Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πεζά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πεζά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

8 Απρ 2009

τρεις φωνές


μπάσο

Ποια μοίρα μας ένωσε; Ποια ξόρκια αγάπης (που ύφανες; που ύφανα;) σ' έδεσαν πάνω μου τόσο σφιχτά; Κι έτσι δεμένοι, τα κύματα καβαλάμε σε μια σχεδία της συμφοράς, δίχως κουπί, δίχως ιστίο, δίχως ορίζοντα;
Σκεπάζεις τα μάτια μου με το χέρι σου. Πώς αγαπώ αυτό το παιχνίδι! Κάθε φορά που το τραβάς έχεις άλλο πρόσωπο. Όμως είσαι πάντα εσύ, απαράλλαχτη.
Είμαι όργανο στα χέρια σου. Με χορδίζεις, κάθε φορά και άλλο χόρδισμα, πότε λαούτο, πότε κιθάρα, πότε βιολί, όλο μου ελαττώνεις τις χορδές... Στο τέλος αφήνεις μόνο μία, με λες μονόχορδο, με λες ανδρόφωνο και γελάς, γιατί γελάς; Όλα τα όργανα είναι θηλυκά ή ουδέτερα μου λες, όμως κάνεις λάθος -ο ταμπουράς είναι αρσενικός (-Χα, χα! ο ταμπουράς! Ανατολίτη μου!)
Ποια μοίρα μας έδεσε, ποια χρόνια, αιώνες του μίσους και της αγάπης, σημάδια λευκά στις όχθες των μαλλιών σου;
-Αγάπη μου!
-Εχθρέ μου!
Χρόνια σαν θύελλες και χρόνια σαν σύννεφα, χρόνια σαν έλατα με ρίζες βαθιές και χρόνια σαν κύματα που συντρίβουν, εγώ κι εσύ, εσύ κι εγώ, στην ίδια σχεδία...
-Είσαι πάντα εκεί;
-Είμαι πάντα εδώ!
-Κιθάρα μου!
-Ταμπουρά μου!


τενόρο

Κάθε νύχτα κατεβάζουν τα μάτια μου σκόνη. Διαβαίνουν αιώνες-οδοστρωτήρες, αλλάζουν τα σχήματα των καιρών. Μ' αγαπάς;
Ήμουν ό,τι θα υπάρξω, με πήρες μαζί σου, δεν μου άξιζες, μ' αγαπάς; Εγώ μοναχός, εγώ ο τρελός, ο από τους θεούς καταραμένος, εγώ, ο μόνος υπαίτιος. Την άβυσσο σ' έντυσα και στο χαμό και στην ταπείνωση σ' έσυρα, ξεγλιστρούσες, μια στιγμή δεν σε κράτησα, μ' αγαπάς; Ανασαίνοντας φως, συλλαβίζοντας άστρα, γυναίκα σε πόθησα, σε πήρα, σε σμίλεψα, στου βράχου το χι και το όμικρον μέσα σε κλείδωσα. Φώναζες μη, αντιστέκοσουν κι ως το πρωί του κορμιού σου την έχθρα μου χάριζες που τη βάφτιζα έκσταση. Κι εγώ μαινόμενος, εγώ ανίκητος, εγώ σα σκλάβα σε ντρόπιαζα και σε τάφο βαθύ μες στην έρημο απάνω σου γκρέμισα τις πυραμίδες. M' αγαπάς; -Δυστυχισμένε. -Που με καμάκι ορθό σα φτερό καρχαρία, γοργόνα σε μέρωσα. Και στου χρόνου τη φτέρνα, Αμαζόνα ξανά, σε γονάτισα. Τη ράβδο και τον πέλεκυ επισείοντάς σου και τη βαλλίστρα. Να με γεννάς και να μου δίνεσαι. Με σφιγμένες γροθιές, εγώ, για ποιον σπέρνω, για ποιον θερίζω, για ποιον το αίμα μου στάζω στα μνήματα; Τους εφιάλτες μου θηρεύω, τους βαφτίζω τροφή που αποθέτω στα πόδια σου, μ' αγαπάς; -Ξιπασμένε. -Μες στα μάτια σου αυτά τα πελώρια, τι κρατάς φυλαγμένο για την ύστατη ώρα μου; Πάντα εκεί, στου βωμού τη ματωμένη σιγή σε γυρόφερνα. Και την άκρια του φορέματός σου κρατώντας ψηλά, με το χρωστήρα του πόθου μου θεά σε ζωγράφισα. Κι ήρθαν όλα και χάθηκαν σε μια στιγμή, αιώνες σκοτεινοί, αιώνες δισύλλαβοι μες στην πυρά και μες στον όλεθρο, μ' αγαπάς;

Και μια ηχώ, σαν πληγή αιωρούμενη. Μ' αγαπάς;


σοπράνο

Ποια μοίρα μας ένωσε; Ποια ξόρκια αγάπης (που ύφανα; που ύφανες;) σ' έδεσαν πάνω μου τόσο σφιχτά; Μπερδεμένοι με τόσα σεντόνια, μαύρη νύχτα, σ' ένα κρεββάτι της συμφοράς;
Σκεπάζεις τα στήθη μου με τα χέρια σου, πώς μ' αρέσει αυτό το παιχνίδι! Που κάθε φορά που τα τραβάς έχεις κι άλλο πρόσωπο! Όμως είσαι πάντα εσύ, απαράλλαχτος.
Είμαι δοχείο στα χέρια σου. Με πλάθεις. Πότε μακρόστενη φιάλη, πότε αιχμηρό αμφορέα, πότε ολοστρόγγυλο βάζο. Κι όλο έρχεσαι μέσα μου, να σε κρατήσω, να σε φυλάξω, να γεμίσω από σένα. Να σε γεννώ και να σου δίνομαι...
-Ρομέο μου!
-Ιουλιέττα μου!
(Νύχτα, να μην ξημέρωνες!)
-Οδυσσέα μου!
-Πηνελόπη μου!
-Σ' αγαπώ και θέλω να το φωνάξω!
-Σ' αγαπώ και θέλω να το γιορτάσω!
-Τριστάνε μου!
-Μάγισσα Φούρκα μου!
-Απαίσιεε...
-Ομορφιά μου...
-Δεν είμαι Φούρκα, είμαι η Ιζόλδη! Ιζόλδη, Ιζόλδη, Ιζόλδη!
-Εντάξει, είσαι η Ιζόλδη.
-Κουασιμόδο μου!
-Εσμεράλδα μου!
-Ναπολέον μου!
-Ιωσηφίνα μου!

-Κιχώτη μου!
-Δουλτσινέα μου!

-Ήλιε μου!
-Αυγούλα μου!

-............
-...........

Ξημερώνει.





το μέρος του τενόρου, πρωτοδημοσιευμένο στη σκακιέρα με τίτλο μ' αγαπάς;

23 Νοε 2008

ο τρελός σώζει τη βασίλισσα




Είμαι ένα τέρας. Ένα ελεεινό τέρας που πρόδωσε όσους τον εμπιστεύτηκαν -το βασιλιά του, τους συμπολεμιστές του, τους όρκους του. Εγώ, ο επικεφαλής της επίλεκτης ανακτορικής φρουράς, ο ήρωας της μεγάλης διαγωνίου που μέχρι χτες όλο το στράτευμα έπινε στ' όνομά του νερό κι από σήμερα φτύνει.. Που ήμουν έτοιμος να πέσω στο πεδίο της μάχης για την τιμή της παράταξής μου.. ποια μάγια μ' οδήγησαν εδώ, στις εσχατιές του βασιλείου, στο πικρό ανάθεμα;

Μέσα στη νύχτα ήρθε το μαύρο μαντάτο της καταδίκης σου κι ως το ξημέρωμα οργιάζανε τα διαβιβαστικά και οι φαντασίες. Ύστερα, η άκρως απόρρητη επιβεβαίωση της επικείμενης ανταλλαγής σου με τη λευκή μέγαιρα. Για το συμφέρον, λέει, της παράταξης, ένα μικρό τακτικό πλεονέκτημα, την -ίσως και υπό προϋποθέσεις- πολυπόθητη νίκη. Ποια νίκη; Τι αξία έχει μια τέτοια νίκη; Τι νόημα θα είχε η κυριαρχία σ' έναν κόσμο γεμάτο άθλιους λεγεωνάριους, που η ανάσα τους μαρτυρά νοθευμένο ρακί και τα βρωμερά βρακιά τους απλησιά κι ονειρώξεις;

Τρελός, με μάτι θολό κι αποκοτιά περίσσια έσπασα τις εχθρικές γραμμές, εκεί, στην άκρη της πτέρυγας που μ' είχανε οδηγήσει τα λάθη του άξιου επιτελείου μας. Διέσχισα βουνά και πεδιάδες στρωμένες κουφάρια, νηστικός, ξέπνοος, μ' έναν καημό, να προλάβω. Να προλάβω τι και πώς, αν με ρωτούσες δεν ήξερα -μονάχα τα μάτια σου. Μ' αυτό το βλέμμα.. το γεμάτο θαυμασμό κι ευγνωμοσύνη, τότε που μπήκα μπροστά σε κείνον τον ιππότη, τη μια φορά που ειδωθήκαμε. Μέρες και νύχτες να με ζεσταίνει η λάμψη του και η φωνή που άκουγα κρυμμένος κάτω απ' τα παραθύρια σου κι έλεγα πως τραγουδά μόνο για μένα.

Έβαλα σπιούνους, λάδωσα φτωχούς πεζικάριους, λούφαξα σε στοές του πύργου σου δυσοίωνες και διαδρόμους, προσμένοντας την κατάλληλη στιγμή. Κι εκεί, στο παραένα, την ύστατη τη σκοτεινή σου ώρα, προδομένη από τύρρανο ανάξιο και από φίλους και δικούς παρατημένη, έχοντας αποδεχτεί την άχαρη μοίρα σου σ' ένα παιχνίδι εξουσίας που δεν σε αφορά, εσένα που ' σουνα πλασμένη για τις χαρές του έρωτα κι έγινες πολεμίστρια δεινή με το μαστό κομμένο, σε βρήκα. Σα δαίμονας βγήκα μπροστά σου, άσκημος και ζωώδης, στ' άδυτα μέσα των αδύτων, την κάμαρή σου, μανιασμένος για επιβίωση. Σε πήρα στα χέρια μου. Πάλεψες κι αντιστάθηκες, εκλιπαρώντας να σ' αφήσω μ' αξιοπρέπεια ηρωίδας να πέσεις, θυσία στο βωμό της τιμής και της δόξας του αφεντός σου. Δεν σ' άφησα. Με τ' αυτιά κλειστά και με τα μπράτσα κλειδωμένα στο μισόγυμνο κορμί, σα ντροπιασμένη παλλακίδα σ' έσυρα λιπόθυμη.

Και τώρα σ' έχω εδώ, κυρά, στα τρύπια χέρια μου. Σ' αυτών των δίσεχτων καιρών την καταιγίδα, ένα χωριατόπαιδο π' ονειρεύτηκε δόξες και τιμές κι ήρθε η ζωή και του απόθεσε εκεί δα μία βασίλισσα. Τα δάκρυά μου σου μουσκεύουνε τα χείλη - σκιάζομαι μην ξυπνήσεις και με δεις τον ατρόμητο να κλαίω πάνω σου γονατιστός σαν παιδαρέλι.

Αν με περιφρονήσεις, αν με σιχαθείς, είμαι χαμένος.




η εικόνα, αλιευμένη στο διαδίκτυο χωρίς γνώση άλλων στοιχείων

22 Νοε 2008

έξι έβδομα


Δευτέρα

Στην αγορά, ανάμεσα στους πάγκους των μικροπωλητών, κοντά στην κοκκινομάλλα με τα πρησμένα μάτια και τα βότανα. Έχει έναν αδερφό με καρκίνο. Ο άντρας της την παράτησε για μια πρώην στριπτιζού. Αυτός με τους ξηρούς καρπούς την κοιτάζει πρόστυχα. Θα με δεις. Θα με ξεχωρίσεις εύκολα πάνω στα ξυλοπόδαρα. Όταν φτάσεις δίπλα μου, θα κάνω μια υπόκλιση. Δραματική υπόκλιση, πάνω σε καβουρντισμένα αμύγδαλα και σταφίδες.

Τρίτη

Στη Βασιλίσσης Σοφίας, στα λουλουδάδικα. Καθώς θα περνά η φρουρά των οκτώ. Θα με γνωρίσεις απ' το άσπρο πουκάμισο και τη γραβάτα. Φορώ τη γραβάτα κι ανεμίζω το πουκάμισο. Οι περαστικοί κάνουν ότι δεν με βλέπουν. Ένα κοριτσάκι τραβά το μανίκι της μαμάς της και με δείχνει. Απ' το χαστούκι που τρώει θα καταπιεί τον τελευταίο της νεογιλό.

Τετάρτη

Στο μετρό, γραμμή αεροδρομίου. Πλυμένος και ξυρισμένος. Θα φορώ ένα κόκκινο εσώρουχο. Θα τραγουδάω το besame mucho κρεμασμένος ανάποδα στη μπάρα των χειρολαβών. Μια υπάλληλος της ασφάλειας προσπαθεί να με κατεβάσει. Κάθε δεύτερη Τετάρτη αυνανίζεται κρυφά απ' τον άντρα της βλέποντας παλιές βιντεοταινίες. Η στύση μου, κάτω απ' το εσώρουχο, είναι στο ύψος του προσώπου της.

Πέμπτη

Στο γήπεδο, στη θύρα εννιά. Δίπλα στο χοντρό με τα τατουάζ. Θ' ανεμίζω μια σημαία κατάλευκη. Ο χοντρός θα κοιτάζει καχύποπτα. Ζει μόνος με το γέρο πατέρα του. Όλη μέρα τσακώνονται. Τον ανέχεται μόνο για χάρη της σύνταξης. Της σύνταξης του γέρου, όχι τη δική του. Αυτός δεν θα πάρει ποτέ.

Παρασκευή

Στο κατάστρωμα του Παναγιά Χοζοβιώτισσα, πλέοντας για Σίφνο. Θα κρατώ την αλυσίδα του σκύλου. Ο σκύλος θα βρίσκεται εκατό μίλια μακριά τρώγοντας μια ληγμένη κονσέρβα. Ο καπετάνιος καπνίζει ένα στριφτό τσιμπούκι. Σκέφτεται τη μουσουλμάνα που ομορφαίνει το κρεβάτι του και του φροντίζει το σπίτι. Μόλις γυρίσει θα της κάνει πρόταση γάμου.

Σάββατο

Στον Άη Σώστη, στο πεζοδρόμιο. Με στέγη τ' αστέρια. Θα βάλεις τα παγωμένα χεράκια σου στο στέρνο μου να τα ζεστάνω. Η ανάσα μου θα βρωμά φτηνό αλκοόλ. Θα πιεις την τελευταία γουλιά, ύστερα θα γλείφεις τα χείλια μου διψασμένη. Μια γυναίκα μέσα σ' ένα πολυτελές κάμπριο δίπλα σ' έναν τύπο με πούρο. Μας κοιτάζει. Στα μάτια της αστράφτει η ζήλια. Θα σε σκεπάσω με κάτι βρώμικο και θα μου πεις κάτι εξίσου.



Νίκου Εγγονόπουλου, ο τοξότης

16 Νοε 2008

τρεις πράξεις


πράξη πρώτη




χεις ένα μελαγχολικό πρόσωπο. –Βαμμένη; Άβαφη, χωρίς στολίδι κανένα. Μόνο σου φτιασίδι το σούρουπο. –Κι εσύ; Ναυαγισμένος στο φως, νεογέννητος. Με την αθωότητα των δεκαπέντε μου χρόνων, κοιτάζω το γυμνό στήθος σου μαγεμένος. –Μ’ αγαπάς; Να πεθάνω για χάρη σου. Για το μικρό φτερούγισμα της ανάσας σου. Για τη λαχτάρα που σπαρταρά στο κορμί σου, που είναι δικό μου κορμί. –Τι μου κάνεις; Σ’ αγγίζω. –Πού; Παντού. Μαθαίνω γεωγραφία κι ιστορία, ανάγνωση και γραφή. Μαθαίνω να λάμπω. Είμαι μεθυσμένος και λάμπω. Μαθαίνω να μην ξεδιψαίνω. Σαρώνω στα χείλη μου το λαιμό σου, χώνω τη μύτη μου στα τρυφερά απόκρυφα της μασχάλης σου, δεν ξέρω ούτε ποιος είμαι ούτε τι ζητώ, εδώ, στη μέση του πουθενά, στην άξενη έρημο, πού τη βρήκες τόση υγρασία κι έγινες όαση; -Λόγια! Εγώ τι κάνω; Μ’ αγγίζεις και χάνομαι, τυλίγεσαι γύρω μου και γίνομαι ένα ελάχιστο μόριο του κορμιού σου, τραυλίζω και γελάς, με βλέπεις να προσεύχομαι και δακρύζεις.. –Ύστερα; Ύστερα τίποτα, φωνές.. Μια πόρτα που χτυπά με δύναμη. Τα χρώματα.. -Τι τα χρώματα; Σβήνουν.





πράξη δεύτερη



ισαι πάντα εκεί. Όταν σβήνω το φως εμφανίζεσαι. Γιατί μόνο τότε; Τι ζητάς; Δε μιλάς ποτέ, μόνο γδύνεσαι. Άλλοτε, ούτε κι αυτό. Ανοίγεις τα πόδια, σκύβεις, υπακούς αδιαμαρτύρητα στις επιθυμίες μου, σα μαριονέτα που της κινώ τα νήματα. Τα δικά μου τα νήματα ποιος τα κινεί; Αλλάζεις προσωπεία, παίζεις το ρόλο σου και φεύγεις. Θέλω να έρχεσαι. Φυσικά και θέλω. Κάποιες φορές, βέβαια, όταν σε βλέπω έτσι, σκυμμένη πάνω μου ή γονατισμένη μπροστά μου, ακούραστη να ικανοποιείς τις πιο ετερόκλιτες ορέξεις μου, αναρωτιέμαι αν υπάρχεις. Γιατί φοράς αυτές τις μάσκες; Τι τις χρειάζεσαι; Γιατί δε μιλάς ποτέ; Με κούρασε αυτός ο μονόλογος. Θέλω να τελειώσω εδώ. Δος μου αυτό το χορό και φύγε.



πράξη τρίτη




αθισμένη στο ημίφως. Με μια τουλίπα κόκκινο κρασί κι αυτό το υποκριτικά μπλαζέ ύφος που με τρελαίνει. Φοράς ένα κοντό διάτρητο, σαν τη στοιβάδα του όζοντος και με κοιτάς σαν τη Θηρεσία της Άβιλα πριν ασπαστεί το μοναχισμό. Έλξις μαγνήτου - πώς μιλάν στους αγγέλους;
-Αρκετά ως εδώ! Κύριε, νομίζω πως δεν γνωριζόμαστε, κατά συνέπεια μην περιμένετε να σας προτείνω να καθίσετε. Πείτε μου τι θέλετε, οι σιωπηλοί άντρες με κουράζουν. Επισήμως. Ανεπισήμως, απεχθάνομαι τους χυδαίους και τους κοινότοπους. Φροντίστε λοιπόν να είστε πρωτότυπος και ειλικρινής. Σιχαίνομαι την επίδειξη χιούμορ, τα κομπλιμέντα και τις αβρότητες. Σύντομα παρακαλώ, ο χρόνος πιέζει! ..Τι με κοιτάζετε έτσι; Μιλήστε επιτέλους, μιλήστε ή φύγετε!
-Δεν έχω ωραία λόγια στη φαρέτρα, ιέρεια.. τα ξόδεψα κυνηγώντας αντικατοπτρισμούς. Μόνο την απέραντη λαγνεία που μου εμπνέεις και την ανάγκη βαθύτερα να σε γνωρίσω. Παρόλο που φοβάμαι, πεζή μην την παρεξηγήσεις, σου λέω πως απ’ όλες τις σκέψεις κι απ’ όλες τις ανάγκες μέσα μου, κείνη που πρώτη και πάνω απ’ όλες είναι «εγώ», τούτη ακριβώς η ασίγαστη είναι επιθυμία μου να σε γαμήσω..
-Ω..
-Πρωτοτύπησα;
-Καθόλου.
-Πάντως, προσπάθησα..
-Γιατί κάθισες;
-Γιατί δεν με έδιωξες;
-Γιατί.. γιατί χρόνια περίμενα να μου μιλήσεις έτσι.
-Δεν σε πρόσβαλα;
-Πολλές φορές. Όχι απόψε.
-Μπορώ, λοιπόν, να καθίσω;
-Αυτό θέλεις; Να καθίσεις; Νόμιζα..
-Αυτό θέλω. Για την ώρα.. Τούτη τη στιγμή..

οι βινιέττες του Milo Manara

11 Σεπ 2008

παράδεισος



Είμασταν όλοι ποιητές με τον τρόπο μας. Αγαπούσαμε τις λέξεις. Μας άρεσε να τις τραγουδάμε, μας άρεσε να τους βρίσκουμε καινούργια νοήματα. Μας άρεσε και να τις παντρεύουμε, να σμίγουμε τα νοήματά τους, έτσι που η μία να καταλήγει να σημαίνει την άλλη.

Εργαζόμασταν (φροντίζαμε) όλοι μαζί, απ' το πρωί (βράδυ) ως το βράδυ (πρωί), γιατί το κάθε τι που κάναμε (αγαπούσαμε), εργασία (φροντίδα) το λέγαμε (τραγουδούσαμε). Και τα κορίτσια (αγόρια) μας παρενοχλούσαν (χαμογελούσαν) συνεχώς, λέγοντας (τραγουδώντας) "κάνε μου μήνυση (έρωτα)- κάνε μου μήνυση".

Είχαμε και μουσείο με γλωσσικά απολιθώματα. Αιδώς, αιδοίον, μοιχαλίς.

Τα μουνάκια τα τραγουδούσαμε με τ' όνομά τους, περισσότερο όμως προτιμούσαμε να παίζουμε μαζί τους, χαϊδεύοντας, γλύφοντας ή σπρώχνοντας μέσα το μέρος του σώματός μας που τα κορίτσια τρελαίνονταν να τραγουδάνε "καυλί". Το "κέρατο", πάλι, είχε μία σημασία. Μας θύμιζε τις κατσίκες που τρέφανε τα παιδιά μας και παίζανε λεύτερες μαζί τους, καθώς τρέχανε, παλεύανε και διασκεδάζανε όλα μαζί και τα γέλια τους φτιάχνανε γύρω μας ένα ατέλειωτο, πολύχρωμο παζλ.





εικόνα: Salvador Dali, Divine Comedy, EcstasySM, Paradiso_canto15

10 Σεπ 2008

καθαρτήριο


-Στην αρχή, βέβαια, υπήρξε μια περίοδος προσαρμογής στη «μοίρα εισόδου» για τους νεοεισελθόντες, τα «νεούλια». Εκεί -και μόνο- υπήρχαν ακόμα ταξικοί και φυλετικοί διαχωρισμοί, καθώς και χωριστά λουτρά για τους άντρες και τις γυναίκες. Εκεί γινόταν μια πρώτη εκτίμηση για την κατάσταση των ασθενών, το χρόνο και τις απαιτούμενες βαθμίδες αποκατάστασης. Υπήρχαν εκείνοι, όπως η αφεντιά μου, που συνεργάζονταν ολόψυχα και με ενθουσιασμό σ’ αυτήν την –τρόπον τινά- αποτοξίνωση και υπήρχαν άλλοι οι οποίοι απαιτούσαν μια κοπιώδη διαδικασία με καθημερινή ψυχολογική στήριξη, γεμάτη κρίσεις πανικού και πισωγυρίσματα.

-Καταλαβαίνω. Όπως και να το κάνεις, δεν είναι μικρό πράγμα. Εννοώ, με την ομαδική συμβίωση κι όλα αυτά. Θα υπήρχαν ένα σωρό προβλήματα.

-Υπήρχαν στην αρχή. Όμως, ειδικά στο θέμα αυτό, οι επιβλέποντες βοηθοί ήταν απόλυτοι. Το πρώτο που έπρεπε να ξεριζωθεί ήταν το αίσθημα της ιδιοκτησίας, σε όλες του τις μορφές. Θέλοντας και μη, λοιπόν, μάθαινες να συνυπάρχεις με τους άλλους.

-Και η εκπαίδευση;

-Ω, αυτή ήταν κάτι το ανεπανάληπτο, το μεγαλειώδες. Ήταν ό,τι πιο συναρπαστικό έχω ζήσει, αν και φοβάμαι ότι το ρήμα δεν είναι το πλέον κατάλληλο. Απ’ το πρωί που ξυπνούσαμε μέχρι το βράδυ που πλαγιάζαμε, αλλά και κατά τη διάρκεια του ύπνου, μέσα από ειδικά σχεδιασμένα εκπαιδευτικά όνειρα, όλες οι ώρες μας ήταν αφιερωμένες στο πρόγραμμα ΑΒΓ.

-Δηλαδή;

-Ανασκευή Βιωματικής Γνώσης. Πρόκειται για ένα πρόγραμμα αναμόρφωσης, το οποίο επιτίθεται στα στερεότυπα σχήματα, τα οποία δηλητηριάζουν τον τρόπο αντίληψης, ανάλυσης και ταξινόμησης με τον οποίο λειτουργεί η συνείδηση. Πάρε για παράδειγμα τις σχέσεις μας με τους άλλους. Ένα από τα πρώτα πράγματα που μάθαμε ήταν να μην διαχωρίζουμε αξιολογικά τους γύρω μας. Χαρακτηρισμοί όπως «αγαπητέ», «φίλε», «αδερφέ» κλπ έπρεπε να αποφεύγονται ως άνευ νοήματος, επιδεικτικοί και υποκριτικοί. Υπήρχαν επιβλέποντες βοηθοί οι οποίοι προωθούσαν ως «διακριτική τιμωρία» τη χρήση αντι-χαρακτηρισμών, που ήταν επιτιμητικές (έως ξεκάθαρα κοροϊδευτικές) εκφράσεις όπως «διασκεδαστικός», «καημένος» ή «κολοκύθας», ένας αποδοκιμαστικός χαρακτηρισμός πολύ διαδεδομένος.
Ρωτούσες, ας πούμε, κάποιον: «Πού βγαίνει κανείς από δω, φίλε;» κι έπαιρνες την απάντηση: «Πού θες να βγεις καημένε; Eκεί που ήσουν, κομμάτι δύσκολο.»
Ή, σε μια γυναίκα: «Πόσο χαίρομαι που σε ξαναβρίσκω, αγαπημένη μου!» «Κι εγώ χαίρομαι. Είσαι πάντα τόσο διασκεδαστικός.»
Μια φορά, ήμουν ακόμα αρχάριος, επαίνεσα δυο πολύ χαριτωμένα παιδάκια και τα ρώτησα ποια είναι η μητέρα τους. Το κοριτσάκι άρχισε να γελάει κι όταν το ρώτησα ποιο είναι το αστείο, το αγόρι μου απάντησε: «Εσύ, βρε κολοκύθα.»

-Και πώς εκπαιδευόταν κανείς σ’ αυτόν τον νέο τρόπο σκέψης.

-Μα, παρακολουθώντας τις τάξεις. Υπήρχαν διάφορες. Υπήρχαν εκείνες όπου απλά συνήθιζες να μοιράζεσαι πράγματα και εμπειρίες και να έρχεσαι κοντά με τους άλλους, πχ θυμάμαι μία τάξη όπου το μόνο που κάναμε ήταν να αγγίζουμε ή να αγκαλιάζουμε τους άλλους. Εκεί το πιο μεγάλο πρόβλημα ήταν να πείσεις τους άντρες να αγγίζουν ο ένας τα γεννητικά όργανα του άλλου, πρόβλημα που δεν το συναντούσες στις γυναίκες. Υπήρχαν, επίσης, εκείνες όπου μάθαινες να αντιμετωπίζεις τους άλλους ως ίσους, ανεξαρτήτως κοινωνικής τάξης ή φυλής. Το παράδειγμα του Ιησού με το πλύσιμο των ποδιών το ξέρεις.. Οι πιο προβληματικές, ωστόσο, ήταν εκείνες που αφορούσαν στην απενοχοποίηση του σώματος, του φύλου και της ερωτικής πράξης. Καταλαβαίνεις, δημόσιοι αυνανισμοί, συνουσίες και τα παρόμοια.

-Μιλάς για προχωρημένα πράγματα.

-Σου κάνω μόνο μια πολύ γενική περιγραφή.

-Και τι γινόταν μ’ εκείνους που δεν εξελίσσονταν, τους ανεπίδεκτους ας πούμε. Θα υπήρχαν και τέτοιοι..

-Πάρα πολλοί. Η πλειοψηφία θα έλεγα. Μ’ αυτούς, όπως σου είπα, γινόταν η πιο σκληρή δουλειά. Αν παρά ταύτα συνέχιζαν να αντιδρούν..

-Τότε;

-Τους έστελναν πίσω στην κόλαση.




εικόνα: Salvador Dali, Divine Comedy, the fourth circle of purgatory

9 Σεπ 2008

κόλαση



Κάθε μέρα το ίδιο φαϊ, τα ίδια ψεύτικα λόγια, τα ίδια ανταλλάξιμα χαμόγελα. Φύλλο, άρρεν. Φυλή, λευκή. Επάγγελμα, προσαρμοσμένος. Ως το τέλος.

Κάποιοι μιλούν για μια νέα αρχή -πώς την εννοούν; Θυμάμαι κάποτε, σ' ένα αμφιθέατρο, τα μαλλιά της. Ποια ήταν; Πώς έμοιαζε στο πρόσωπο; Μόνο τα μαλλιά της έβλεπα, τα τόσο άδεια από δάχτυλα. Νέα αρχή, ίσως, το χέρι με καρδιά που απλώνεται στα μαλλιά μιας άγνωστης.

Προχτές προσπάθησα να χαμογελάσω σ' ένα παιδί. Έλεγξα προσεκτικά γύρω αν με βλέπουν. Κανείς. Και πάλι, δεν τόλμησα.





εικόνα: Salvador Dali, Divine Comedy, the waterfall of the phlegethon inferno -canto 34

26 Αυγ 2008

τρία


από ένα σχόλιο στον φίλο ιστολόγο
πασσαρέλλα


ένα
Ήλθα με τα σφιγμένα δόντια μου και τα καλά κρυμμένα μυστικά απ' τις ηλιόλουστες πόλεις τους. Η σκακιέρα ήταν στημένη κι όλοι περίμεναν τον πρωταγωνιστή για ν' αρχίσει η παράσταση. Κάτω απ'τις σόλες των παπουτσιών μου ασφυκτιούσαν γυαλοί των Κυκλάδων, καφέδες σκέτοι -χωρίς μου έλειψες, σ' αγαπώ- και στιχάκια παρείσακτα. Στα μάτια μου χορεύανε σάτυροι. Κρατούσα τα βλέφαρα κλειστά, μην τύχει και τους δεις και τρομάξεις. Στην πλάτη, ξεδιάντροπα χτυπημένα με βελόνα ανεξίτηλη, κόκκινα σημάδια από μαστίγιο. Διψούσα. Είπα τα λόγια μου με στόμφο κι υποκλίθηκα. Πού ήσουν; Δεν άκουσες; Ήλθα μ' εκείνο το στερνό παράπονο του ποιητή.

δύο
Ήλθα όταν όλα πια είχαν κριθεί. Είχαν παιχτεί τρεις παρατάσεις και τα πέναλτυ. Χτύπησα συνθηματικά. Μου άνοιξαν ένας ξεραμένος βασιλικός και κάτι πεινασμένα φαντάσματα. Εσύ; Κάπου αλλού -στην Ταυρίδα, στην Αίγυπτο... Χαμογελούσες. Είχες τον ύπνο ελαφρύ του νεογέννητου, ίσως που δεν το πρόλαβες να με γνωρίσεις. Τίναξα τις φτερούγες με θυμό, μετά θυμήθηκα -δεν έχω φτερούγες. Ήμουν λοιπόν ένα πιόνι; Κράτησα την ανάσα μου. Μέτρησα αντίστροφα τρεις φορές, ψέλισα ξόρκια ακατάληπτα. Τίποτα. Μηδέν.

τρία
Ήλθα, αλλά έλειπες. Η σκακιέρα ήταν στημένη με όλα τα κομμάτια στη θέση τους εκτός απ’ τους τρελούς. Έπεσα στα γόνατα φωνάζοντας «δεν γίνομαι πιόνι! δεν γίνομαι πιόνι!» και δάκρυα από μελάνι γέμισαν τα μάτια μου. Όταν η όρασή μου καθάρισε ήμουν γονατιστός στο κέντρο της σκακιέρας, στο ε4, η μάχη μαινόταν γύρω μου, όμως δεν ήτανε λέει μάχη αλλά χορός και μάλιστα στο βασιλικό ανάκτορο. Ιππότες και πύργοι στροβιλίζονταν στο ρυθμό του βαλς, ενώ μια μαύρη ντάμα γελούσε δείχνοντας προς το μέρος μου με τη βεντάλια της. Ξύπνησα σ’ ένα μακρινό σύννεφο.



η εικόνα του M. L. Walker