βωμό καταραμένο
Ελάσσων τρόπος, μέτρο μ' άγνωστο οπλισμό
Κρανίου τόπος. Συμπληγάδες που συγκλίνουν.

10 Μαΐ 2008

συννεφάκι



Αν έχεις ένα όμορφο θλιμμένο προσωπάκι
Κι αν τα ματάκια σου μιλούν για νύχτες μοναξιάς
Κι αν τρυφερά πλαγιάσαμε στο ίδιο συννεφάκι
Ποιο βήμα θα μας άντεχε κοινής περπατησιάς

Οι μέρες είναι σιγανές που μήτε τις ακούμε
Αθόρυβα περνά ο καιρός στις μύτες των ποδιών
Ω τίποτα δεν έχουμε μονάχα ν' αγαπούμε
Μονάχα τα σπασμένα παιχνίδια των παιδιών

Και τι να κάνω για όλ' αυτά που τίποτα δεν έχω
Ένα σου γέλιο ένα σου δάκρυ μόνο -τι ζητώ
Τόσο απαλή η βροχούλα αυτή που πια δεν την αντέχω
Τόσο ζεστή στα χέρια μου η καρδιά που σου κρατώ

1987/2008

διά χειρός



υλοποιώντας μια ιδέα του A.F.Marx

5 Μαΐ 2008

ταξιδιώτες


Νά 'χω τα μάτια μου ανοιχτά να μη σε χάσω
μες στους απόκρημνους καιρούς που ταξιδεύω
'Οχι λιμάνι ούτε νησί να ησυχάσω
μόνο μια σκάλα στον παράδεισο ν' ανέβω

Νά 'χω το νου μου να σε δω να σε γνωρίσω
στου κόσμου γύρω την αδιάκοπη πορεία
Απ' τη θλιμμένη νιότη να σε ξεχωρίσω
καθώς περνάς όπως περνούν με αδιαφορία

Νά 'χω τα μάτια μου ανοιχτά να σε προσέχω
να μην απλώσει χέρι πάνω σου η συνήθεια
Κι ίσως, στο τέλος, δεν πειράζει να μη σ΄έχω
φτάνει αν' ερχόσουνα, να 'ρχόσουνα στ' αλήθεια.




C. D. Friedrich (1774-1840), On Board a Sailing Ship (Hermitage)