24 Μαρ 2009

ρέντα

Ξανά στο ίδιο το παιχνίδι κολλημένος
Ζητάω φύλλο κι ας μην ξέρω ποιος μοιράζει
Παίξε τα ρέστα σου ρε μάγκα, δεν πειράζει
Έτσι κι αλλιώς, απ' την αρχή ήσουν ξοφλημένος

Κι εσύ, θεά! Στα κόκκινα ντυμένη σαύρα
Την τελευταία σου θυμάμαι την κουβέντα
Καθώς ανοίγεις τα χαρτιά σου, όλα μαύρα
"Πες πως ποντάρισες για πλάκα κι είχες ρέντα"

Μα εμένα αρρώστια μου το μόνο που με νοιάζει
Αυτό το γέλιο μες στα μάτια σου που παίζει
με τη φιγούρα που 'χει μείνει στο τραπέζι
Ειν' ο βαλές σου και νομίζω πως μου μοιάζει



η εικόνα από εδώ

18 Μαρ 2009

σημαίνουσα γραμματική


μια μέρα το χρόνο
μιλά στον εαυτό του σε τρίτο πρόσωπο
τη μοναξιά τη γενική επικαλούμενος την απόλυτο
αμεριμνησία
κάθε ανώμαλο τύπο κάθε απρόσεκτο ολίσθημα ανασυντάσσοντας
της λογικής
κάθε αναγραμματισμό αποποιούμενος
της οδύνης

εκεί
το είδωλό του αίφνης αντισφαιρίζοντας
ανεβαίνει επιθετικά στον καθρέφτη
κι απ' τη μικρή τη χαραμάδα ακτινίζεται
σ' έναν κόσμο αμφίπλευρα φωτισμένο
όμως ποιος
με συνδέσμους κρυφούς και προθέσεις
αγνές προσεγγίζει φαντάσματα;
με φωνή παθητική ποιος τολμά
ν' απαγγέλει ονόματα
τα πρόσωπα όλα διά μιας παραθέτοντας
του ενικού του;




Francis Piccabia, I see again in memory my dear Udnie (1914)

14 Μαρ 2009

ένα όνειρο


Κάποιος μου το ‘πε για τον πόθο
Θεριό ανήμερο
Στης σάρκας τη χαρά δεν ξεδιψαίνει
Σαν τη φωτιά που απ’ τη φωτιά αφανίζεται,
βαθιά στον πόνο διέξοδο γυρεύει.

Έτσι κι εγώ,
στου πάθους πάνω την παραφορά ονειρεύτηκα
Το χέρι σου που κράταε το μαχαίρι
για χάρη μου.
Όχι για να μου φέρει λύτρωση
Το χλιαρό, τον εύκολο τον πόνο του θανάτου
όχι
Του χωρισμού την κόλαση ονειρεύτηκα
και ζωντανός να καίγομαι
Για χάρη σου…



πρωτοδημοσιευμένο στη σκακιέρα
η εικόνα από το flickr

7 Μαρ 2009

φεγγάρια



που λες τυχαίνει τ' αστροφώτιστα τα βράδια
του Ιουλίου εκεί που κάθομαι στου Στράτου
(για να ξεφύγω λίγην ώρα απ' τα τετράδια)

να νιώσω πάνω μου το φως του να προβάλλει
κάποιο φεγγάρι που περνά με τη σειρά του...
ξέρω πως φτάνει να σηκώσω το κεφάλι

για να το δω -τα πλευρικά του τα φανάρια
πλάι με τ' άλλα καθώς έρχεται να δέσει
στις αποβάθρες που σκαλώνουν τα φεγγάρια

και λέω τι όμορφες κι αδέξιες σαν φαντάροι
στην πρώτη έξοδο οι ζωές που ψάχνουν θέση
σπρώχνοντας κάποτε το Βέγα ή τον Αντάρη

μ' ένα κρασί όπως εγώ ή με μια μπύρα
μ' ένα τσιγάρο ένα φιλί ή κάποιο αστείο
και της ζεστής ζωές ανάσας τους την πύρα

τ' αύριο ξορκίζοντας παρέες ή ζευγάρια
μα πάντα μόνες τους την ώρα του αντίο
ζωές κατάφωτες σαν πλοία και σαν φεγγάρια




στο Στράτο, για το μεράκι του

3 Μαρ 2009

το τραγούδι της πέτρας


ζωγράφισέ μου το Θεό σε μι΄ άσπρη πέτρα
και στο ταβάνι λίγες πήχες ουρανό
φωτιά ν΄ αρπάξω να νικήσω το κενό
να ισορροπήσω δυο σταθμά στα δυο σου μέτρα

δώσε μου μάτια να γεμίσω την ψυχή μου
λάμιες εικόνες από κόσμους φωτεινούς
μιας άλλης Άνοιξης που δεν τη φέρνει ο νους
μα στο ξυράφι της μετράει την αντοχή μου

ξανθοί γυαλοί χαμένοι μέσα στ΄ αρμυρίκια
αμπέλια ξέφραγα το χέρσο της κορμί
με το τριφύλι μες στην κάθε του σχισμή
γυμνό που στόλισε της Νάξου τα χαλίκια

το μαύρο θα σε κυνηγάει της Σαντορίνης
όσο κι αν πας να το ξορκίσεις στο χαρτί
της Σέριφός σου της παλιάς το βιολετί
φαρμάκι γίνεται τις νύχτες και το πίνεις

κάμποι τα στάχυα τους χαλί κι όλο πηγάδια
με τους βαλτότοπους να κρύβονται οι ξωθιές
κορμιά που σμίγουν πίσω απ’ τις ξερολιθιές
τυφλοί του χρόνου που φωτίζουν τα σκοτάδια

ρίξε Σαπφώ, χρυσή βροχή τα ωραία μαλλιά σου
τα στήθη κάλυψε με ξαφνικήν αιδώ
στη Λέσβο σ΄ έχασα και σ΄ ήβρα πάλι εδώ
στα καταπράσινα να κρύβεσαι της Θάσου

στα Τέμπη ο Πάνας κυνηγάει την Αταλάντη
στην Αρκαδία τις Νύμφες καίει ο πυρετός
ψηλά απ΄ το Πήλιο της Θεσσαλικής νυκτός
στέλνει σινιάλο ο Χείρων του Παπαδιαμάντη

όπου κι αν πήγες σε πληγώσαν και στις Πλάτρες
τ΄ αηδόνια δε σ΄ αφήσανε να κοιμηθείς
τ΄ αμάλθειο κέρας σου πια πάψε να ποθείς
σκάψαν στοές στον Ψηλορείτη οι στρατολάτρες

προβιά φορείς μα νύχτα αφήνεις τη Νεμέα
στον Άθω μπλέκεσαι με τους προσκυνητές
πρωί στ’ Ανάπλι κι ανοιχτά από τις ακτές
υψώνεις στο άλμπουρο τη μαύρη σου σημαία

φυλές βαρβάρων συρφετός και τ΄ Αργοστόλι
χαμένο μέσα σε μι΄ αλλόκοτη βοή
κυνηγημένος του Λαέρτη ένα πρωί
έριξ΄ ο γιος εδώ στερνό αραξοβόλι

εάλλω η Πόλις ο τροχός έχει γυρίσει
καμπάνες πένθιμες σκεπάζουν το Μυστρά
χωρίς σανδάλια η Αφροδίτη και γλυστρά
κυρά στη Μήλο πέφτει εταίρα στο Παρίσι

τώρα σαν άδικη κατάρα μου φωνάζεις
στ΄ Αλβανοχώρια της Ηπείρου που γυρνάς
στη Σαλονίκη και στον Πόντο με γεννάς
μα στην Αυλίδα όπως παλιά με θυσιάζεις

νερά του Ευρίπου και καημοί που ξεχειλάτε
τσι Κρήτης μέθυσέ με απόψε τσικουδιά
παίχτε λυράρηδες κι εσείς μωρέ παιδιά
χάρισμα πόχετε το Χάρο να γελάτε

ζωγράφισέ μου το Θεό σε μι άσπρη πέτρα
δώσε μου βέλος και καρδιά να ματωθώ
στου τραγουδιού τη γλύκα ν΄ αποκοιμηθώ
να ονειρευτώ μια κόρη αστόλιστη πλανεύτρα



Σεπτέμβριος 1990
πρωτοδημοσιεύτηκε στη σκακιέρα στις 2/12/07
η εικόνα από έργο του Φώτη Πεχλιβανίδη


1 Μαρ 2009

με το χ επί θέσεως


Χωρίς καμιά αμφιβολία παρών
Των ημετέρων δεινών συμμετέχων
Ενθρονισμένος καταμεσής του γαλάζιου σαβάνου
Θεοποιών το σύννεφο
Αλλαζών αλλαλάζων
Μετρών τις ώρες αντίστροφα
Χορεύων έναν εξουθενωτικά πρωτόγονο χορό
επί των λευκών μαστών της αφύπνισης
Μυημένος στα θαυμαστά και στ' απόκρυφα
Με του αυνανιζομένου εφήβου την έξαψη
Ή την του νηπίου απροσδόκητο σύγχυση
Του ψηλαφίζοντος σύμπαν δεινών ηδονών
υπό το ράσο αειπαρθένου καλογραίας

Έρως μοχθών. Χαρά -όχι κατάρα




Caravaggio, amor vincit omnia