10 Σεπ 2008

καθαρτήριο


-Στην αρχή, βέβαια, υπήρξε μια περίοδος προσαρμογής στη «μοίρα εισόδου» για τους νεοεισελθόντες, τα «νεούλια». Εκεί -και μόνο- υπήρχαν ακόμα ταξικοί και φυλετικοί διαχωρισμοί, καθώς και χωριστά λουτρά για τους άντρες και τις γυναίκες. Εκεί γινόταν μια πρώτη εκτίμηση για την κατάσταση των ασθενών, το χρόνο και τις απαιτούμενες βαθμίδες αποκατάστασης. Υπήρχαν εκείνοι, όπως η αφεντιά μου, που συνεργάζονταν ολόψυχα και με ενθουσιασμό σ’ αυτήν την –τρόπον τινά- αποτοξίνωση και υπήρχαν άλλοι οι οποίοι απαιτούσαν μια κοπιώδη διαδικασία με καθημερινή ψυχολογική στήριξη, γεμάτη κρίσεις πανικού και πισωγυρίσματα.

-Καταλαβαίνω. Όπως και να το κάνεις, δεν είναι μικρό πράγμα. Εννοώ, με την ομαδική συμβίωση κι όλα αυτά. Θα υπήρχαν ένα σωρό προβλήματα.

-Υπήρχαν στην αρχή. Όμως, ειδικά στο θέμα αυτό, οι επιβλέποντες βοηθοί ήταν απόλυτοι. Το πρώτο που έπρεπε να ξεριζωθεί ήταν το αίσθημα της ιδιοκτησίας, σε όλες του τις μορφές. Θέλοντας και μη, λοιπόν, μάθαινες να συνυπάρχεις με τους άλλους.

-Και η εκπαίδευση;

-Ω, αυτή ήταν κάτι το ανεπανάληπτο, το μεγαλειώδες. Ήταν ό,τι πιο συναρπαστικό έχω ζήσει, αν και φοβάμαι ότι το ρήμα δεν είναι το πλέον κατάλληλο. Απ’ το πρωί που ξυπνούσαμε μέχρι το βράδυ που πλαγιάζαμε, αλλά και κατά τη διάρκεια του ύπνου, μέσα από ειδικά σχεδιασμένα εκπαιδευτικά όνειρα, όλες οι ώρες μας ήταν αφιερωμένες στο πρόγραμμα ΑΒΓ.

-Δηλαδή;

-Ανασκευή Βιωματικής Γνώσης. Πρόκειται για ένα πρόγραμμα αναμόρφωσης, το οποίο επιτίθεται στα στερεότυπα σχήματα, τα οποία δηλητηριάζουν τον τρόπο αντίληψης, ανάλυσης και ταξινόμησης με τον οποίο λειτουργεί η συνείδηση. Πάρε για παράδειγμα τις σχέσεις μας με τους άλλους. Ένα από τα πρώτα πράγματα που μάθαμε ήταν να μην διαχωρίζουμε αξιολογικά τους γύρω μας. Χαρακτηρισμοί όπως «αγαπητέ», «φίλε», «αδερφέ» κλπ έπρεπε να αποφεύγονται ως άνευ νοήματος, επιδεικτικοί και υποκριτικοί. Υπήρχαν επιβλέποντες βοηθοί οι οποίοι προωθούσαν ως «διακριτική τιμωρία» τη χρήση αντι-χαρακτηρισμών, που ήταν επιτιμητικές (έως ξεκάθαρα κοροϊδευτικές) εκφράσεις όπως «διασκεδαστικός», «καημένος» ή «κολοκύθας», ένας αποδοκιμαστικός χαρακτηρισμός πολύ διαδεδομένος.
Ρωτούσες, ας πούμε, κάποιον: «Πού βγαίνει κανείς από δω, φίλε;» κι έπαιρνες την απάντηση: «Πού θες να βγεις καημένε; Eκεί που ήσουν, κομμάτι δύσκολο.»
Ή, σε μια γυναίκα: «Πόσο χαίρομαι που σε ξαναβρίσκω, αγαπημένη μου!» «Κι εγώ χαίρομαι. Είσαι πάντα τόσο διασκεδαστικός.»
Μια φορά, ήμουν ακόμα αρχάριος, επαίνεσα δυο πολύ χαριτωμένα παιδάκια και τα ρώτησα ποια είναι η μητέρα τους. Το κοριτσάκι άρχισε να γελάει κι όταν το ρώτησα ποιο είναι το αστείο, το αγόρι μου απάντησε: «Εσύ, βρε κολοκύθα.»

-Και πώς εκπαιδευόταν κανείς σ’ αυτόν τον νέο τρόπο σκέψης.

-Μα, παρακολουθώντας τις τάξεις. Υπήρχαν διάφορες. Υπήρχαν εκείνες όπου απλά συνήθιζες να μοιράζεσαι πράγματα και εμπειρίες και να έρχεσαι κοντά με τους άλλους, πχ θυμάμαι μία τάξη όπου το μόνο που κάναμε ήταν να αγγίζουμε ή να αγκαλιάζουμε τους άλλους. Εκεί το πιο μεγάλο πρόβλημα ήταν να πείσεις τους άντρες να αγγίζουν ο ένας τα γεννητικά όργανα του άλλου, πρόβλημα που δεν το συναντούσες στις γυναίκες. Υπήρχαν, επίσης, εκείνες όπου μάθαινες να αντιμετωπίζεις τους άλλους ως ίσους, ανεξαρτήτως κοινωνικής τάξης ή φυλής. Το παράδειγμα του Ιησού με το πλύσιμο των ποδιών το ξέρεις.. Οι πιο προβληματικές, ωστόσο, ήταν εκείνες που αφορούσαν στην απενοχοποίηση του σώματος, του φύλου και της ερωτικής πράξης. Καταλαβαίνεις, δημόσιοι αυνανισμοί, συνουσίες και τα παρόμοια.

-Μιλάς για προχωρημένα πράγματα.

-Σου κάνω μόνο μια πολύ γενική περιγραφή.

-Και τι γινόταν μ’ εκείνους που δεν εξελίσσονταν, τους ανεπίδεκτους ας πούμε. Θα υπήρχαν και τέτοιοι..

-Πάρα πολλοί. Η πλειοψηφία θα έλεγα. Μ’ αυτούς, όπως σου είπα, γινόταν η πιο σκληρή δουλειά. Αν παρά ταύτα συνέχιζαν να αντιδρούν..

-Τότε;

-Τους έστελναν πίσω στην κόλαση.




εικόνα: Salvador Dali, Divine Comedy, the fourth circle of purgatory

9 Σεπ 2008

κόλαση



Κάθε μέρα το ίδιο φαϊ, τα ίδια ψεύτικα λόγια, τα ίδια ανταλλάξιμα χαμόγελα. Φύλλο, άρρεν. Φυλή, λευκή. Επάγγελμα, προσαρμοσμένος. Ως το τέλος.

Κάποιοι μιλούν για μια νέα αρχή -πώς την εννοούν; Θυμάμαι κάποτε, σ' ένα αμφιθέατρο, τα μαλλιά της. Ποια ήταν; Πώς έμοιαζε στο πρόσωπο; Μόνο τα μαλλιά της έβλεπα, τα τόσο άδεια από δάχτυλα. Νέα αρχή, ίσως, το χέρι με καρδιά που απλώνεται στα μαλλιά μιας άγνωστης.

Προχτές προσπάθησα να χαμογελάσω σ' ένα παιδί. Έλεγξα προσεκτικά γύρω αν με βλέπουν. Κανείς. Και πάλι, δεν τόλμησα.





εικόνα: Salvador Dali, Divine Comedy, the waterfall of the phlegethon inferno -canto 34

26 Αυγ 2008

τρία


από ένα σχόλιο στον φίλο ιστολόγο
πασσαρέλλα


ένα
Ήλθα με τα σφιγμένα δόντια μου και τα καλά κρυμμένα μυστικά απ' τις ηλιόλουστες πόλεις τους. Η σκακιέρα ήταν στημένη κι όλοι περίμεναν τον πρωταγωνιστή για ν' αρχίσει η παράσταση. Κάτω απ'τις σόλες των παπουτσιών μου ασφυκτιούσαν γυαλοί των Κυκλάδων, καφέδες σκέτοι -χωρίς μου έλειψες, σ' αγαπώ- και στιχάκια παρείσακτα. Στα μάτια μου χορεύανε σάτυροι. Κρατούσα τα βλέφαρα κλειστά, μην τύχει και τους δεις και τρομάξεις. Στην πλάτη, ξεδιάντροπα χτυπημένα με βελόνα ανεξίτηλη, κόκκινα σημάδια από μαστίγιο. Διψούσα. Είπα τα λόγια μου με στόμφο κι υποκλίθηκα. Πού ήσουν; Δεν άκουσες; Ήλθα μ' εκείνο το στερνό παράπονο του ποιητή.

δύο
Ήλθα όταν όλα πια είχαν κριθεί. Είχαν παιχτεί τρεις παρατάσεις και τα πέναλτυ. Χτύπησα συνθηματικά. Μου άνοιξαν ένας ξεραμένος βασιλικός και κάτι πεινασμένα φαντάσματα. Εσύ; Κάπου αλλού -στην Ταυρίδα, στην Αίγυπτο... Χαμογελούσες. Είχες τον ύπνο ελαφρύ του νεογέννητου, ίσως που δεν το πρόλαβες να με γνωρίσεις. Τίναξα τις φτερούγες με θυμό, μετά θυμήθηκα -δεν έχω φτερούγες. Ήμουν λοιπόν ένα πιόνι; Κράτησα την ανάσα μου. Μέτρησα αντίστροφα τρεις φορές, ψέλισα ξόρκια ακατάληπτα. Τίποτα. Μηδέν.

τρία
Ήλθα, αλλά έλειπες. Η σκακιέρα ήταν στημένη με όλα τα κομμάτια στη θέση τους εκτός απ’ τους τρελούς. Έπεσα στα γόνατα φωνάζοντας «δεν γίνομαι πιόνι! δεν γίνομαι πιόνι!» και δάκρυα από μελάνι γέμισαν τα μάτια μου. Όταν η όρασή μου καθάρισε ήμουν γονατιστός στο κέντρο της σκακιέρας, στο ε4, η μάχη μαινόταν γύρω μου, όμως δεν ήτανε λέει μάχη αλλά χορός και μάλιστα στο βασιλικό ανάκτορο. Ιππότες και πύργοι στροβιλίζονταν στο ρυθμό του βαλς, ενώ μια μαύρη ντάμα γελούσε δείχνοντας προς το μέρος μου με τη βεντάλια της. Ξύπνησα σ’ ένα μακρινό σύννεφο.



η εικόνα του M. L. Walker

21 Αυγ 2008

ενοχή


Είδα το φόβο της ψυχής να εξαπλώνεται

Καθώς η νύχτα μασκαρεύονταν σε μέρα
Το θρήνο άκουσα απ' το χώμα να υψώνεται
Μες απ' της γης τον κουρνιαχτό στο γκρίζο αέρα

Είδα τα μάτια του θηρίου, το χνώτο μύρισα
Είδα πολέμους και φωτιά και δυστυχία
Κι είδα τον ένοχο μα ευθύς την πλάτη γύρισα
Όπως πετάς τα επιβαρυντικά στοιχεία

Είδα το μαύρο αστέρι κι είδα τα ερείπια
Φώναξα "ποιος" και μου γελάσανε δυο γέροι
Μες στα χαλάσματα αυτοί παίζανε σα νήπια
Ήσουν εσύ κι εγώ αδερφέ μου χέρι-χέρι






εικόνα: Η. ROBERT (1733-1808), Imaginary View of the Grande Galerie in the Louvre in Ruins (musee du Louvre)

8 Αυγ 2008

αναφορά


πίσω από τούτα τα λευκά
το χάος σε υποδέχεται ολάνθιστο
μυρίζει το χώμα φωνές
και μικρές πυρκαγιές σημαδεύουν ψηλά
τ' ουρανού τα περάσματα

εκεί ανοιχτή
ξεχασμένη χρόνους πολλούς να χτυπά
στους ανέμους τη βρήκες τη θύρα
του ανέγγιχτου

τούτες οι πέτρες που αγγίξαμε
οι πέτρες που ξεβάψαν φως πάνω στα σκονισμένα ρούχα μας
κι όλα τα γέλια κι οι πίκρες και τα μικρά ωσαννά
όλα τα "χάιντες" που ξοδέψαμε στου χρόνου ζεμένοι
το άροτρο

με το βήμα πάντοτες αλαφρύ μην και ξυπνήσουν τα πέλαγα

όλες οι αγρύπνιες μας κι οι μουσικές και τα λόγια
πρόσφορα που ζυμώναμε ολονυχτίς
να βρούνε τα παιδιά αντίδωρο να πιστέψουν
στην άνοιξη

ήταν εκεί

μα δεν ήταν
στοιβαγμένα με τάξη και σπουδή περισσή
αυτά
σαν ερώτων σημάδια στα παλιά μας τετράδια
η καρδιά που ζητούσε
με τα φτερά να χτυπάν
είπες δεν ήταν
στους ανέμους εβγήκες ξανά και στη θήρα
του ανέγγιχτου

έτσι απλά κοιτάζοντας
πέρα απ' το πέρα πίσω απ' το πίσω

πίσω από κείνα τα λευκά όπου το χάος σου εμφανίζεται
ολάνθιστο

πίσω απ' τα γέλια και τις πίκρες και τα μικρά ωσαννά

πίσω απ' τα χάιντες που ξοδέψαμε στου χρόνου το άροτρο

πίσω από τις μουσικές κι από τα λόγια μας πίσω
από τις πέτρες που ξεβάφουν φως στα σκονισμένα μας όνειρα

και πίσω

από κάθε στροφή

όπου κεφαλαίο καραδοκεί

το φεγγάρι