17 Αυγ 2018

Δείγμα Δωρεάν



«Είστε η κυρία του σπιτιού;»
Ψηλή, γεροδεμένη, γύρω στα τριάντα, την εκτίμησε. Κρατά το χερούλι τής εξώπορτας, όπως όλες.
«Ε, ναι, βέβαια. Θα μου δώσεις βαφές;»
Είχε έναν τόνο χυδαίας οικειότητας η φωνή της όπως νιαούρισε –θα μου δώσεις βαφές;- που έκανε τη Μελίνα να θέλει να τη χαστουκίσει.
«Θα σας αφήσω ένα νέο προϊόν να το δοκιμάσετε και θα ξαναπεράσω, εγώ ή κάποια συνάδελφος, τον άλλο μήνα να μας πείτε τη γνώμη σας και να σας αφήσουμε μερικά δείγματα ακόμα.» Το ποίημα. «Θα ήθελα όμως να μου απαντήσετε και σε μερικές ερωτήσεις. Πολύ σύντομες.»
Η τελευταία επισήμανση, περιττή. Η γυναίκα, ολοφάνερα, ψοφούσε για κουβεντούλα.
«Όσες θέλεις, δεν βιάζομαι.» Κάνοντας χώρο. «Το παιδί κοιμήθηκε κι ετοιμαζόμουν να φτιάξω καφεδάκι. Θα φτιάξω και για σένα.»
Το εσωτερικό του σπιτιού, σκοτεινό. Τέλεια. Και μύριζε κάπως σαν… «Συγγνώμη, τι μου είπατε;» Μια ξινίλα.
«Πες μου λέω μόνο πώς τον πίνεις.»
«Ε… μέτριο, ευχαριστώ.» Η Μελίνα παρέκαμψε την ογκώδη μπερζέρα για να καθίσει στον καναπέ. Η άλλη είχε περάσει από την πίσω μεριά του πάσου. «Μα, μη σας βάζω σε κόπο!»
«Κανένας κόπος –κι εγώ μέτριο τον πίνω. Μ’ ένα μπρίκι θα φτιάξουμε δύο. Εσύ μπορείς να ρωτάς, βέβαια.»
«Εντάξει, τότε.» Εύκολο. Πολύ. «Δώστε μου μισό λεπτάκι και…». Έκανε πως τακτοποιεί τα χαρτιά στο χαμηλό τραπέζι μπροστά της. Κρυστάλλινη φοντανιέρα, κεντητό σεμέν. Η θεια μου η Μαριγώ. Φωτογραφίες; «Έτοιμη. Πόσο συχνά βάφετε τα μαλλιά σας;» Έψαξε με το μάτι, δήθεν αδιάφορα. «Περίπου.»
«Ε… Μια φορά το μήνα;»
Εκεί, στο σύνθετο. Μπροστά στον καθρέφτη. «Ωραία.» Μια αντρική μορφή της χαμογελούσε. «Τα βάφετε μόνη ή πηγαίνετε και στο κομμωτήριο;»
«Πηγαίνω και κομμωτήριο.» Σα να ντρεπόταν.
«Πόσο συχνά;» Έλα. «Περίπου. Μια φορά τη βδομάδα; Δυο το μήνα;» Παίξε την κασετούλα σου για την κρίση.
«Μια φορά το μήνα, άντε δύο… Με την κρίση, ξέρεις… Δεν μας παίρνει για παραπάνω.»
«Έχετε δίκιο.» Έχει περάσει από καιρό τα τριάντα, τελικά. «Άλλα προϊόντα για τα μαλλιά; Χρησιμοποιείτε;» Α, ορίστε! Νυφούλα. Ξύνοντας το πόδι της. Και σε ασημένια κορνίζα. Καλά, το φώτοσοπ πάει σύννεφο. «Λακ, αφρούς, ζελέ;»
«Κάποιες φορές. Να και τα καφεδάκια. Μάλλον σπάνια.»
«Ευχαριστώ. Μυρίζει υπέροχα.» Ψαχουλεύει στην τσάντα, μετά θυμάται το παιδί. Αφήνει τα τσιγάρα στη θέση τους. «Μαλακτικές, μάσκες, κρέμες;»
«Ε, ναι. Όταν λούζομαι.»
«Αναγνωρίζετε κάποιες από τις φίρμες;» Έχει ανοίξει το ντοσιέ στη σελίδα με τα λογότυπα.
«Φυσικά. Όλες.»
«Έχετε προτίμηση σε κάποια συγκεκριμένη;»
«Ε, όχι… Όπως σου είπα δεν είμαι και τόσο τακτική. Βαφές τελευταία», δείχνοντας στην κάρτα, «χρησιμοποιώ αυτές εδώ. Αλλά θα δοκιμάσω και τη δική σας. Μ’ αρέσει να δοκιμάζω πράγματα!»
Πες καλύτερα ότι σ’ αρέσει το τζάμπα! Ανασκουμπώθηκε. Για να σε δούμε τώρα, κυρά μου.
«Και κάποιες –λίγες- ερωτήσεις για το προφίλ.»
«Το προφίλ;»
«Του χρήστη.» Τρέχεις! Πιο αργά! «Με άριστα το δέκα, πόσο σημαντική θεωρείτε την εμφάνισή σας;»
«Δεν καταλαβαίνω.»
«Αν δείχνετε ωραία, αν αρέσετε… Λίγο, μέτρια, πολύ;»
«Αρκετά.»
Σήκωσε τα μάτια και τα κατέβασε. Μην τρέμεις, ηλίθια! «Δηλαδή, ας πούμε, οκτώ;» Η άλλη φαινόταν άνετη. «Από μηδέν έως δέκα.»
«Εννιά.» Την είδε που γέλασε. «Δεν μου ’χει γίνει και ψύχωση!» Η Μελίνα γελά κι αυτή, ανακουφισμένη.
«Μάλιστα. Εργάζεστε;» Η γυναίκα ένευσε καταφατικά. Συγχαρητήρια. «Πόσο πολύ θεωρείτε ότι επηρεάζει η εξωτερική εμφάνιση την επαγγελματική σας καταξίωση. Μηδέν-καθόλου, δέκα-πάρα πολύ.»
«Πέντε.»
«Τις σχέσεις σας με το άλλο φύλο;»
Δείχνει τη βέρα στο δάχτυλο. «Εννοείτε τον άντρα μου.»
Ω! Τον άντρα της! «Ε, ναι, αν προτιμάτε…»
«Επτά.»
«Αρκετά, ε;»
«Είμαι προσγειωμένη.» Η φωνή της άλλης, ξαφνικά αιχμηρή, ανυπόμονη. Όμως αυτό το σημείο ήταν σημαντικό. Το σημαντικότερο.
«Και μια τελευταία.» Να τελειώνουμε. «Πόσο βασικό ρόλο παίζει το σεξ στη ζωή σας;»
Ανάσες. «Πολύ.»
«Μηδέν έως δέκα.»
«Εννιάμιση;»
Μαλακισμένη. «Βάζω εννιά.» Πίεσε τον εαυτό της να χαμογελάσει. «Τα δημογραφικά και τελειώσαμε. Εικοσπέντε-τριαντατέσσερα;»
«Ορίστε;»
«Η ηλικία σας.»
«Α, μάλιστα.» Η φωνή έκοβε. «Τι πάει μετά;»
«Τριανταπέντε-σαραντατέσσερα.»
«Αυτό.» Ξυράφι.
«Μόρφωση, βασική;»
«ΑΣΟΕ.»
«Ανωτάτη.» Τι έπαθε το γαμω-στυλό; «Επάγγελμα; Δείτε την κάρτα.»
«Στο δημόσιο. Με σύμβαση χρόνου. Ξέρετε.» Δεν ήξερε. «Προσωρινή.»
«Βάζω δημόσιος υπάλληλος.» Να δεις που θα σταματήσει, το ρημάδι, και δεν ξέρω αν έχω δεύτερο. «Του κύριου εισοδηματία;»
Τώρα κόβει και το βλέμμα. «Σχολή οδηγών.»
«Δική του;»
«Μάλιστα.»
«Ελεύθερος επαγγελματίας, δηλαδή.» Της έδειξε. «Κατηγορία εισοδήματος. Όλου του νοικοκυριού.»
«Δεν ξέρω ακριβώς. Δέλτα;»
«Ωραία, πολύ ωραία.» Πετώντας το στυλό μες στην τσάντα της. Κουβάρι τα ’χω κάνει εδώ μέσα. «Οδός και λοιπά. Θα τα συμπληρώσω αργότερα.» Τώρα χρειάζεται μόνο ­–μπορώ να…; Κουράγιο. Η γυναίκα έχει σηκωθεί και την περιμένει. Το βλέμμα τής Μελίνας, ασυναίσθητα, πάει στη φωτογραφία του άντρα. «Να σας ζητήσω μια χάρη;» Το χαμόγελό του. Σηκώνεται. «Θα μπορούσα να πάω στην τουαλέτα;»
Παριστάνει ότι στρώνει τη φούστα. Το χέρι της άλλης δείχνει, ψυχρά, μια πόρτα. Κοιτάζονται. Δεν μ’ αρέσει, αχ δεν μ’ αρέσει! Ξεκινάει αδέξια. Αν έχει καταλάβει; Δύο βήματα, τρία, πέντε. Αρπάζεται απ’ το πόμολο. Γαμώτο! Το κλειδί ήταν στην εξωτερική πλευρά. Πολύ αργά, σκέφτεται. Θα γελοιοποιηθείς, μαλακισμένη. Κατεβάζει το χερούλι. Α ρε Καλλιόπη. Γκαντέμω! Παίρνει εισπνοή και, τσιτωμένη απ’ την αδρεναλίνη, μπαίνει στο μπάνιο. Κυρία.


«Είσαι τρελή, για δέσιμο!»
Δυο μέρες πριν.
«Ε, καλά τώρα!»
«Αν το μάθει, μωρή; Σκέφτηκες τι θα γίνει αν το μάθει;»
«Από πού να το μάθει;»
«Αν, λέω! Αν! Ο διάολος έχει πολλά ποδάρια.»
«Σκέφτεσαι παρανοϊκά!»
«Κι εσύ σκέφτεσαι με το πράμα σου. Το καρτελάκι; Δεν θα δει τ’ όνομά σου; Μπορεί να του το αναφέρει.»
«Θα πάρω το δικό σου.»
«Α, ναι, βέβαια! Πώς δεν το σκέφτηκα η ηλίθια!» Η Καλλιόπη σήκωσε τα χέρια, σαν τραγωδός στην Επίδαυρο. «Τι θα κερδίσεις, μωρή, μου λες; Τι θα καταλάβεις;»
Την είχε πιάσει υστερία. Ωραία φίλη, σκέφτηκε η Μελίνα. Για να σου σταθεί στα δύσκολα. Την αγαπούσε όμως.
«Κοίτα, ηρέμησε. Δεν θα συμβεί απολύτως τίποτα. Δουλειά μου είναι. Την παίζω στα δάχτυλα.»
«Α, δουλειά σου, ε; Δουλειά σου! Ωραία δουλειά!»
«Γάμησέ με, Καλλιόπη! Εγώ φταίω που στο ’πα.»
Πώς βρέθηκαν αγκαλιασμένες;
«Είναι που ανησυχώ, ρε Μελίνα.» Τα μάτια της Καλλιόπης, βουρκωμένα. «Τόσο πολύ τον αγαπάς;»
Ε, ναι. Κούνησε μόνο το κεφάλι της. Τόσο πολύ.


«Τον καφέ σου δεν τον ήπιες.»
Τα είχε δει όλα. Και μεταφορικά και κυριολεκτικά. Μέσα σε τρία λεπτά. Τα ντουλαπάκια με τα φάρμακα, το άφτερ-σέιβ και τα καλυντικά. Την οδοντόβουρτσα. Το σαμπουάν κατά της τριχόπτωσης που χρησιμοποιούσε. Το μπουρνούζι του. Και τα γαμημένα τα προφυλακτικά. Στο τέλος, θυμήθηκε το καζανάκι.
«Είπατε κάτι; Δεν άκουσα.» Προχώρησε στη θέση της με τα νεύρα σε συναγερμό.
«Για τον καφέ. Δεν τον ήπιες. Και μίλα μου αν θέλεις στον ενικό. Τώρα που γνωριστήκαμε. Με λένε Στέλλα.»
Η Μελίνα την παρατήρησε δύσπιστα. Χαμογελάει. Άδικα φοβήθηκα.
«Ευχαριστώ Στέλλα… Εγώ είμαι», έδειξε το καρτελάκι στο στήθος της, «η Καλλιόπη.» Έφερε το φλιτζάνι στα χείλη. «Μμμ, ωραίος καφές!» Έβαλε, άραγε, καθόλου ζάχαρη;
«Έτσι τον έφτιαχνε η μάνα μου, η συχωρεμένη. Εκείνη μου ’μαθε και το φλιτζάνι.»
«Το φλιτζάνι;» Θείτσα, κανονική. «Εννοείς… Να λες τον καφέ;»
«Ε, ναι. Τώρα εσύ βέβαια, νέα κοπέλα, θα τα κοροϊδεύεις αυτά.»
«Όχι, καθόλου. Μου ’χουν πει τα χαρτιά, αλλά τον καφέ… δεν ξέρω πώς γίνεται.»
«Θες να δεις; Στάσου. Μήπως τον θέλεις;»
«Όχι, εντάξει, τον έχω πιει.» Είχε αρχίσει να διασκεδάζει. «Είμαι πολύ περίεργη.»
«Λοιπόν, κάτσε να δω… Περίμενε… Εδώ είμαστε! Ωχ, βάσανο βλέπω.»
«Βάσανο; Τι βάσανο;»
«Αγαπητικό, Καλλιόπη μου! Αγαπητικό!»
Αγαπητικό; «Τι ειν’ αυτό;»
«Ε, έτσι τους έλεγε εκείνη. Γκόμενο, παιδί μου, εραστή.»
Έλεος! «Και το βάσανο πού το βλέπεις;»
Έσκυψε προς το μέρος της Μελίνας, συνωμοτικά. Τα μαλλιά της μύριζαν τηγάνι. «Να εδώ. Γυαλίζει το χρυσάφι στο δάχτυλο! Είναι παντρεμένος.»
Ωχ! «Παντρεμένος;»
«Παντρεμένος. Δεν το ’ξερες;» Είχε κολλήσει. Άνοιξε το στόμα της –κλεισ’ το μωρή!- αλλά δεν έβγαινε λέξη. «Καλλιόπη. Τα ’χεις φτιάξει με παντρεμένο;»
«Ε… Όχι. Δηλαδή…»
«Έχει και παιδάκι.»
«Παιδάκι;» Σκατά! Της ήρθε μια ζάλη.
«Ούτε κι αυτό το ’ξερες. Να, εδώ είσαστε με το λεγάμενο. Δρόμο βλέπω.» Κάτι της έδειχνε. Μηχανικά, αυτή, σκύβει στο φλιτζάνι. «Ταψί είναι τούτο εδώ; Όχι, μωρέ, τιμόνι. Σ’ αυτοκίνητο είσαστε.»
Οι λέξεις.
«Στέλλα…»
Έρχονται από μακριά.
«Εσύ οδηγείς κι αυτός κάθεται δίπλα σου. Και κάτι σου δείχνει, τι σου δείχνει; Κάτι…»
Σαν βουητό.
«Κυρία Στέλλα…»
«Κεριά και λιβάνια! Στέλλα δε σου ’πα να με λες; Τι δηλαδή; Επειδή θα μπορούσες να ’σαι κόρη μου;» Κόρη της. «Μα, τι σου δείχνει; Ένα πράμα έτσι κάπως… Σαν… μοχλός; Μα ναι, βέβαια. Σου μαθαίνει να οδηγείς. Να κοίτα, δες. Ε; Βλέπεις; Είναι δάσκαλος της οδήγησης. Μα… Εσύ έχεις γίνει κάτασπρη! Να σου φέρω λίγο νερό.»
«Κ… Καλά είμαι.» Δεν ήταν. «Καλύτερα να φύγω.»
«Στην κατάστασή σου; Μην το συζητάς! Άλλωστε, θα έλθει σε λίγο.»
Καθόλου καλά.
«Π-Πώς…»
«...το κατάλαβα; Ο καφές, καλή μου. Ρουφιάνος μεγάλος!»
Τα χέρια της έχουν ιδρώσει.
«Τι… Τι κρατάς εκεί;»
«Τι κρατάω; Νερό σου φέρνω, που ’χεις γίνει σαν... Α, το μαχαίρι. Έλα Χριστέ μου! Αφηρημένη. Τι το πήρα να το κάνω;»
«Δ-Δεν το αφήνεις τώρα; Στέλλα με τρομάζεις.»
«Σε τρομάζω; Γιατί; Επειδή πηδιόσουνα με τον άντρα μου; Και λοιπόν; Ή που ήρθες μες στο σπίτι μου να με κατασκοπεύσεις; Χαράς το πράμα!»
«Δεν… Εγώ… Τα δείγματα.» Πρέπει.
«Α, ναι. Τα δείγματα. Μου ’φερες να βάψω τα μαλλάκια μου. Για να του αρέσω.»
«Έλεγε πως εσύ…» Να φύγω. «Πως δε νοιάζεσαι έλεγε, πως δεν προσέχεις τον εαυτό σου και πως εκείνος…» Έξω. «Ουτ’ ένα σινεμά, έλεγε.»
«Α, έτσι έλεγε.»
«Μα εσύ φαίνεσαι τόσο… Ξέρεις.» Διαφορετική. «Η δουλειά μου...» Α, ρε Καλλιόπη, γρουσούζα! «Στ’ αλήθεια μοιράζω δείγματα.»
«Αριστοτέλους, τέσσερα τετράγωνα μακριά; Είχες παρατήσει την τσάντα σου ανοιχτή. Είδα το πλάνο όταν ήσουν στην τουαλέτα. Αλήθεια τι πήγες να κάνεις; Να κατουρήσεις ή να ψαχουλέψεις …Μελίνα; Είδα και τ’ όνομά σου. Φαίνεται πως μπερδέψατε, εκεί στην εταιρεία, τα καρτελάκια σας. Κι όλες αυτές οι ερωτήσεις για το προφίλ…»
«Εγώ τις πρόσθεσα. Προσπαθούσα…» Έπρεπε να βρει μια ευκαιρία. «Να καταλάβω.» Το μαχαίρι!
«Και κατάλαβες, ε;» Μισό βήμα στο πλάι. «Το κατάλαβες ότι αυτό το …προϊόν που χρησιμοποιούσες ήταν ένα απλό δείγμα.» Η άλλη την ακολουθεί. «Κι ότι, αν σου αρέσει και θες να εξακολουθήσεις να το χρησιμοποιείς, πρέπει να πληρώσεις.» Να πληρώσει; «Τι θα πλήρωνες γι’ αυτό Μελίνα; Ξέρεις, ρωτάω, γιατί εγώ γι’ αυτά που αγαπώ και χρειάζομαι είμαι έτοιμη να πληρώσω τα πάντα.»
«Ε… Εγώ δεν…» Στέρεψε. Μα… Τα μάτια της θόλωναν. Της κρατούσε την πόρτα; «Φεύγω τώρα.»
«Να πας στο καλό. Και πρόσεχε.» Σκόνταψε και πήγε να πέσει. «Σκέψου αυτά που σου είπα. Δείγματα δωρεάν, τέλος.»

Κατρακύλησε τις σκάλες. Κάπου στα μισά τη συνάντησε, με τα ψώνια. Είχε το βλέμμα του φοβισμένου πουλιού. Η Μελίνα αναρωτήθηκε πώς να έμοιαζε άραγε το δικό της βλέμμα.
«Με συγχωρείτε», είπε καθώς η άγνωστη της έκανε χώρο για να περάσει.
«Ζητάτε κάποιον;»
«Είστε… Μένετε εδώ;»
«Πού αλλού;»
Το μάτι της έπεσε στη χαρακτηριστική οικονομική συσκευασία στο αριστερό χέρι της γυναίκας. Πάνες μωρού.
«Νόμιζα… Η κοπέλα που μου άνοιξε…»
«Η Αντιγόνη; Κουνιάδα μου. Μένει στο ισόγειο.»
Η ρουφιάνα!
«Άφησα κάποια δείγματα.» Συνειδητοποίησε ότι, στον πανικό της, είχε ξεχάσει την τσάντα με το στοκ. «Βαφές μαλλιών. Άφησα και για σας.»
 





2 Απρ 2018

το κέρασμα


«Κάθισε έξι μέρες. Γυρίσαμε όλο το νησί. Έπινε και κάπνιζε σαν αράπης. Τις νύχτες κλεινόταν μες στο δωμάτιο και την ξανάβλεπα το πρωί. Την έκτη μέρα της ήρθε περίοδος. Κολύμπησε με το ταμπόν και μου ανακοίνωσε πως θα έφευγε την επομένη. Το βράδυ ήθελε να κεράσει εκείνη. Πρότεινε και πήγαμε στο Sea view, το θυμάσαι.»
Ο Πάρης άφησε ένα σφύριγμα. «Sea view resort. Στην Αζόλιμνο.» 

«Μπράβο. Είχε φορέσει ένα κοντό άσπρο σαλβάρι με πέδιλο, αέρινο μπλουζάκι –τοπάκι, που λένε- και κάτι μακριά σκουλαρίκια. Πήρε τον κατάλογο των κρασιών και παράγγειλε το πιο ακριβό. Τυριά, αλλαντικά και τα ρέστα. Καθόμασταν με το φως των κεριών, δίπλα στην πισίνα. Τα μάτια της γυάλιζαν. Είπε ότι πέρασε απίθανα κι ότι ήταν οι πιο ωραίες διακοπές της ζωής της. Ζήτησα να την ξαναδώ.»
«Και;»
«Είχε ένα χαμόγελο σαν την Τζοκόντα με σιδεράκια. Πρότεινε να πάρουμε άλλο ένα μπουκάλι.»
«Γερό ποτήρι η δικιά σου.» 

«Περίμενε και θα δεις. Κοντεύαμε ν’ αδειάσουμε το δεύτερο και ήδη είχαν αρχίσει να μας ακούν τ’ άλλα τραπέζια. Ξαφνικά, σκύβει και μου λέει: έχεις κολυμπήσει σε φωτισμένη πισίνα; Κάτι στη φωνή της με προειδοποίησε. Μαρίνα, της λέω, φρόνιμα.-Θέλω να κολυμπήσω!- Άρχισα να μη νιώθω και τόσο καλά. Μάλλον είχε έρθει η ώρα να φύγουμε. Τη βλέπω που κάνει να βγάλει το μπλουζάκι και της πιάνω τα χέρια.»
«Μεγάλο λάθος.» 

«Το κατάλαβα αργά. Έγινε έξω φρενών. –Άσε με κάτω, ρε μαλάκα! Και ποιος είσαι που θα μου πεις φρόνιμα; Ο πατέρας μου;- Πετάχτηκε πάνω. Απ’ το διπλανό τραπέζι είχαν γυρίσει και μας χάζευαν. Είδα το γκαρσόνι να ’ρχεται προς το μέρος μας. Προσπάθησα να την ηρεμήσω. Εκείνη έψαχνε στην τσάντα της. Ακούμπησε στο τραπέζι ένα χοντρό αντρικό πορτοφόλι . Αν και παραξενεμένος, ένιωσα ήσυχος. Το γκαρσόνι –με ύφος Μάικλ Κέιν στο Μπάτμαν- είχε σταθεί διακριτικά σε απόσταση. Την άφησα. Φαίνεται πως αυτό ακριβώς περίμενε. Έκανε μισό βήμα και βούτηξε.»
«Όχι, ρε φίλε!» 

«Σάστισα. Ο Μάικλ Κέιν έκανε νοήματα σε κάποιον που δεν μπορούσα να δω καλά. Η γυναίκα απ’ το διπλανό τραπέζι με αγριοκοιτούσε. Κατάλαβα τον εαυτό μου να χαμογελά ηλίθια και, πιάνοντας το πορτοφόλι, έκανα μια αξιολύπητη προσπάθεια να δείξω ότι έχω τον έλεγχο της κατάστασης. Η Μαρίνα, στο νερό, να γελά και να χαλάει τον κόσμο. Ένας ψηλός τύπος –κάποιος υπεύθυνος του ξενοδοχείου;- συζητούσε με το γκαρσόνι. Τους είδα να κατευθύνονται προς το μέρος μου. Εν τω μεταξύ, εκείνη είχε φτάσει στη μικρή σκαλίτσα κι έβγαινε από την πισίνα, ενώ μια παρέα νεαρών την επευφημούσε. Τους έκανε νοήματα να τη μιμηθούν. Ένιωσα το ηθικό μου ν’ αναπτερώνεται. Σκέφτηκα ότι, τελικά, μπορεί να μην υπήρχε πρόβλημα. Μια μικρή, αυθόρμητη παράσταση δεν ήταν δα και τίποτα το τρομερό. Γυρνώ προς το μέρος του ψηλού, αποφασισμένος να το παίξω άνετος ζητώντας του μια πετσέτα για την κυρία, όταν η κυρία αρχίζει να τρέχει προς το μέρος μου. Πρόσεξα ότι φορούσε ακόμα τα πέδιλά της, ενώ το μουσκεμένο σαλβάρι είχε κολλήσει πάνω της αφήνοντας να διαγράφεται το δαντελένιο εσώρουχο.»
«Μαλάκα, μην τα λες τόσο ποιητικά. Καυλώνω.» 

«Έτρεχε και φώναζε –λοιπόν, μπορώ ή δεν μπορώ;- οπότε ξαφνικά σταματάει κι αρχίζει να ξεφωνίζει για το σκουλαρίκι της. Το φαντάζεσαι; Ο ψηλός είχε μείνει άναυδος. -Βρες το μου! να λέει, πέσε να μου το βρεις. –Μαρίνα, πάμε να φύγουμε, θα στο βρουν αύριο το σκουλαρίκι σου, της λέω και κάνω μηχανικά ν’ ανοίξω το πορτοφόλι, οπότε μου το αρπάζει και το εκσφενδονίζει στο νερό.»
«Έτσι.»
«-Να δω τι θα κάνεις τώρα, θα πέσεις για όχι;»
«Καλά, εσείς γράψατε ιστορία εκεί πέρα.» 

«Μην το γελάς. Απ’ την παρέα που χειροκροτούσε, είδα κάποιον με κινητό να μας τραβάει. Ευτυχώς, κάτι η απόσταση, κάτι το ημίφως, κάτι τα χοροπηδητά της Μαρίνας, δεν πρέπει να φαίνεται τίποτα. Γιατί, εννοείται, φύγαμε χωρίς να πληρώσουμε. Μας παρακάλεσαν, μάλιστα, ευγενέστατα. Μιλάμε για κατοστάρι, μες στο νερό.»
Ο Πάρης χτυπιόταν απ’ τα γέλια. «Ποιο νερό; Εκεί που ήταν το πορτοφόλι;» 

«Δεν κατάλαβες. Το πορτοφόλι ήταν άδειο. Της πλάκας, τελείως. Και το σκουλαρίκι στην τσέπη της. Τα ’χε σκηνοθετήσει όλα η πουτανίτσα. –Κάτι κέρματα έχει μέσα για το παιδί που θα κάνει τον κόπο. Απίστευτη;» 
Γέλια μέχρι δακρύων. «Ωραίο κέρασμα! Θα πω της Μαρίας να μου κάνει ένα στα… στα γενέθλιά μου… ωχ, μαλάκα… στο Χίλτον.» Του ’χε κοπεί η ανάσα. «Και τώρα;»
«Τώρα… είναι μια ώρα δύσκολη. Πάμε; Εσύ στο Μαράκι σου κι εγώ… Γάμησέ τα.»
«Τι; Ούτε τηλέφωνο; Τίποτα;»
«Δεν αντιστοιχεί σε συνδρομητή. Εξαφανίστηκε. Και δεν ξέρω ούτε το επώνυμό της. Πληρώσαμε;»
Πλήρωσαν το λογαριασμό και σηκώθηκαν. Ο ένας βαστούσε τον άλλο.
«Καλά, πόσες ήπιαμε; Μήπως το παρακάναμε λίγο;»
«Σώπα! Αφού μας πάει το πεζό-δύο, όλα καλά. Ελπίζω μόνο να κοιμάται η Μαρία.»
«Κι εγώ το ελπίζω.»
«Εσύ γιατί;»
«Γιατί, στην κατάσταση που είσαι, φοβάμαι ότι θα τα ξεράσεις όλα. Τι έπαθες;»
Ο Πάρης δεν απάντησε. Στην άκρη του δρόμου, είχε διπλωθεί και ξερνούσε.


Φωτογραφία του Αντώνης Σφαλής.
Απόσπασμα από το -υπό έκδοση- Παιχνίδι της εξαπάτησης. 
Εικόνα: Ειρήνη Κουρζάκη





19 Ιουλ 2017

barcelona

Το πήρα απόφαση λοιπόν, αυτό το θέρος δεν έχει ξάπλες και χαρές στην παραλία. Σαν ορκισμένος μαρξιστής κι ανάρχας βέρος θέλω να κάνω διακοπές στους bombarderos στην μαγεμένη, εξωτική Καταλονία.

Εκεί που όλοι τριγυρνούν με φισεκλίκια. Εκεί που τρώνε τους αστούς για μεσημέρι. Εκεί που γίνεσαι μεμιάς δεκαοχτάρης. Θα πάω να βρω ξανά της νιότης μου τα δίκια εκεί στη χώρα του Ντουρούτι και στα μέρη και ας φιλάει τον my ass ο Προβατάρης.

Γι’ αυτό παράτα Lonely, Booking και Trivagos. Τι θέλω εγώ μες στου Bordeau τον αμπελώνα; Να κάνω τι στα Fiji και στα Galapagos; Δεν με χωράει εμένα της Real ο πάγκος. Θέλω Cristina, Vicky, Messi, Barcelona.

29 Νοε 2016

απερίσκεπτα



Απερίσκεπτα
είπα να γράψω κι εγώ
ένα χάι κου 

Ν' αναμετρηθώ 
βρε ο αθεόφοβος 
με τους άξιους 

Μερικά στυλό
κι ένα δυο τετράδια 
οι απώλειες



18 Ιουν 2015

διάφανη


πώς το λέγαν εκείνο το νησί;
φορούσες ένα σκοτάδι διάφανο σαν φως της αβύσσου
σειρήνα της πλώρης ακίνητη με το βλέμμα εμπρός
στην ξηρά που σιμώνει απαλά με των γλάρων τα πείσματα

οι τόποι πώς δείχνουν αλλιώτικοι είπες το σούρουπο
δίκοπες λέξεις λεπίδες γυμνές με το πόδι μετέωρο
(τα δάχτυλά του κλειστά μικροί ψαράδες παράξενοι)
στιγμιαία μετέωρο μ' ένα ανατρίχιασμα στην υγρή επαφή
και μια αγωνία ψυχρή μες στων ματιών σου το άδυτο
έτσι καθώς αργά βυθίζεσαι μισή στο νερό
καθώς αργά βυθίζεσαι στη σιωπή και στου χρόνου τον όλεθρο

κι εγώ, ποιος μές στο διάφανο σύθαμπο ήμουν εγώ
με τα μαύρα πανιά και τα μάινα ποιος ήμουν
καθώς την πλάτη γυρνάς και τι χρώμα έχουν οι στάχτες στα μάτια σου
το βουβό μέσα παράπονο η πληγή σου τι χρώμα
καθώς στρέφεις και φεύγεις όλη ένα χρώμα δεν ήμουν εγώ
πολεμιστής δεινός χρισμένος ανόητος δεν ήμουν
με των γεμάτων ιστίων μου την άγρια βιασύνη
μ' ένα νήμα στα χέρια δεν ήμουν κοριτσίστικα όνειρα
εγώ στην πλώρη κοιτώντας εμπρός πάντα εμπρός στο τρεμάμενο σούρουπο
στη σιωπή να μακραίνεις ξανά και στου χρόνου τον όλεθρο


καθώς φεύγεις κι απλώνεις

κι όλη διάφανο γίνεσαι σύθαμπο



η εικόνα από σχέδιο του Παναγιώτη Βασιλάκου