2 Απρ 2018

το κέρασμα


«Κάθισε έξι μέρες. Γυρίσαμε όλο το νησί. Έπινε και κάπνιζε σαν αράπης. Τις νύχτες κλεινόταν μες στο δωμάτιο και την ξανάβλεπα το πρωί. Την έκτη μέρα της ήρθε περίοδος. Κολύμπησε με το ταμπόν και μου ανακοίνωσε πως θα έφευγε την επομένη. Το βράδυ ήθελε να κεράσει εκείνη. Πρότεινε και πήγαμε στο Sea view, το θυμάσαι.»
Ο Πάρης άφησε ένα σφύριγμα. «Sea view resort. Στην Αζόλιμνο.» 

«Μπράβο. Είχε φορέσει ένα κοντό άσπρο σαλβάρι με πέδιλο, αέρινο μπλουζάκι –τοπάκι, που λένε- και κάτι μακριά σκουλαρίκια. Πήρε τον κατάλογο των κρασιών και παράγγειλε το πιο ακριβό. Τυριά, αλλαντικά και τα ρέστα. Καθόμασταν με το φως των κεριών, δίπλα στην πισίνα. Τα μάτια της γυάλιζαν. Είπε ότι πέρασε απίθανα κι ότι ήταν οι πιο ωραίες διακοπές της ζωής της. Ζήτησα να την ξαναδώ.»
«Και;»
«Είχε ένα χαμόγελο σαν την Τζοκόντα με σιδεράκια. Πρότεινε να πάρουμε άλλο ένα μπουκάλι.»
«Γερό ποτήρι η δικιά σου.» 

«Περίμενε και θα δεις. Κοντεύαμε ν’ αδειάσουμε το δεύτερο και ήδη είχαν αρχίσει να μας ακούν τ’ άλλα τραπέζια. Ξαφνικά, σκύβει και μου λέει: έχεις κολυμπήσει σε φωτισμένη πισίνα; Κάτι στη φωνή της με προειδοποίησε. Μαρίνα, της λέω, φρόνιμα.-Θέλω να κολυμπήσω!- Άρχισα να μη νιώθω και τόσο καλά. Μάλλον είχε έρθει η ώρα να φύγουμε. Τη βλέπω που κάνει να βγάλει το μπλουζάκι και της πιάνω τα χέρια.»
«Μεγάλο λάθος.» 

«Το κατάλαβα αργά. Έγινε έξω φρενών. –Άσε με κάτω, ρε μαλάκα! Και ποιος είσαι που θα μου πεις φρόνιμα; Ο πατέρας μου;- Πετάχτηκε πάνω. Απ’ το διπλανό τραπέζι είχαν γυρίσει και μας χάζευαν. Είδα το γκαρσόνι να ’ρχεται προς το μέρος μας. Προσπάθησα να την ηρεμήσω. Εκείνη έψαχνε στην τσάντα της. Ακούμπησε στο τραπέζι ένα χοντρό αντρικό πορτοφόλι . Αν και παραξενεμένος, ένιωσα ήσυχος. Το γκαρσόνι –με ύφος Μάικλ Κέιν στο Μπάτμαν- είχε σταθεί διακριτικά σε απόσταση. Την άφησα. Φαίνεται πως αυτό ακριβώς περίμενε. Έκανε μισό βήμα και βούτηξε.»
«Όχι, ρε φίλε!» 

«Σάστισα. Ο Μάικλ Κέιν έκανε νοήματα σε κάποιον που δεν μπορούσα να δω καλά. Η γυναίκα απ’ το διπλανό τραπέζι με αγριοκοιτούσε. Κατάλαβα τον εαυτό μου να χαμογελά ηλίθια και, πιάνοντας το πορτοφόλι, έκανα μια αξιολύπητη προσπάθεια να δείξω ότι έχω τον έλεγχο της κατάστασης. Η Μαρίνα, στο νερό, να γελά και να χαλάει τον κόσμο. Ένας ψηλός τύπος –κάποιος υπεύθυνος του ξενοδοχείου;- συζητούσε με το γκαρσόνι. Τους είδα να κατευθύνονται προς το μέρος μου. Εν τω μεταξύ, εκείνη είχε φτάσει στη μικρή σκαλίτσα κι έβγαινε από την πισίνα, ενώ μια παρέα νεαρών την επευφημούσε. Τους έκανε νοήματα να τη μιμηθούν. Ένιωσα το ηθικό μου ν’ αναπτερώνεται. Σκέφτηκα ότι, τελικά, μπορεί να μην υπήρχε πρόβλημα. Μια μικρή, αυθόρμητη παράσταση δεν ήταν δα και τίποτα το τρομερό. Γυρνώ προς το μέρος του ψηλού, αποφασισμένος να το παίξω άνετος ζητώντας του μια πετσέτα για την κυρία, όταν η κυρία αρχίζει να τρέχει προς το μέρος μου. Πρόσεξα ότι φορούσε ακόμα τα πέδιλά της, ενώ το μουσκεμένο σαλβάρι είχε κολλήσει πάνω της αφήνοντας να διαγράφεται το δαντελένιο εσώρουχο.»
«Μαλάκα, μην τα λες τόσο ποιητικά. Καυλώνω.» 

«Έτρεχε και φώναζε –λοιπόν, μπορώ ή δεν μπορώ;- οπότε ξαφνικά σταματάει κι αρχίζει να ξεφωνίζει για το σκουλαρίκι της. Το φαντάζεσαι; Ο ψηλός είχε μείνει άναυδος. -Βρες το μου! να λέει, πέσε να μου το βρεις. –Μαρίνα, πάμε να φύγουμε, θα στο βρουν αύριο το σκουλαρίκι σου, της λέω και κάνω μηχανικά ν’ ανοίξω το πορτοφόλι, οπότε μου το αρπάζει και το εκσφενδονίζει στο νερό.»
«Έτσι.»
«-Να δω τι θα κάνεις τώρα, θα πέσεις για όχι;»
«Καλά, εσείς γράψατε ιστορία εκεί πέρα.» 

«Μην το γελάς. Απ’ την παρέα που χειροκροτούσε, είδα κάποιον με κινητό να μας τραβάει. Ευτυχώς, κάτι η απόσταση, κάτι το ημίφως, κάτι τα χοροπηδητά της Μαρίνας, δεν πρέπει να φαίνεται τίποτα. Γιατί, εννοείται, φύγαμε χωρίς να πληρώσουμε. Μας παρακάλεσαν, μάλιστα, ευγενέστατα. Μιλάμε για κατοστάρι, μες στο νερό.»
Ο Πάρης χτυπιόταν απ’ τα γέλια. «Ποιο νερό; Εκεί που ήταν το πορτοφόλι;» 

«Δεν κατάλαβες. Το πορτοφόλι ήταν άδειο. Της πλάκας, τελείως. Και το σκουλαρίκι στην τσέπη της. Τα ’χε σκηνοθετήσει όλα η πουτανίτσα. –Κάτι κέρματα έχει μέσα για το παιδί που θα κάνει τον κόπο. Απίστευτη;» 
Γέλια μέχρι δακρύων. «Ωραίο κέρασμα! Θα πω της Μαρίας να μου κάνει ένα στα… στα γενέθλιά μου… ωχ, μαλάκα… στο Χίλτον.» Του ’χε κοπεί η ανάσα. «Και τώρα;»
«Τώρα… είναι μια ώρα δύσκολη. Πάμε; Εσύ στο Μαράκι σου κι εγώ… Γάμησέ τα.»
«Τι; Ούτε τηλέφωνο; Τίποτα;»
«Δεν αντιστοιχεί σε συνδρομητή. Εξαφανίστηκε. Και δεν ξέρω ούτε το επώνυμό της. Πληρώσαμε;»
Πλήρωσαν το λογαριασμό και σηκώθηκαν. Ο ένας βαστούσε τον άλλο.
«Καλά, πόσες ήπιαμε; Μήπως το παρακάναμε λίγο;»
«Σώπα! Αφού μας πάει το πεζό-δύο, όλα καλά. Ελπίζω μόνο να κοιμάται η Μαρία.»
«Κι εγώ το ελπίζω.»
«Εσύ γιατί;»
«Γιατί, στην κατάσταση που είσαι, φοβάμαι ότι θα τα ξεράσεις όλα. Τι έπαθες;»
Ο Πάρης δεν απάντησε. Στην άκρη του δρόμου, είχε διπλωθεί και ξερνούσε.


Φωτογραφία του Αντώνης Σφαλής.
Απόσπασμα από το -υπό έκδοση- Παιχνίδι της εξαπάτησης. 
Εικόνα: Ειρήνη Κουρζάκη





19 Ιουλ 2017

barcelona

Το πήρα απόφαση λοιπόν, αυτό το θέρος δεν έχει ξάπλες και χαρές στην παραλία. Σαν ορκισμένος μαρξιστής κι ανάρχας βέρος θέλω να κάνω διακοπές στους bombarderos στην μαγεμένη, εξωτική Καταλονία.

Εκεί που όλοι τριγυρνούν με φισεκλίκια. Εκεί που τρώνε τους αστούς για μεσημέρι. Εκεί που γίνεσαι μεμιάς δεκαοχτάρης. Θα πάω να βρω ξανά της νιότης μου τα δίκια εκεί στη χώρα του Ντουρούτι και στα μέρη και ας φιλάει τον my ass ο Προβατάρης.

Γι’ αυτό παράτα Lonely, Booking και Trivagos. Τι θέλω εγώ μες στου Bordeau τον αμπελώνα; Να κάνω τι στα Fiji και στα Galapagos; Δεν με χωράει εμένα της Real ο πάγκος. Θέλω Cristina, Vicky, Messi, Barcelona.

29 Νοε 2016

απερίσκεπτα



Απερίσκεπτα
είπα να γράψω κι εγώ
ένα χάι κου 

Ν' αναμετρηθώ 
βρε ο αθεόφοβος 
με τους άξιους 

Μερικά στυλό
κι ένα δυο τετράδια 
οι απώλειες



18 Ιουν 2015

διάφανη


πώς το λέγαν εκείνο το νησί;
φορούσες ένα σκοτάδι διάφανο σαν φως της αβύσσου
σειρήνα της πλώρης ακίνητη με το βλέμμα εμπρός
στην ξηρά που σιμώνει απαλά με των γλάρων τα πείσματα

οι τόποι πώς δείχνουν αλλιώτικοι είπες το σούρουπο
δίκοπες λέξεις λεπίδες γυμνές με το πόδι μετέωρο
(τα δάχτυλά του κλειστά μικροί ψαράδες παράξενοι)
στιγμιαία μετέωρο μ' ένα ανατρίχιασμα στην υγρή επαφή
και μια αγωνία ψυχρή μες στων ματιών σου το άδυτο
έτσι καθώς αργά βυθίζεσαι μισή στο νερό
καθώς αργά βυθίζεσαι στη σιωπή και στου χρόνου τον όλεθρο

κι εγώ, ποιος μές στο διάφανο σύθαμπο ήμουν εγώ
με τα μαύρα πανιά και τα μάινα ποιος ήμουν
καθώς την πλάτη γυρνάς και τι χρώμα έχουν οι στάχτες στα μάτια σου
το βουβό μέσα παράπονο η πληγή σου τι χρώμα
καθώς στρέφεις και φεύγεις όλη ένα χρώμα δεν ήμουν εγώ
πολεμιστής δεινός χρισμένος ανόητος δεν ήμουν
με των γεμάτων ιστίων μου την άγρια βιασύνη
μ' ένα νήμα στα χέρια δεν ήμουν κοριτσίστικα όνειρα
εγώ στην πλώρη κοιτώντας εμπρός πάντα εμπρός στο τρεμάμενο σούρουπο
στη σιωπή να μακραίνεις ξανά και στου χρόνου τον όλεθρο


καθώς φεύγεις κι απλώνεις

κι όλη διάφανο γίνεσαι σύθαμπο



η εικόνα από σχέδιο του Παναγιώτη Βασιλάκου

19 Απρ 2015

ο τρελός σώζει την βασίλισσα



Είμαι ένα τέρας. Ένα ελεεινό τέρας που πρόδωσε όσους τον εμπιστεύτηκαν -το βασιλιά, τους συμπολεμιστές του, τους όρκους του. Εγώ, ο επικεφαλής της επίλεκτης ανακτορικής φρουράς, ο ήρωας της μεγάλης διαγωνίου που μέχρι χτες όλο το στράτευμα έπινε στ' όνομά του νερό κι από σήμερα φτύνει.. Που ήμουν έτοιμος να πέσω στο πεδίο της μάχης για την τιμή της παράταξής μου.. ποια μάγια μ' οδήγησαν εδώ, στις εσχατιές του βασιλείου, στο πικρό ανάθεμα;

Μέσα στη νύχτα ήρθε το μαύρο μαντάτο της καταδίκης σου κι ως το ξημέρωμα οργιάζαν τα διαβιβαστικά και οι φαντασίες. Ύστερα, η άκρως απόρρητη επιβεβαίωση της επικείμενης ανταλλαγής σου με τη λευκή μέγαιρα. Για το συμφέρον, λέει, της παράταξης, ένα μικρό τακτικό πλεονέκτημα, την -ίσως και υπό προϋποθέσεις- πολυπόθητη νίκη. Ποια νίκη; Τι αξία έχει μια τέτοια νίκη; Τι νόημα θα είχε η κυριαρχία σ' έναν κόσμο γεμάτο άθλιους λεγεωνάριους, που η ανάσα τους μαρτυρά νοθευμένο ρακί και τα βρωμερά βρακιά τους απλησιά κι ονειρώξεις;


Τρελός, με μάτι θολό κι αποκοτιά περίσσια έσπασα τις εχθρικές γραμμές, εκεί, στην άκρη της πτέρυγας που μ' είχαν οδηγήσει τα λάθη του άξιου επιτελείου μας. Διέσχισα βουνά και πεδιάδες στρωμένες κουφάρια, νηστικός, ξέπνοος, μ' έναν καημό, να προλάβω. (Να προλάβω τι και πώς, αν με ρωτούσες δεν ήξερα. Μονάχα τα μάτια σου. Μ' αυτό το βλέμμα, το γεμάτο θαυμασμό κι ευγνωμοσύνη τότε που μπήκα μπροστά σε κείνον τον ιππότη, τη μια φορά που ειδωθήκαμε. Μέρες και νύχτες να με ζεσταίνει η λάμψη του κι η μουσική της φωνής που άκουγα κρυμμένος κάτω απ' τα παραθύρια σου κι έλεγα πως τραγουδά μόνο για μένα.)Έβαλα σπιούνους, λάδωσα φτωχούς πεζικάριους, λούφαξα σε στοές του πύργου σου δύσοσμες και διαδρόμους, προσμένοντας τη στιγμή. Κι εκεί, στο παραένα, την ύστατη τη σκοτεινή σου ώρα, προδομένη από τύρρανο ανάξιο και από φίλους και δικούς παρατημένη, έχοντας αποδεχτεί την άχαρη μοίρα σου σ' ένα παιχνίδι εξουσίας που δεν σ' αφορά, σένα που ήσουνα πλασμένη για τις χαρές του έρωτα κι έγινες πολεμίστρια δεινή με το μαστό κομμένο, σε βρήκα. Σα δαίμονας βγήκα μπροστά σου, άσκημος και ζωώδης, στ' άδυτα μέσα των αδύτων, την κάμαρή σου, μανιασμένος για επιβίωση. Σε πήρα στα χέρια μου. Πάλεψες κι αντιστάθηκες, εκλιπαρώντας να σ' αφήσω μ' αξιοπρέπεια ηρωίδας να πέσεις, θυσία στο βωμό της τιμής και της δόξας του αφεντός σου. Δεν σ' άφησα. Με τ' αυτιά μου κλειστά και με τα μπράτσα κλειδωμένα στο μισόγυμνο κορμί, σα ντροπιασμένη παλλακίδα σ' έσυρα λιπόθυμη.

Και τώρα σ' έχω εδώ, κυρά, στα τρύπια χέρια μου. Σ' αυτών των δίσεχτων καιρών την καταιγίδα, ένα χωριατόπαιδο π' ονειρεύτηκε δόξες και τιμές κι ήρθε η ζωή και του απόθεσε εκεί δα μία βασίλισσα. Τα δάκρυά μου σου μουσκεύουνε τα χείλη - σκιάζομαι μην ξυπνήσεις και με δεις τον ατρόμητο να κλαίω πάνω σου γονατιστός σαν παιδαρέλι.

Αν με περιφρονήσεις, αν με σιχαθείς, είμαι χαμένος.





Πρωτοδημοσιευμένο το 2008 -η εικόνα, αλιευμένη στο διαδίκτυο χωρίς γνώση άλλων στοιχείων