Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παράξενες ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παράξενες ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

2 Μαρ 2011

παραμύθι με δράκο




από το chimeres-zine019

«Αυτή η αναμονή με σκοτώνει.»
Ήτανε τρεις στρατιώτες, όρθιοι οι καημένοι μες στο λιοπύρι. Κράνη, εξαρτήσεις, και τα λοιπά.
Αυτός που είχε μιλήσει έξυνε τη μύτη του. Για την ακρίβεια, είχε χώσει το μικρό δάχτυλο του δεξιού χεριού στο δεξί ρουθούνι. Δεν έλπιζε να βρει κάτι εκεί μέσα, μόνο την έξυνε. Αμηχανία, ας πούμε.
Κοίταξε τους άλλους δυο χαμογελώντας στραβά. Κρατούσαν το ντουφέκι παρά πόδα , όπως αυτός, μόνο που η στολή τους ήτανε μαύρη ενώ η δική του λευκή.
«Κακό αυτό», σκέφτηκε.
«Κατά βάση, τα ίδια συμφέροντα έχουμε σεις και γώ», είπε κάνοντας φιλότιμη προσπάθεια να συντηρήσει μια συζήτηση. «Άλλοι μας βάζουν να τσακωνόμαστε. Κανονικά, θα 'πρεπε να 'μαστε ενωμένοι αν θέλουμε να...»
Σταμάτησε συγχυσμένος. Κόμποι ιδρώτα γυαλίζανε στο μέτωπό του εκεί ακριβώς που τέλειωνε η σκιά του κράνους του. Θα 'πρεπε να είναι ενωμένοι, βέβαια, αλλά για ποιο λόγο; Δεν του ερχότανε κανείς -το κέρατό του- κι ανάθεμα αν ήξερε τι σήμαινε αυτό το “κανονικά”.
«Κοιτάξτε, αν είναι να σφαχτούμε, ας το κάνουμε, να τελειώνουμε μια ώρα αρχύτερα.»
Έσφιξε δυνατά την κάννη του όπλου του, έτοιμος για δράση. Θα 'ριχνε πρώτα στον αριστερό. Αν ήταν λίγο τυχερός ίσως προλάβαινε να φάει και τον άλλο, μάλλον απίθανο βέβαια. Άρχισε να σηκώνει το ντουφέκι, ασήκωτο του φαινότανε. Καμιά κίνηση από τους άλλους. Τ' άφησε λοιπόν να πέσει στη θέση του.
«Υπομονή», συνέστησε το άλογο.

Ήταν κατάλευκο και πανύψηλο. Ο στρατιώτης δεν κατάλαβε πώς βρέθηκε εκεί δίπλα του, δεν ήταν μέρος για ένα άλογο αυτό. Θεώρησε καλό, πάντως, να δείξει στους άλλους ότι τα πράγματα άλλαξαν.
«Λυπάμαι παιδιά, αλλά μόλις ήρθε το ιππικό. Χε-χε, το ιππικό λέω...καταλαβαίνετε.» Κανείς δε γέλασε. «Ακούστε, εγώ είχα όλη τη διάθεση να τα βρούμε μεταξύ μας, να μην είμαστε πιόνια των ιμπεριαλιστών, αλλά εσείς αδιαφορήσατε. Τώρα, λοιπόν, ακουμπήστε τα όπλα σας όμορφα-όμορφα στο χώμα χωρίς απότομες κινήσεις και δεν θα πάθει κανένας τίποτα.»
Φυσικά τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά κι αυτό το κατάλαβε αμέσως μόλις άκουσε το μαύρο άλογο να λέει σαρκαστικά: «Φιλαράκο, είσαι τελείως πεζός!» Κι ύστερα ήταν εκείνος ο παράξενος τύπος με το λοφίο και το σπασμένο κοντάρι που ρώτησε «εδώ γίνεται το πάρτυ;» και ξαφνικά όλοι κατάλαβαν πως έχουν γίνει πλέον πολλοί. Υπερβολικά πολλοί.
Πάνω στο λόφο ετοιμαζόταν να ξεσπάσει καταιγίδα.

«Ποιος είσαι πάλι εσύ;» ρώτησε ο στρατιώτης.
«Έφεδρος αξιωματικός Δελής Αγησίλαος, ο επονομαζόμενος και “λοξός” ή “επίσκοπος” ή “μόντσας”, στις υπηρεσίες σας», είπε κάνοντας μια υπόκλιση που προκάλεσε θύελλα από κουδουνίσματα. «Οι φίλοι με φωνάζουν τρελό. Είμαι αυτός που περιμένατε.»
Τον έκοψε από πάνω ως κάτω. Η στολή του ήταν βέβαια λευκή αλλά θύμιζε πιότερο κοστούμι παλιάτσου μ' όλους αυτούς τους ρόμβους και τα κουδούνια. «Αυτές είναι οι ενισχύσεις;» αναρωτήθηκε. «Πλάκα μου κάνουν.» Οι άλλοι απέναντι σήκωναν κιόλας τα ντουφέκια τους.
«Σιγά, κύριοι, μισό λεπτό», φώναξε ο καινούργιος. «Αν είναι να σκοτωθούμε, ας το κάνουμε τουλάχιστον πολιτισμένα. Και, κατά πρώτον, γνωρίζει κανείς σας γιατί τσακωνόμαστε;»
«Μην τον ακούτε, τέτοια λέει πάντα», είπε το μαύρο άλογο. «Τον στέλνουν να σπείρει τη σύγχυση. Πυρ κατά βούληση!»
«Ω, ω, ω!» φώναζε ο παλιάτσος. «Κύριοι, ψυχραιμία! Δεν φαντάζομαι ν' αρχίσετε να παίρνετε διαταγές από ζώα; Όσο για σένα, ομορφονιέ, μιας που το θέτεις έτσι με βουλές και τα συναφή, οφείλω να σου πω ότι οι δυο κατίνες», έδειξε το λόφο, «τα κανονίζουν μεταξύ τους κι αφήνουν εμάς εδώ να πλακωνόμαστε.»
Το άλογο έστρεψε το βλέμμα προς τα κει που του έδειχναν. Δεν είχε πολύ φαντασία, το δύστυχο, μεταφυσικά ερωτήματα δεν τάραζαν ποτέ τον δίκαιο ύπνο του.
«Εγώ τις βλέπω να τρώγονται όπως πάντα.»

«Ωραίο το μαύρο συνολάκι σου χρυσή μου», έλεγε η βασίλισσα. «Ήρθε το ντεθ στη μόδα ή πενθείς το μακαρίτη;»
Στεκόταν αγέρωχη και βλοσυρή μες στα τούλια, νυφούλα που την έστησε ο λεγάμενος. Ένα διάδημα από λευκόχρυσο έγερνε επικίνδυνα στα οξυζεναρισμένα μαλλιά.
«Γίνεσαι μικροπρεπής και ανόητη», απάντησε η άλλη. Οι συλλαβές κροτάλισαν στα δόντια της, ζάρια σε μάρμαρο μαύρο. Μαλλιά του κοράκου -πίσσα- και ντύσιμο σκοτάδι, μέχρι και στο βλέμμα. Αλλά γι' αυτό μπορεί να έφταιγε η μάσκαρα.
«Δεν πρόκειται να πέσω στο επίπεδό σου.» Κι άλλη ζαριά. Η ξανθιά περιορίστηκε σ' ένα ειρωνικό ανασήκωμα του φρυδιού.
Στέκονταν οι δυο τους καρφωμένες θαρρείς στη σκιά του πύργου. Χειρονομούσαν. Από κάποια απόσταση έμοιαζαν πράγματι να τσακώνονται.
«Δεν μου είπες, τι κάνει ο βλαμμένος σου;» Πεντάρες. «Τον βγάλατε, λέει, απ' τη μηχανική υποστήριξη. Εξυπηρετείται μονάχος του ή ...;» Ένα σαρδόνιο χαμόγελο άνθισε στα μαύρα χείλη.
«Μ' αρέσει ο τρόπος σου να κρατάς το επίπεδο. Ξέρω, βέβαια, ότι το θέμα σε καίει ιδιαίτερα αλλά δεν είμαστε ομοιοπαθείς. Λοιπόν, μην περιμένεις συμπαράσταση από μένα.»
«Τι θες να πεις;» Ντόρτια.
«Μην κάνεις το βλάκα. Ο κόσμος το 'χει τούμπανο... Από κάποιο σημείο και μετά, χρυσή μου, το να μην του σηκώνεται είναι το λιγότερο. Όταν αρχίσουν να του τρέχουν τα σάλια, τότε στ' αλήθεια αρχίζουν τα δύσκολα. Κι όταν πια του φεύγουν κι από κάτω...»
«Σκύλα! Θα σε...»
Χύμηξαν η μια πάνω στην άλλη, όμως μια αόρατη δύναμη λες τις τραβούσε πίσω αφήνοντάς τις μετέωρες να αιωρούνται στην ίδια θέση. Από μακριά φαινόταν σαν μια πολύ εντυπωσιακή χορογραφία μάχης.

«Θα σκοτωθούνε», είπε το άλογο.
«Τρίχες κατσαρές!» Ο τρελός δεν καταδέχτηκε καν να σηκώσει το κεφάλι. Κάτι τον απασχολούσε στα νύχια του. «Θα λύνουν πάλι το ασφαλιστικό.»
Η οργή του αλόγου ξέσπασε τρομερή.
«Ή δειλός είσαι, ή προδότης. Δεν θα καθίσω άλλο ν' ακούω τις τρέλες σου ενώ η βασίλισσά μας κινδυνεύει. Η θέση μου είναι δίπλα της.» Κι έφυγε με καλπασμό κατά το λόφο.

«Άφησέ με, άφησέ με!» ούρλιαζε η ξανθιά. «Άσε με να της μαδήσω το μαλλί τρίχα-τρίχα της πουτάνας!»
«Επικοινωνείς με το υπερπέραν, καλή μου; Ποιο πνεύμα είναι τούτη τη φορά; Ο θείος Κάρολος ή ο μπαρμπα-Ιωσήφ;»
«Παραιτούμαι», είπε η άλλη απηυδισμένη καρφώνοντας και πάλι τα πόδια της στο χώμα. «Δεν έχει νόημα. Όλο το παιχνίδι είναι στημένο.»
«Δεν είναι στημένο, αγάπη μου. Απλά δεν βάζουμε εμείς τους κανόνες. Δεν είμαστε καν εκείνος που τους εφαρμόζει. Εμείς...» Έκανε μια πιρουέτα. «Είμαστε απλά δυο χορεύτριες. Χόρευε γιατί μας κοιτάζουν.»

Στη βάση του λόφου, ένα άλογο. Ένα υπέροχο άσπρο άλογο με δυο σκιές κάλπαζε στη βάση του λόφου.
«Τι θες εδώ;» ρώτησε χωρίς να σταματήσει. «Δεν έχει δράκους το σκάκι.»
«Έχουν όμως τα παραμύθια», είπε η σκιά πριν μετατραπεί σ' έναν μεγάλο ασημένιο δράκο με καυτή ανάσα.
«Θα με κάψεις;» ρώτησε το άλογο.
«Θα σε κάψω», είπε ο δράκος και φύσηξε. Οι στρατιώτες χειροκρότησαν.

«Ωραία ιστορία», είπε ο ένας.
«Ναι, πολύ συγκινητική», είπε ο άλλος.
«Άντε, πάμε τώρα», είπε ο τρίτος.

Αυτός με τη λευκή στολή καβάλησε το μαύρο άλογο κι έφυγε για να γίνει αστέρας της τηλεόρασης. Οι δυο βασίλισσες έγιναν διάσημο χορευτικό ντουέτο, χώρισαν απ' τα ραμολιμέντα τους και παντρευτήκαν μεταξύ τους.

Ο τρελός παραμένει τρελός. Αν υπάρχουν κρυμμένοι συμβολισμοί γύρω απ' τη θυσία του αλόγου, τους αγνοεί.

Επιδεικτικά.

22 Ιαν 2011

για τον αητό που καθότανε


Έχει όμως πολύ ωραίο ήλιο!
Του άρεσε ο ήλιος.

Μ' αρέσει ο ήλιος!

Γύρισε και την κοίταξε. Πανέμορφη, με τις ηλιαχτίδες φωτοστέφανο στα μαύρα μαλλιά. Σήκωσε το κεφάλι ψηλά -μερικά σύννεφα κινούνταν απειλητικά προς το φως. Οσμίστηκε τον αέρα: όχι, δεν θα είχε καταιγίδα σήμερα.
Ένιωσε τη ζεστασιά στα φτερά του. Πόσον καιρό είχαν ν' ανοίξουν τούτα τα φτερά; Έδιωξε μακριά τη σκέψη. Τα φτερά του ήταν μια χαρά. Παχουλά και στιλβωμένα. Εκείνη τα θαύμαζε.

Είσαι αυτό που πάντα έψαχνα!

Δεν είχε κανένα λόγο ν' ανησυχεί για τα φτερά του. Ούτε λόγο να τ' ανοίξει είχε παρ' εκτός για φιγούρα. Κι αυτός δεν ήταν φιγουρατζής. Αυτός αγαπούσε τον ήλιο. Και το οροπέδιο είχε ακόμα άφθονη τροφή. Ακούγονταν βέβαια κάποια παράπονα -τι έφταιγε αυτός; Αδύναμα ζώα...

Σα να σκοτείνιασε λίγο; Την ένιωσε δίπλα του ν' ανατριχιάζει.
Δεν είναι τίποτα, είπε και της έκλεισε το μάτι. Άπλωσε τη φτερούγα του προστατευτικά. Εκείνη κούρνιασε βαθιά στο απαλό φτέρωμα. Κάτω η κοιλάδα απλωνόταν διψασμένη. Κάποτε κυλούσε ένα ποτάμι...
Ένιωσε μια υγρασία στον ώμο του. Ώρα ήτανε τώρα... Σήκωσε το κεφάλι ψηλά: ο ήλιος ήταν πάντα εκεί, τότε...; Είδε τα μάτια της και κατάλαβε.

Κλαις;
Συχώρα με...Είμαι τόσο ευτυχισμένη!

Ω, θα 'κανε τα πάντα γι' αυτήν! Θα μπορούσε...μέχρι και να πετάξει ξανά κάποια μέρα. Όχι τώρα πάντως. Δεν υπήρχε λόγος ν' αρχίσει τις φιγούρες στα καλά καθούμενα. Τα σύννεφα σκόρπιζαν.

Είδες που σου 'λεγα;
Είδα!
είπε κείνη θαυμαστικά.

Άρχισε να ξύνει τα νύχια του.
Του άρεσε ο ήλιος.

22 Μαΐ 2010

τα θηρία



Τα θηρία. Θα μυρίσουν το αίμα. Ήσουν τόσο απρόσεχτη.

Χρόνια σε γύρεψα, χρόνια σε πόθησα, χρόνια της μοναξιάς και της ανάγκης, κι είσ’ εδώ. Στην αγκαλιά μου κλεισμένη, δεν θα σ’ αφήσω -το ξέρεις. Είσαι για μένα το παν.

Παραμονεύουν στο σκοτάδι. Τι γυρεύουν, ρωτάς, γιατί δεν μας αφήνουν στην ησυχία μας, εμάς που δεν πειράξαμε ποτέ κανέναν. Είσαι τόσο αθώα. Γλυκιά και αθώα. Έπρεπε να σε προσέχω περισσότερο.

Τα θηρία. Θα μυρίσουν το αίμα. Ρέει απ’ την πληγή στο στήθος σου -πώς άνοιξε αυτή η πληγή, πότε και γιατί; Με κοιτάζεις με κείνο το θλιμμένο σου βλέμμα, σαν να περίμενες να ξέρω πώς. Όμως εγώ… Πού ήμουν εγώ; Στη δουλειά, στο κυνήγι, μην είχα πάει τα παιδιά… Α, δεν έχει νόημα, δεν έχει νόημα να κατηγορώ τον εαυτό μου, το ξέρω. Κι όμως…

Το ‘λεγες πάντα. Φοβόσουν την ερημιά, την απομόνωση, δεν έπρεπε να συμβεί αυτό, χρέος μου ήταν να σε φροντίζω, να σε προστατεύω και να που σ’ έχω λαβωμένη στα χέρια μου. Τα θηρία παραμονεύουν, το ξέρω. Θα μυρίσουν το αίμα και το αίμα θα τα τραβήξει ως εδώ. Πρέπει κάτι να… Πρέπει.

Σκουπίζω το αίμα. Όχι με ύφασμα. Το ύφασμα θα ποτίσει και τότε…όχι, σκουπίζω το αίμα με τα χέρια, τα γυμνά χέρια μου. Ακούω ουρλιαχτά -δεν φανταζόμουν πως ήταν τόσο κοντά! Με κοιτάς τρομαγμένη καθώς φέρνω τα χέρια στο στόμα μου. Ορκίστηκα να σε προστατεύω και θα το κάνω.

Χωρίς δισταγμό. Γλείφω το αίμα, καθαρίζω τα χέρια με τη γλώσσα μου. Έχει μια γεύση…Κλείνεις τα μάτια και σφίγγεσαι πάνω μου. Τώρα ξέρεις ότι θα κάνω τα πάντα. Δεν θα επιτρέψω να… Δεν θα το επιτρέψω!

Δυο βδομάδες. Πάνε κιόλας δυο εβδομάδες που σε κρατώ. Τα θηρία δεν φάνηκαν -όμως τα νιώθω. Είναι κει έξω αναζητώντας ένα νέο θήραμα. Ποιος ξέρει πόσα απροστάτευτα πλάσματα δεν έγιναν βορά στα δόντια τους στο μεταξύ. Διψούν για αίμα. Το ξέρουμε κι οι δυο, όλος ο κόσμος το ξέρει. Το αίμα τα ερεθίζει, μόλις το μυρίσουν τρελαίνονται. Κι η πληγή σου… αυτή η πληγή που δεν λέει να κλείσει.

Βλέπω συχνά το ίδιο όνειρο. Είμαστε μόνοι, λέει, οι δυο σ’ αφιλόξενο δάσος. Γύρω μας, μάτια λαμπυρίζουν στο σκοτάδι. Παντού γύρω. Μικρές άλικες χάντρες, σταγόνες φωτιάς που αιωρούνται. Παντού όχι… Σε παίρνω στους ώμους, τρέχω στη μόνη κατεύθυνση που δεν βλέπω φωτιές, εκεί που το κομπολόι μοιάζει να διακόπτεται -ξάφνου σκοντάφτω. Κι ύστερα δεν σε κρατώ πια. Φωνάζω τ’ όνομά σου. Ουρλιάζω. Όχι. Είναι το δικό σου ουρλιαχτό. Και τρέχω. Κι εσύ ουρλιάζεις ξανά και ξανά, πλησιάζω, σε φτάνω, μα όχι, δεν είσαι εσύ, η φωνή που άκουγα δεν ήταν δική σου. Ήταν δική τους. Είμαι κυκλωμένος απ’ τις ανάσες κι από τα πύρινα μάτια τους και μια μυρωδιά που μου χτυπά στα ρουθούνια, όχι. Δεν… Φωνάζω. Δεν μπορεί, αυτή η μυρωδιά, αυτή η γλυκερή μυρωδιά απ' τα χαίνοντα σαγόνια τους, δεν μπορεί να ‘ναι, όχι…Όχι! Ξυπνώ μ’ εσένα στα χέρια μου. Κι αυτή είναι στ’ αλήθεια η μυρωδιά του αίματός σου. Δεν πρέπει να την μυρίσουν άλλα ρουθούνια, δεν πρέπει. Σκύβω αργά στο στήθος σου. Και πίνω αργά.

Σήμερα το είδα. Πλησίασε διστακτικά νομίζοντας ότι κοιμάμαι. Μόλις σήκωσα το κεφάλι, εξαφανίστηκε. Σίγουρα θα πάει να φέρει και τ’ άλλα. Μα δεν είναι αυτό που με ανησυχεί.

Η πληγή σου όσο πάει και βαθαίνει. Πότε έφτασε να χωράει το κεφάλι μου! Κι η φωνή σου…δεν θυμάμαι πότε άκουσα τελευταία φορά τη φωνή σου. Όμως φοβάμαι να κοιτάξω. Φοβάμαι να επιβεβαιώσω αυτό που μέσα μου ξέρω ήδη. Δεν άντεξες. Στάθηκες τόσο δυνατή κι όμως στο τέλος δεν άντεξες. Μα δεν θα τους αφήσω να σε πάρουν. Με οποιοδήποτε κόστος. Δεν θα εγκαταλείψω το κορμί σου στις ορέξεις τους. Συνεχίζω. Όλο και βαθύτερα.

Είναι γύρω μου. Δεν χρειάζεται να σηκώσω κεφάλι. Το ξέρω. Νιώθω την παρουσία τους. Μα δεν σταματώ. Έχω σχεδόν τελειώσει. Ακούω τη φωνή τους. Δεν είναι το ουρλιαχτό που φοβόμουν. Ένα τρομαγμένο κλαψούρισμα. Όταν ορθώνομαι, στο τέλος, τα βλέπω. Τρομαγμένα θηρία. Κάποιο μεγαλύτερο θηρίο προφανώς. Τους δείχνω τα ματωμένα δόντια μου απαιτώντας να μου ανοίξουν το δρόμο. Πρέπει να βρω ένα άλλο κρησφύγετο. Για τους δυο μας.



Edvard Munch, Weeping Nude

24 Απρ 2010

ευχάριστα νέα, κύριε ντι



να πω κάτι ευχάριστο ευχαρίστως κάτι μου τό 'λεγε απ' το πρωί πως από σήμερα όλα αλλάζουν τα βάσανα οι στραβοί γιαλοί και τα τοιαύτα ο ήλιος είναι εδώ ο αυριανός ο κόσμος ο καλύτερος είναι εδώ τέλος τα μισοάδεια ποτήρια τέλος τα στάσου και τα μη τα σκέψου και τα σώπα τέλος τα πες τα ευλογημένε και οι δι ασήμαντον την αφορμήν και οι μοιραίες δόσεις και τα δάκρυα και οι μωρίες όλα τέλος

να πω κάτι ευχάριστο επιτέλους εύηχα λόγια οι ποιητές ωραίες λέξεις με τα ευχάριστα ο κόσμος πες πιο εύκολα ειν αλήθεια πιο εύκολα ξυπνάει ανεβαίνει η παραγωγή μειώνονται τα λάθη τα τροχαία και η αναίδεια μία κυρία σ΄ ένα σταθμό προχθές ζητούσε απ' τον παραγωγό κάτι ευχάριστο ματζόρε αυτός ανταποκρίθηκε ύστερα έπαιξε το πάμε σαν άλλοτε και τη Ζαϊρα γυρίσανε και τα πουλιά στο καταχείμωνο

κάτι ευχάριστο λοιπόν να γεμίσω μ' αυτό τα πάρκα τις λεωφόρους και τα πεζοδρόμια ν' αρχίσω από τούτη κιόλας τη στιγμή να σταματήσουν οι μοιχείες και τα διαζύγια κι όλες οι αδερφές που κινδυνολογούνε ν' αλλάξει ο νόμος η βαρύτητα να πάψει να βαραίνει κι ο γέρος να μην πηγαίνει πια τουλάχιστον από πέσιμο ν' απαγορεύονται οι λέξεις φοβάμαι ανικανότης και γαμώτο και τα θέατρα να παίζουν μόνο κωμωδίες καθώς

τα μάτια μας θα καίγονται καθώς ο κόσμος ο παλιός μέσα στις φλόγες θα σβήνει και καθώς καπνοί θα καταπίνουν τις ανάσες μας κι εύχαρις ο άνεμος θα ημερεύει τις ψυχές μας τα φαύλα σαρώνοντας κι όλοι ευχάριστα θα κοιταζόμαστε μες απ' τις άδειες κόγχες μας και μόνο το νεογέννητο που αντίς για κλάμα μπαμπά ο καινούργιος θα πει κόσμος έχει γεύση από στάχτη






πρωτοδημοσιευμένο στη σκακιέρα

21 Μαρ 2010

μην πυροβολείτε τους ποιητές


Ι. σε παλιό συμπολεμιστή

ti einai poihsh? με ρώτησε

ένας που χειρονομεί
μοναχός του

έχω μια τρύπα στο γόνατο

δυο λάμες στο γοφό από πτώση

παιδιά
καταθέσεις
ομόλογα

εργοδότη

ύστερα στραφηκε
στο χέρι του άστραφτε οργισμένη

μια πέτρα

αυτό
μου λέει
ειναι το ποίημα
κι εγώ
τινάζω την τελευταία του λέξη

μια καταιγίδα σωριάστηκε -ti perimeneis?

(τι περιμένω στ' αλήθεια;)

κεφάλια γλάρων
(τούτη η οικτρή μεταφορά)
μες απ' το χώμα πετάγονται
(μου μοιάζει με συμβιβασμό διαδίκων)

λίγο πιο κάτω

ποιο μάρμαρο αναρωτήθηκα

κι η νύχτα μαινόταν ήδη

αρμόζει στην ποίηση

σύντροφε λεγεωνάριε βρωμερέ
αδερφέ μου?



ΙΙ. η διακοπείσα συνδιάλεξη

στεκόμουν και κοίταζα τη ροδιά χωρίς να μπορώ τη ροδιά να μη σκέφτομαι (α, ναι, και το κοράκι που φτεροκοπά και που ακόμα δεν έμαθα να τ' ονομάζω)

πώς μου ζητάς
ό,τι έχω νιώσει
ό,τι έχεις νιώσει
ό,τι αγαπήσαμε
όλα δια μιας να διαγράψω

προς χάρην ποιας ιδίας φωνής
κι αν υποθέσουμε ακόμα πως όλο αυτό δεν ήταν παρά μία πρόφαση
για δεκαπέντε λεπτών δημοσιότητας
τις υποκλίσεις

πάλι και πάλι
ο κύκλος τέσσερα φωνήεντα τρόμο
θα 'κλεινε μέσα του
όπως η μέρα το σκοτάδι που τη θρέφει

tote, loipon, se ti xrhsimeyei h poihsh?
θα σηκωθεί να ρωτήσει κι εγώ
κι εσύ
κι η ροδιά και το πουλί
κι ο κύκλος με τα τέσσερα φωνήεντα
θα 'ναι ένα τραύμα -εκ νέου- σε αναμονή

μια συνδιάλεξη βίαια διακοπείσα



ΙΙΙ. ...πεθαίνουν και μόνοι τους

εδώ s' ετούτην
φωνές
έρημο
την

οι
pου
ακούς
δεν

ανήκουν

τα
λόγια
εκκλήσεις
οι
ta
σ' εμένα
αινίγματα
ή
δεν
σ' αυτούς
κατοχυρώνονται

anhkoun

κι ούτε
απευ8ύνονται
σε
ποτέ
κανέναν και
τπτ
λέγονται

ειλικρινά

απ' όσα
σου
δεn
λέω
για
λέγεται nα
ειπωθei

εικόνες: ν.εγγονόπουλος, αυτοπροσωπογραφία και s.dali, poesie d' amerique

22 Απρ 2009

περί του αν ο Έρβιν Σρέντιγκερ είχε όντως μια γάτα και άλλων τέτοιων ανοησιών


αν είχε μια γάτα ενδεχομένως
του ωραίου τριχώματος η στιλπνότης
η απαλότητα της αφής
περί αναγκαιότητος ή μη τον έκανε να στοχάζεται
των πραγμάτων

όταν προκλητικά στα πόδια του τριβόταν
ή την κοιλιά ξεδιάντροπα γυρνούσε να χαϊδευτεί
κείνος θ' αναρρωτιόταν σίγουρα αν το χάδι
μια αναγκαιότητα συνιστούσε για τον ίδιο
ή για τη γάτα

με μαθηματική ακρίβεια η σκέψη του
στον Άγγλο θα ξεστράτιζε ειδήμονα
μην ίσως κι ο Δαρβίνος δε συνήθιζε να χαϊδεύει μια γάτα
ή τι σημασία μπορεί να είχε κάτι τέτοιο για την εξέλιξη
των ειδών

ίσως να είχε από καιρό συμπεράνει
τ' ανώτερα ζώα συχνά πως το μη
αναγκαίο επιζητούν ως ευχάριστο
κάτι που θα δυσκολευόταν
πολύ ακόμα να προσδιορίσει
κι ύστερα πάλι
σ' ένα αμφιθέατρο γεμάτο γατούλες με την επιθυμία να χαϊδευτούν
κι εξίσου βέβαια επιθυμητές ν' αναλογίζετο
πως δεν μπορούσε όσο κι αν το 'θελε αυτός
να τις χαϊδέψει

αν είχε όντως μια γάτα ενδεχομένως
ν' αναρρωτιόταν πόσο η έκφραση έχω μια γάτα είναι ακριβής
τη στιγμή που ολοφάνερα το ζώο δεν του ανήκε
κι ίσως το βλέμμα της το γατίσιο
περί της μη αναγκαιότητος του μιλούσε
των στοχασμών




η εικόνα από το deviandart

18 Μαρ 2009

σημαίνουσα γραμματική


μια μέρα το χρόνο
μιλά στον εαυτό του σε τρίτο πρόσωπο
τη μοναξιά τη γενική επικαλούμενος την απόλυτο
αμεριμνησία
κάθε ανώμαλο τύπο κάθε απρόσεκτο ολίσθημα ανασυντάσσοντας
της λογικής
κάθε αναγραμματισμό αποποιούμενος
της οδύνης

εκεί
το είδωλό του αίφνης αντισφαιρίζοντας
ανεβαίνει επιθετικά στον καθρέφτη
κι απ' τη μικρή τη χαραμάδα ακτινίζεται
σ' έναν κόσμο αμφίπλευρα φωτισμένο
όμως ποιος
με συνδέσμους κρυφούς και προθέσεις
αγνές προσεγγίζει φαντάσματα;
με φωνή παθητική ποιος τολμά
ν' απαγγέλει ονόματα
τα πρόσωπα όλα διά μιας παραθέτοντας
του ενικού του;




Francis Piccabia, I see again in memory my dear Udnie (1914)

1 Μαρ 2009

με το χ επί θέσεως


Χωρίς καμιά αμφιβολία παρών
Των ημετέρων δεινών συμμετέχων
Ενθρονισμένος καταμεσής του γαλάζιου σαβάνου
Θεοποιών το σύννεφο
Αλλαζών αλλαλάζων
Μετρών τις ώρες αντίστροφα
Χορεύων έναν εξουθενωτικά πρωτόγονο χορό
επί των λευκών μαστών της αφύπνισης
Μυημένος στα θαυμαστά και στ' απόκρυφα
Με του αυνανιζομένου εφήβου την έξαψη
Ή την του νηπίου απροσδόκητο σύγχυση
Του ψηλαφίζοντος σύμπαν δεινών ηδονών
υπό το ράσο αειπαρθένου καλογραίας

Έρως μοχθών. Χαρά -όχι κατάρα




Caravaggio, amor vincit omnia

24 Ιουν 2008

επεισόδιο


Χτυπούσες την πόρτα
Τα μαλλιά σου στάζαν υδάτινους έρωτες
Ξεβάφανε τα μάτια σου νύχτα

Πού ήμουν εγώ; -Πού στέκομουν;
Στο άνοιγμα της πόρτας -ήμουν εγώ;
Βουβός σαν πέτρα του παρελθόντος -χαμένος- ήμουν εγώ.
Κι εσύ;
Γυμνή αστόλιστη ίσα που πρόλαβες
στου ξυραφιού το χάδι
να βάψεις τα χείλη σου

Ύστερα έβαψες τα δικά μου
Τα όνειρα
Κρέμασες τη ζωή μου στο παράθυρο και την άνοιξες
Σα να τη γυρνούσες απ' την ανάποδη να διαβάσεις τους τίτλους
Με κοίταξες να αιωρούμαι μια στιγμή
Κι άρχισες να σκαρφαλώνεις με τα νύχια
Σ' έβλεπα νά 'ρχεσαι και νά 'ρχεσαι απ' το άπειρο
Από το θάμπος ν' αναδύεσαι κι απ' την ομίχλη
Του πόθου μου
Με τα βρεγμένα στήθη σου τη μουσική σου την περηφάνεια
στους αστραγάλους -φοβήθηκα
Μη σπάσει το γυαλί το τζάμι μη ραγίσει
Η στιγμή
Μην πετάξουν οι λέξεις και τα χρώματα φοβήθηκα
Μην σβήσουν
Σ' έκλεισα έξω



Όμως εσύ
Κρατούσες στο χέρι το τελευταίο κόκκινο σύννεφο
Την τελευταία ευκαιρία
Ν' αναπηδήσει η μπάλλα του Απρόσιτου
Ή
Να εκραγεί μες στον αέρα εκεί πιτσιλώντας μας
Για να γελάμε μετά σαν παιδιά ξανά στα γόνατα
Λουσμένοι στο αίμα



Στο Χνούδι, για το όμορφο που έχει
και γιατί κι εγώ επιθύμησα μια γέφυρα στο Μολδάβα
(εικόνα: Leonor Fini, Le bout du monde)

15 Μαρ 2008

η μαρμαρένια σκακιέρα


Ύστερα εκείνος έσκυψε πάνω απ’ τη μαρμαρένια σκακιέρα και είπε σοβαρά: «Κάνε την κίνησή σου».
Κι εγώ δεν είχα τίποτα, μόνο έναν ηρωικό βασιλιά που υπνοβατούσε μέσα στο δικό μου το όνειρο ζητώντας διέξοδο και φωνάζοντας: «Δεν είναι δική μου παρτίδα αυτή, δεν είναι δική μου!»
Κι ο άλλος απέναντι, πότε να θεριεύει κραδαίνοντας το δρεπάνι του απειλητικά, πότε να γίνεται τόσος δα σα μωρό, σαϊτεύοντας με το μικρό του το τόξο…