Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα έμμετρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα έμμετρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

4 Δεκ 2019

αμφιβολία


Να 'τανε λέει κάπως αλλιώς, αλλιώς φτιαγμένα
τα πράγματα. Όχι, ίσως, τα σύννεφα κι η αυγή,
μα, να, πιο -ναι!- λίγο πιο δίκαια καμωμένα.
Να 'λειπε ο πόνος, η απόγνωση, η κραυγή.

Να μη γεννιόνται άλλοι στο φως και κάποιοι άλλοι
μες στη μαυρίλα της ατέλειωτης νυχτός.
Να 'ταν αδιάφορη η ζωή ή πιο μεγάλη.
Να 'χε φιλότιμο μια στάλα ο Θεός.

Να 'ταν σκοτάδι η ανατολή και φως η δύση,
μπανιέρα η θάλασσα κι η έρημος χαμάμ.
Σχολείο ο κόσμος και προαύλιο η φύση,
να παίζουν μήλα ο Νεύτωνας με τον Αδάμ.
 
 
*  Every Night & every Morn
Some to Misery are Born 
Every Morn and every Night
Some are Born to sweet delight 
Some are Born to sweet delight 
Some are Born to Endless Night
William Blake, Auguries of Innocence


21 Οκτ 2014

λευκό



μπρος στο λευκό συχνότατα στέκω συλλογισμένος
χαρτί ως άλλοι χάσκουνε ενώπιον βιτρινών
εκεί την ματαιότητα της τέχνης μου θρηνών
ξεσπώ με αγανάκτηση και κάθε λογής μένος

έστω να υποθέσουμε πως αγαθή ποια μούσα
στο πρόσωπό μου έβρισκε έναν Λόρκα ένα Ρεμπώ
πες μου σαν τι θα κέρδιζα π' όταν βρε Χάρε μπω
στο μάτι σου απ' τη μοίρα τους άλλη δεν θα τολμούσα

να ελπίσω (...κι έχω αυτόν τον αλητήριο
που ποιος Αρθούρος με ρωτά ποιος Φεδερίκο
θέλει η φωνή λες να υψωθεί μα πού να βρει ήχο
μες στο λευκό κυλάει χαρτί το δηλητήριο...)




εικόνα: J.Pollock, untitled

23 Αυγ 2014

φεγγάρια




που λες τυχαίνει τ' αστροφώτιστα τα βράδια
του Ιουλίου εκεί που κάθομαι στου Στράτου
(για να ξεφύγω λίγην ώρα απ' τα τετράδια)

να νιώσω πάνω μου το φως του να προβάλλει
κάποιο φεγγάρι που περνά με τη σειρά του...
ξέρω πως φτάνει να σηκώσω το κεφάλι

για να το δω -τα πλευρικά του τα φανάρια
πλάι με τ' άλλα καθώς έρχεται να δέσει
στις αποβάθρες που σκαλώνουν τα φεγγάρια

και λέω τι όμορφες κι αδέξιες σαν φαντάροι
στην πρώτη έξοδο οι ζωές που ψάχνουν θέση
σπρώχνοντας κάποτε το Βέγα ή τον Αντάρη

μ' ένα κρασί όπως εγώ ή με μια μπύρα
μ' ένα τσιγάρο ένα φιλί ή κάποιο αστείο
και της ζεστής ζωές ανάσας τους την πύρα

τ' αύριο ξορκίζοντας παρέες ή ζευγάρια
μα πάντα μόνες τους την ώρα του αντίο
ζωές κατάφωτες σαν πλοία και σαν φεγγάρια







Πρωτοδημοσιευμένο την άνοιξη του 2009. Δυστυχώς, η εικόνα της πλατείας Δημαρχείου (ή Πάνω Πιάτσας) Σερίφου δεν είναι πλέον αυτή που ήταν.

9 Δεκ 2012

το παιχνίδι



Σε αόρατο κύκλο κλεισμένοι
απομείναμε παίκτης και πιόνι
Το παιχνίδι αυτό δεν τελειώνει
πριν να πεις "σ' αγαπώ" τι σημαίνει

Θα το πω κι αν νομίζεις φυλάξου
Στην αγάπη το παν είναι λίγο
Σ' αγαπώ και τις πόρτες μου ανοίγω
χώμα υγρό να δεχτώ τη σπορά σου

Τώρα εγώ! μη θαρρείς πως ζυγώνω
το κορμί σου ανοιχτά σαν το λύκο
σ' αγαπώ θα πει βρες το πηλίκο
που διαιρεί τη χαρά με τον πόνο

Σκέψου ετούτο και μόνος σου κρίνε
Η αγάπη αψηφά τους κανόνες
Είσαι εσύ κι είμαι εγώ, στους αιώνες
Τώρα πες σ' αγαπώ τι δεν είναι

Μια στιγμή να διαλέξω τις λέξεις
Σ' αγαπώ δεν σημαίνει να δρέπω
Πάει να πει σου τα επιτρέπω
όλα κι είναι σειρά σου να παίξεις

Σ' αγαπώ δεν θα πει άρχοντά μου
ν' αρκεστώ σ' ενός στίχου τη ρίμα
Μοιάζει τόσο φτωχή κι είναι κρίμα
Σ' αγαπώ θα πει ζήσε κοντά μου

Κι ασφαλώς δεν σημαίνει χαρά μου
να σε κλείσω στα δυο μου τα χέρια
σα να θέλω να κλείσω τ' αστέρια
το νερό και τους κόκκους της άμμου

Ούτε πάλι θα πει να ριζώσω
καρφωμένη βαθιά σου σαν σφαίρα
Πάει να πει θα κερδίσω τη μέρα
Θα σωθώ και μαζί θα σε σώσω





εδώ το πρωτόλειο

15 Σεπ 2012

γράμμα απ' τα νησιά




είν' όπως τότε τα νερά τους αγκαλιές
χαμένες οι όχθες τ' ουρανού μες στ' αρμυρίκια
θαρρείς κι ετούτες οι μικρές ακρογιαλιές
κρέμονται κάπου από ψηλά σαν σκουλαρίκια


κάθισα κι ήπια ένα κρασί και σε θυμήθηκα
έφερνε ο μπάτης φίλε κάτι απ' τη φωνή σου
κι ο νους μου χάθηκε σε χρόνια μυθικά
από την Κάσο ως τις ακτές της Αλοννήσου


ενθύμια χρώματα του Αιγαίου το θαλασσί
σμαράγδι η Σκιάθος ξανθοπράσινες οι Οινούσσες
μαύρη πλανεύτρα η Σαντορίνη μα εσύ
στης Σέριφος το βιολετί πάντα γυρνούσες


της Σίφνου η άμμος χρόνια κόλλησε στα ρούχα μας
στην Τήλο του ήλιου κυνηγούσαμε τη δύση
η Ερεσός ζωγραφισμένος μουσαμάς
κι η Μήθυμνα έτοιμη στ' αστέρια να πηδήσει


μια τέτοια νύχτα νιώθεις είπες ο ουρανός
πως σε καλεί να κολυμπήσεις στα νερά του
“ποίηση” σκέφτηκα κι αργότερα “οιωνός”
το νέο σαν ήρθε του τροχαίου σου θανάτου


φοβάμαι παρασύρθηκα παλιέ μου φίλε μα
με συνεπήρε η νοσταλγία πώς να σωπάσω
είναι μακριά πολύ το ηλιοβασίλεμα
και φεύγω -πάντα βιαστικός- να το προφτάσω






5 Ιουν 2012

αναφορά ΙΙΙ



Δυο τοίχους χρώμα θαλασσί κι ένα στενό
Μου 'χουν χρεώσει να φυλάω στους αιώνες
Σκοπός να στέκω ν’ αποκρούω και να ξερνώ
Τοξότες φάλαγγες ορδές και λεγεώνες

Στης Χελιδόνας τις πλαγιές έχει βραδιάσει
Κι όλο προσμένω καβαλάρη να σε δω
Ήταν μακρύς για σένα ο δρόμος ως εδώ
Απ’ της Γρανάδας τους αγρούς στα μαύρα δάση

Μπουλούκια αρτίστες θεατρίνοι και τσιγγάνες
Το τραγουδάνε σ’ άλλη γλώσσα σ’ άλλη γη
Μ’ ένα γαρύφαλλο στο στήθος μου πληγή
Μες απ’ τα μάτια σου κοιτώ τις μαύρες κάννες

Τα όνειρά σου γιε μου χίλιες πυρκαγιές
Σαν θα πεθαίνω θάλασσα είπες ν’ αντικρίζω
Βουλιάζει η οθόνη από τις ζητωκραυγές
Για μια πατρίδα που βυθίζεται στο γκρίζο

Του Ψηλορείτη σταυραητέ της Γκιώνας ταίρι
Παντιέρα δωσ’ μου κόκκινη να επιταχτώ
Κι αυτό το σκούφο τον ωραίο σου με τ’ αστέρι
Ασπίδα να ’χω λάβαρο και φυλαχτό

Γενναία λόγια θα σκεφτείς μιας αλληνής
Γεννιάς που χάθηκε νωρίς μάνα μου φταίχτρα
Μην κλαις για μένα είναι τ’ όνομα Ελληνίς
Κι αυτό το πένθος δεν ταιριάζει στην Ηλέκτρα

Χαρά μονάχα γέλια γλέντι και χοροί
Κίτρινοι μαύροι και λευκοί να ’ναι μια ράτσα
Κι ο κόσμος όλος να κοιτάει και ν’ απορεί
Με τους τρελούς που τραγουδούν την Κουκαράτσα

Το ξέρω πόσο μοιάζει πόθος ευσεβής
Ή παραλήρημα μιας εμπυρέτου νόσου
Όταν φωνές ξυπνούν τις μνήμες στο βουνό σου
Τουρίστες θα ’ναι λέω της Παρασκευής

Χέρια που ανοίγουνε γυρεύοντας αγάπη
Μάτια που κλείνουνε γυρεύοντας ψωμί
Νεκροί που ζούνε με το γυάλινό τους χάπι
Άλλοι που σβήνουν ξάφνου δίχως αφορμή

Κι εγώ χαμένος με το μάτι μου θαμπό
Στη μέση στέκομαι γυρεύοντας μια ρήση
Έναν αέρα το μυαλό να καθαρίσει
Μ’ άλλο δεν βρίσκω από τούτο που θα πω

Δυο τοίχους χρώμα θαλασσί μου ’χουν χρεώσει
Λυσσάνε οι νύχτες σαν σκυλί που αγωνιά
Ντύσε μ’ αλήθεια το παιδί να μην κρυώσει
Κάνει μεσαίωνα βαρύ και παγωνιά



 εικόνα, "ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο" του Picasso

6 Φεβ 2012

η σιωπή των ποιμένων



Ένδεια. Ρούχο παλαιικό και ανυπόληπτο
Ξέφτι απόγνωσης βουβής ή και ικεσίας
Ψηλά, της χώρας τα πηλίκα και το υπόλοιπο
Ο «Καλλικράτης», ο «Ερμής», ο «Τειρεσίας»

Φόβος. Στα μάτια. Στις ψυχές. Φόβος στα σώματα.
Πώς μοιάζουν ίδια αίφνης το χείρον με το κρείττον!
Ψηλά, οι λάθρες μαχαιριές για τ’ αξιώματα
Και οι μισές κουβέντες των εξ απορρήτων

Οργή. Ανεξέλεγκτη. Ζωώδης. Στη γυαλάδα της
Ασπρίζουν πάλι πέτρες, δόρατα και τόξα
Ψηλά, οι ποιμένες της σιωπής της απαράβατης
Οι που ίσως κάποιο πνεύμα αντάλλαξαν με δόξα






φωτεινή εξαίρεση ο Μίκης


22 Ιουν 2011

τοξότες


"..ήμουν κι εγώ στον πόλεμο τοξότης.."
Γ.Σεφέρης, Ελένη



αλήθεια.. μ' άστρα στολισμένη και μια ολόλαμπρη
σελήνη κρεμασμένη στο λοβό της
με μάτια-εξάντες τη ζητούσες και μυαλό
που η Λύρα πλάνευε και θάμπωνε ο Βοώτης

αλήθεια.. μήτρα χάος απύθμενο βαθύ
θεά με τ' άπειρα τα χέρια και με τ' άξια
σπαρμένη μάγια την περίμενες να 'ρθει
κι ήρθε στα μαύρα τυλιγμένη της μετάξια

αλήθεια.. στα έγκατα του Λόγου τα κενά
η "μια και μόνη" που ζητάς μες στο κορμί της
καρτέρια στήνοντας δολώνοντας και να
ξάφνου μια λάμψη ...ίσως διάττων ή κομήτης;

όχι! την ώρα που ηδονίζεσαι πνιχτά
(οι Ποσειδώνες να 'ναι; Να 'ναι οι Αιόλοι;)
γαλέρες στέκουν αραγμένες στ' ανοιχτά
τα ζάρια ρίχνονται κι η Σμύρνη καίγεται όλη





αγνώστου, the great fire of London

5 Φεβ 2011

τραγουδάκι ΙΙΙ



βγαίνει κάπως στραβό
όπως τραβώ
μ' εμβρυουλκό το πενάκι
-φενάκη

κρίμας τον τοκετό
το κοιτώ
στο χαρτί το τυλίγω
τι λίγο!

τραγουδιών ε λοιπόν
ελλιπών
ο Καιάδας τα σύννεφα
ας είναι




19 Δεκ 2010

τρία παλιά κομμάτια


μάθε το κόλπο

Πόσες και πόσες άδειες νύχτες σε γυρεύω
μέσα στης τράπουλας με ζήλο τα χαρτιά
Μα δεν μου βγαίνουν κι όσο κι αν τα μαγειρεύω
κρατούν κρυμμένη τη θλιμμένη σου ομορφιά

Κλείνω τα μάτια και νομίζω πως σε πιάνω
Γλιστράς, ξεφεύγεις και μου κρύβεσαι ξανά
Πετώ την τράπουλα και κάθομαι στο πιάνο
να πω στο φάντασμα σου που με τυραννά

Αν είσαι επτά σπαθί θα σ’ αρνηθώ με λύπη
Αν είσαι οκτώ κάρο μην με παρεξηγείς
Μ’ αν τύχει κι είσαι η ντάμα κούπα που μου λείπει
μάθε το κόλπο απ’ το μανίκι να μου βγεις


το χτες το αυριανό

(στην Ελένη)

Στα σιωπηλά, στα σκοτεινά, στα μάτια τα κλαμένα…
Στη νύχτα αυτή που στοίχειωσε και τρέμει την αυγή…
Κι είναι τα λόγια κάρβουνα, στο στήθος μου αναμμένα.
Κι ειν’ η ερώτηση που καίει μα δεν τολμάει να βγει.

Πες μου, θα γύρευες ποτέ το δάκρυ της Σελήνης;
Θα ‘πιανες κόψη ξυραφιού και σίδερο καυτό;
θ’ άντεχες την αγάπη σου στο αίμα να ξεπλύνεις
ή να κοπείς με ένα γυαλί-τραγούδι σαν κι αυτό;

Ποιο φίλτρο, ποιο ναρκωτικό θα επινες για μένα;
για του έρωτα έν’ αφόρετο πουκάμισο αδειανό
Με ποιο φιλί θα σκόρπιζες τα χρόνια τα χαμένα
για το κλεμμένο σήμερα, το χτες το αυριανό;



η εμμονή της μνήμης

καράβια πιάνουνε στα μάτια σου τις νύχτες
άλλοτε η Κίρκη σου τραγούδαγε γυμνή
τώρα χαζεύεις σαν παιδί τους λεπτοδείκτες
κι η κάμαρή σου όλο σου φαίνεται στενή

τα λόγια που έσπερνες φυτρώσανε κι ανθίσαν
οι φίλοι τράβηξαν στο πέρα πουθενά
κι οι μαθητές που στο τραπέζι σου καθήσαν
το μυστικό σου δείπνο πρόδωσαν ξανά

παλιά εικονίσματα κι αγάπες που θαμπώσαν
ποιες μνήμες-μάγισσες σου κλέψαν τη μιλιά;
πάνω στη γλύκα από τον ύπνο σε σηκώσαν
δεμένο σ’ άφησαν και λύσαν τα σκυλιά



πρωτοδημοσιευμένα στη σκακιέρα
-ο τίτλος του τελευταίου "δανεισμένος" απ' το γνωστό πίνακα του Νταλί


persistence-of-memory.jpg

11 Αυγ 2010

τραγουδάκι ΙΙ



θέλω κάτι να πιω
κάτι πιο
με τις μπύρες εν γένει
δεν βγαίνει

ίσως κάτι από σε
κάπως έτσι
στην πλάκα αναμμένο
αναμένω



η εικόνα από εδώ

5 Ιουν 2010

summertime jean blues



Γιορτή του θέρους στον παράδεισον εκείνο
Πού πας κυρά με το μακό και το μπλου-τζιν σου
Φωτιά που καίει ο πυρετός μου -απομακρύνσου
Μα εγώ ζητούσα να καώ, στάχτη να γίνω

Ίχνη στην άμμο και κιθάρες πλάι στο κύμα
Πέφτει ο ήλιος και βαθαίνουνε οι ίσκιοι
Δεν είμαι γόης, ούτε θα τον παραστήσω

Κάποιοι ζητούν φλαμένκο κι άλλοι ροκ μπαλλάντες
Μα εγώ που πάντοτε αγαπούσα τον Θερβάντες
Σκύβω στ’ αυτί σου και ρωτώ σαν λόγου σχήμα

Αν το μπλουζάκι σου μπορώ να τραγουδήσω
Κι αν με κερνάς κάτι να πιω, δεν θέλω ουίσκυ
Γιατί με τζιν γουστάρω απόψε να μεθύσω

Πυρά της νιότης, σε ποιο στίχο να χωρέσεις;
Ρούχα δεν έχεις πια, τα σκόρπισε η ορμή σου
Κι όπως δεν βρίσκω να σκεπάσω το κορμί σου
Τούτο το μπλουζ θα σου χαρίσω να φορέσεις



πρωτοδημοσιευμένο στη σκακιέρα, αφιερωμένο τότε και τώρα στο θαλασσάκι
στα ηχεία ο αγαπημένος της/μας rory
η εικόνα -πειραγμένη- απ' το flickr

9 Μαΐ 2010

πίσω



Μοιάζει μ' αρχή μα, ξέρω, ειν' η κατάληξη.
Α, ποιος θα πει για πού τραβά ένας βίος!
Πόσες σκιές και πόση νύχτα μια κάποια άνοιξη
μες στη φωτιά φωτίζονται αιφνιδίως..

Σκηνές κλισέ μες στο καλειδοσκόπιο.
Να το παιδί! και πίσω του ο γάμος.
Κι αυτός ο χτύπος σαν καρδιά σε στηθοσκόπιο,
ο χρόνος που σκορπά καθώς η άμμος.


Της μοίρας νήματα, απλά που υφαίνονται!
Παιδιά, ναι, πάντα το 'θελα να έχω.
Νιάτα γεμάτα και ζωή κι όσα δεν φαίνονται
που υπήρξα κάποτε, όμως προτρέχω..

Θυμάμαι πίσω στο Πανεπιστήμιο
Τα "σούρτα-φέρτα" και τις εξετάσεις.
Έρωτες, δάκρυα, σινεμά και "να 'βρεις τίμιο",
που μου 'λεγες, "παιδί να τα ταιριάσεις"


Πιο πίσω. Πόθους και κρυφά αγγίγματα.
(Θυμάμαι και τον πρώτο μου, ένας βλάκας!)
Τις μύχιες σκέψεις, τις φοβίες, τα αινίγματα.
Θυμάμαι τα όσα είπα "ναι" της πλάκας.

Τις εκδρομές, το πρώτο μου ποδήλατο
και πώς φοβόσουν μάνα μην χτυπήσω.
Το σταυρουδάκι στο λαιμό που μου 'χες φυλαχτό,
τις κούκλες μου και πίσω, ακόμα, πίσω


μωρό στην κούνια που με είχε δείρει ο
πατέρας γιατί έκλαιγα κι ακόμα
θυμάμαι πίσω, μάνα, εκεί στο μαιευτήριο
"καλότυχο" που σου 'πε η νοσοκόμα.

29 Απρ 2010

τραγουδάκι



θέλω κάτι να πω
και σιωπώ
κάτι τόσο δα λίγο
το πνίγω

αν ο κόσμος ωιμέ
μοιάζει με
σκοτεινή καπνοδόχο
δεν το 'χω

στο συρτάρι εκλιπόν
το λοιπόν
τραγουδάκι θαμμένο
θα μένω


18 Απρ 2010

οιδίπους υπόχρεως




μάνα θυμάσαι είχα μια σάκα με λουριά
κάθε πρωί που μου τα πέρναγες στους ώμους
μου 'ριχνες στάχτη μες στα μάτια και σκουριά
κι "υπακοήν" όλο με δίδασκες στους νόμους

τώρα φωνάζεις και γυρνάς τις άδειες τσέπες μου
ψάχνοντας τίποτα ψιλά για "να τη βγάλεις"
μάνα της θλίψης, της ντροπής, μάνα του ξεπεσμού
μάνα της ένδοξης κατάντιας της μεγάλης

οσφύος κάμψεις και χαμόγελα φαρδιά
σε ποια φανάρια έχεις ξεχάσει τα παιδιά σου;
γόβα στο πόδι το στιλέτο στην καρδιά
και στο τραπέζι παγωμένη η φραπεδιά σου

κέρνα λοιπόν εταίρα εταίρους με τα ηδύποτα
δώσου ως το τέλος στην αρχαία σου αυταπάτη
κι εγώ στον ρόλο χρεωμένος του Οιδίποδα
μαζί σου μάνα χρόνια εδώ στο ίδιο κρεβάτι

μες στον ανίερο πυρετό μου σε ζητώ
(μάνα το σφίξιμο στο στήθος μου είναι κάτι;)
μπρος στην Ακρόπολη και στον Λυκαβηττό
μα εσύ γι ακόμα μια φορά μου 'σαι φευγάτη

σ' ακούω τις νύχτες να γυρνάς απ' το σκυλάδικο
"κάνε σου λένε ρε βλαμμένο πιο κει μη σου..."
σ' έχω ανάγκη πέταξέ με στο τρελάδικο
και του δικαίου σου τον ύπνο αποκοιμίσου


7 Απρ 2010

υποθετικός λόγος

ίσως αν άλλαζε ο καιρός ίσως αν χιόνιζε
ίσως αν έκοβα ένα μέλος μου ένα πόδι
ίσως αν έπιανα ερωμένη ή εραστή
ίσως μαζί σου κάποιος άλλος αν διαιώνιζε
το είδος (να 'χε λέει ανάγκη παραστεί!)
ίσως τ' απλά αν τα προτιμούσα απ' τα ερεβώδη

ίσως αν άσπριζε το μαύρο ώσπου να φαίνεται
ίσως αν διέφερε μια στάλα και ο ίσος
ίσως τ' ανείπωτο αν μπορούσε να λεχθεί
ίσως το σήμερα ή το χθες κι ό,τι άλλο θέλετε
κυρίας απούσης πάσα υπόθεσις δεκτή
ίσως αν χιόνιζε και πάλι λέω ίσως





εικόνα: pablo picasso, nature morte

8 Φεβ 2010

με τον τρόπο του Μ.Ε.


Για ποιους ανθρώπους τραγουδάς, θα με ρωτάνε
κι εμένα ο νους μου ένα κουβάρι απ’ το πιοτό
Πρόσωπα γύρω φιλικά θα με χτυπάνε
στην πλάτη κι άλλοι μ’ αγωνία θα με κοιτάνε
να ψάχνω κάπου μια γωνία για να κρυφτώ
μα δεν θα βλέπουν καθαρά τι μου ζητάνε


Για τους ανθρώπους που κοιμούνται αυτό το βράδυ
Για όλους εκείνους που μαζί μου ξενυχτούν
Γι αυτούς που κύλησε η ζωή τους δίχως χάδι
Που -γέροι πια- φοβούνται ακόμα το σκοτάδι
Γι αυτούς που δαίμονες βαθιά τους αλυχτούν
γιατί έχουν πάνω τους της νύχτας το σημάδι


Γι αυτούς που κρύβονται, που ζουν κουλουριασμένοι
Γι αυτούς τους λίγους πού ‘χω λόγο να κερνώ
Για τους πολλούς που 'ναι ουρανοί συννεφιασμένοι
Γι αυτούς που ξάφνου βλέπουν δεν τους απομένει
λόγος να υπάρξουν και βουτάνε στο κενό
Γι αυτούς που κλάψαν από αγάπη προδομένοι


Γι αυτούς που ζούνε σιγανά μα όλο φωνάζουν
Γι αυτούς που σκύβουν, που τα λόγια τους μασούν
Για τις γυναίκες και τους άντρες που στενάζουν
Π' όλο ζητούν τη διαφυγή κι όλο διστάζουν
στο ίδιο κρεβάτι είκοσι χρόνια που μισούν
για να ‘χουν λόγο κι αφορμή ν' αναστενάζουν



Pablo Picasso, El viejo guitarrista


πρωτοδημοσιευμένο στη σκακιέρα

12 Δεκ 2009

once up on a down



μια Κυριακή ενός Δεκέμβρη ενός χειμώνα
με μανταρίνια Gauloises και κρύα χέρια
δυο ταξιδιώτες δυο τρελοί δυο κάστρα ακέρια
δυο σύννεφα μοναχικά μα όχι μόνα

πήραν τους δρόμους και τραβάν πίσω σηκώνει
λάγνον αέρα να χαϊδέψει λέει γυναίκα
κι εσύ ρωτάς τα τρένα ποιος ξύλο επελέκα
σβούρες σκαλίζοντας μα δες μονάχα σκόνη

μια δύση ορίζοντες εκεί στα καστανά του
κάτι σαν χίμαιρα ή φαύλη επιθυμία
μες στα βαθιά νερά τους πόσες με τη μία
φορές δεν έκανες το γύρο του θανάτου

ζητώντας χρώματα φανάρια μες στο μαύρο
και ηχοχρώματα στις παύσεις των τετάρτων
ενώ παλεύοντας τις μνήμες των τεράτων
ουτόπου απρόσιτου την θύρα έψαχνα να βρω

και να που φτάσαμε σ’ αυτόν τον κυκεώνα
με μανταρίνια, Gauloises και χέρια κρύα
δυο ταξιδιώτες δυο τρελοί σε μια πορεία
μια Κυριακή κάποιου Δεκέμβρη κάποιου αιώνα




αφιερωμένο

2 Δεκ 2009

ανωτερότης



σε χαιρετώ κάθε πρωί, έτσι με μάθαν
noblesse oblige, μια καλημέρα, ένα πώς είστε
κι ενώ να ουρλιάξω θέλω, ανθρώποι βοηθήστε
ψελλίζω μόνο τ' όνομά σου, Λεβιάθαν

στα μέσα-έξω, φαρισαίος ή τελώνης
χρυσό παιδί, πολιτικός, δημοσιογράφος
τα γαμψά νύχια, αναρωτιέμαι, και το ράμφος
τίνος τα μούτρα κάνουν κρέας όταν τελειώνεις

α! θα σου άξιζε αυτό, ποιος αμφιβάλλει
μα δεν αρμόζει στην ανώτερή μου φύση
και η ευγένεια ξανά θα μ' εμποδίσει
να σου φυτέψω μία σφαίρα στο κεφάλι


εικόνα αλιευμένη στο δίκτυο


24 Νοε 2009

λευκό


μπρος στο λευκό συχνότατα στέκω συλλογισμένος
χαρτί ως άλλοι χάσκουνε ενώπιον βιτρινών
εκεί την ματαιότητα της τέχνης μου θρηνών
ξεσπώ με αγανάκτηση και κάθε λογής μένος

έστω να υποθέσουμε πως αγαθή ποια μούσα
στο πρόσωπό μου έβρισκε έναν Λόρκα ένα Ρεμπώ
πες μου σαν τι θα κέρδιζα π' όταν βρε Χάρε μπω
στο μάτι σου απ' τη μοίρα τους άλλη δεν θα τολμούσα

να ελπίσω (...κι έχω αυτόν τον αλητήριο
που ποιος Αρθούρος με ρωτά ποιος Φεδερίκο
θέλει η φωνή λες να υψωθεί μα πού να βρει ήχο
μες στο λευκό κυλάει χαρτί το δηλητήριο...)




εικόνα: J.Pollock, untitled