19 Απρ 2014

ΔΕΚΑΛΟΓΟΣ





    ΕΝΑ 
    Εγώ που σου μιλώ είμαι Άνθρωπος και όχι Θεός. (Δεν ψωνίστηκα -τόσο πολύ- ακόμα.) Μοίρα μου κοινή με κάθε ανθρώπου: να γεράσω και να πεθάνω. Και –το κυριότερο- τούτης της Μοίρας μου να έχω επίγνωση.  
    ΔΥΟ
    Έτσι, ως Άνθρωπος αλλά και πρόσωπο βουβό μιας τραγωδίας, αναζητώ τη σωτηρία: στρέφομαι στο Πνεύμα. Και αναζητώ τη λησμονιά: στρέφομαι στη σάρκα. 
    ΤΡΙΑ 
    Όμως, εγώ που σου μιλώ –ο Άνθρωπος, πάντα- είμαι συγχρόνως και Ζώο. Φύση μου είναι τα Ένστικτα: τ’ αποδέχομαι ή όχι, αυτά υπάρχουν. Και δίχως Πνεύμα γίνομαι έρμαιο των ενστίκτων μου.  
    ΤΕΣΣΕΡΑ 
    Μες από τούτο το βαθύ διχασμό πορεύομαι. Αθώος, γιατί δεν ευθύνομαι για τη Φύση μου ή τη Μοίρα. Και Ένοχος, γιατί γνωρίζω Ευθύνη τι σημαίνει.  
    ΠΕΝΤΕ 
    Εγώ, λοιπόν, το Ζώο -ο Άνθρωπος- έχω το μοναδικό απ’ όλα τα ζώα προνόμιο, που τ’ ορίζει η επίγνωση της μοίρας και το βάρος μαζί τής ευθύνης μου: να φτιάχνω Θεούς. Κατ’ εικόνα δική μου. Γιατί φοβάμαι. Μα και γιατί ζητώ ένα νόημα. Γιατί ζητώ Απαντήσεις.  
    ΕΞΙ 
    Σημαντικό: η πρόταση 5 δεν έχει –κι ούτε θα μπορούσε- να πει κάτι επί του αν τωόντι υπάρχει Θεός και πώς μοιάζει. Η πρόταση 5, όπως και οι υπόλοιπες, μιλά για τον Άνθρωπο.  
    ΕΠΤΑ 
    Λησμονιά και Απαντήσεις, Απαντήσεις και Λησμονιά: αυτά ζητώ. Τα ζητώ με τα Ένστικτα και τα ζητώ με το Πνεύμα, που συχνά τα μπερδεύω και βαφτίζω το Ένστικτο «Πνεύμα». Κι αυτό είναι φυσικό όσο θεωρώ ότι «Εγώ» είναι το Πνεύμα μου και στ’ όνομά του διαρκώς απολογούμαι.  
    ΟΚΤΩ 
    Ζητώ Απαντήσεις από περιέργεια –ρωτάω «ποιος;» και «τι;» και «γιατί;» Και ζητώ Απαντήσεις από ανάγκη –ρωτάω «πώς;». Και ζητώ Απαντήσεις από Ευθύνη. Ρωτάω: «είναι σωστό;» Αυτές οι τελευταίες είναι οι δυσκολότερες. Γιατί μπορεί να προκαλέσουν συγκρούσεις.  
    ΕΝΝΕΑ 
    Τις συγκρούσεις, ως Άνθρωπος, τις φοβάμαι. (Ως Ζώο, όχι πάντα.) Κι έχω μια λύση γι’ αυτές: κοινές με τους άλλους ανθρώπους Απαντήσεις. Υποτάσσομαι στο σύνολο. Αυτό, εκτός των άλλων σημαίνει: παραχωρώ την ανάγκη μου και το δικαίωμα να φτιάχνω Θεούς στην Κοινότητα. Και ανακαλύπτω πως είναι ευκολότερα έτσι. Γιατί η Ευθύνη της δ ι α φ ύ λ α ξ η ς των Απαντήσεων είναι πολύ μικρότερη από την Ευθύνη ε ξ ε ύ ρ ε σ η ς των Απαντήσεων.  
    ΔΕΚΑ 
    Αναζητώντας απαντήσεις, προοδεύω κι αυτό στην κυριολεξία σημαίνει: πάω μπροστά. Το φως της Γνώσης άλλοτε φέγγει κι άλλοτε γίνεται αετός που σπαράζει το συκώτι μου. Όμως δεν μπορώ ν’ αλλάξω την κατεύθυνση των πραγμάτων κι ούτε χρειάζεται. Ότι ο Κόσμος πάει στο χειρότερο είναι κοινή ψευδαίσθηση όλων των γενεών και όλων των ανθρώπων: δεν έχει να κάνει με τον Κόσμο, αλλά με την επίγνωση της φθοράς. Κόσμος για τον Άνθρωπο είναι η Μοίρα του Ανθρώπου. Όπως τη Μοίρα μου αποδέχομαι, έτσι τον Κόσμο πρέπει –οφείλω- να αποδεχτώ.

7 Δεκ 2013

οι κροίσοι




πρόσωπα:

ΥΠΟΥΡΓΟΣ  (Ο)
ΕΠΙΤΡΟΠΟΣ  (Η)
ΑΚΡΙΒΟΠΟΥΛΟΣ
ΜΑΡΙΑ
ΓΙΑΝΝΗΣ

Τόπος:  εσωτερικό ακριβού εστιατορίου  (Σκηνικό με σερβιτόρους αγάλματα)



ΥΠΟΥΡΓΟΣ: Χαριτωμένο.

ΕΠΙΤΡΟΠΟΣ: Βρίσκετε;

ΥΠ: Έχει κάτι.

ΕΠ: Ε μα, ναι, σας το είπα, δεν σας το είπα;

ΥΠ: Μου το είπατε. Και είστε σίγουρη ότι...

ΕΠ: Απολύτως.

ΥΠ: Φαίνεται ακριβό.

ΕΠ: Μην ανησυχείτε καθόλου. Έχω έλθει επανειλημμένως. Ποτέ δεν με άφησαν να πληρώσω ούτε ένα ευρώ. “Την επόμενη φορά”, έτσι λένε πάντα.

ΥΠ: Εσείς ξέρετε. (Της τσιμπά το μάγουλο.) Είστε η ειδικός!

ΕΠ: Άτακτο παιδί! (Αμηχανία.) Μα που είναι ο συνδαιτημόνας μας; Δεν συνηθίζει να καθυστερεί.

ΥΠ: Ασχολίαστον.

ΕΠ: (Τον κοιτάζει ερωτηματικά.) Εννοείτε το έργο που...

ΥΠ: Εννοώ το έργο που...

ΕΠ: Μια συνηθισμένη καθυστέρηση.

ΥΠ: Δεκαοκτώ μηνών.

ΕΠ: Εθιμοτυπική, θα έλεγα.

ΥΠ: Δεν μου αρέσουν οι καθυστερήσεις στα έργα. Ο κόσμος δυσανασχετεί.

ΕΠ: Ο κόσμος είναι γκρινιάρης και αχάριστος. Αυτό μας έλειπε, να του ζητάμε την άδεια!

ΥΠ: Μην ξεχνάτε τη θέση μου. Ο πελάτης έχει πάντα δίκιο.

ΕΠ: Εν πάση περιπτώσει, το έργο αποπερατώθηκε έστω και με καθυστέρηση. Όσο για τον Ακριβόπουλο, απ' όσο ξέρω, στην προσωπική του ζωή είναι ό,τι λέει το όνομά του: ακριβής.

ΥΠ: Και ακριβός.

ΕΠ: Τον έχετε άχτι, καθώς φαίνεται. Ίσως αυτή η συνάντηση να μην ήταν και τόσο καλή ιδέα, τελικά.

ΥΠ: (Της τσιμπά το μάγουλο. Εκείνη του χτυπά το χέρι ναζιάρικα.) Μια συνάντηση μαζί σας δεν είναι ποτέ κακή ιδέα. Μα, ελάτε πιο κοντά μου. Γιατί απομακρύνεστε;

ΕΠ: Γιατί... (ακούγονται φωνές) Τον ακούω που έρχεται. (Αιφνιδιαστικά, του σκάει ένα φιλί.) Θέλω να είσαι φρόνιμος.


(Μπαίνουν ο Γιάννης και η Μαρία. Πίσω, σχεδόν τους σπρώχνει ο Ακριβόπουλος.)

ΜΑΡΙΑ: Δεν μπορούμε. Δεν είναι σωστό.

ΑΚΡΙΒΟΠΟΥΛΟΣ: Αφού σας παρακαλώ. (Περνά μπροστά)

ΓΙΑΝΝΗΣ: Αφού μας παρακαλεί.

ΜΑΡ: (Σιγά, με μια ανάσα) Μα πώς θα παρουσιαστώ έτσι στον υπουργό; Ούτε ένα κομμωτήριο!

ΓΙΑΝ: Μην σε νοιάζει. Είναι απλός άνθρωπος.

ΑΚΡ: Κύριε υπουργέ! Κυρία επίτροπος! Απολογούμαι για την καθυστέρηση. Μια απρόοπτη συνάντηση, τολμώ να πω. (Προς τους δύο που στέκονται σε απόσταση) Μα ελάτε λοιπόν!

ΓΙΑΝ: Ε... καλησπέρα σας.

ΜΑΡ: Καλησπέρα.

ΑΚΡ: (Κάνει τις συστάσεις) Ο κύριος Μαυρομμάτης. Tολμώ να πω, από τους καλύτερους υπαλλήλους της εταιρείας μας. Η σύζυγός του. Ο υπουργός μας. Η κυρία επίτροπος.

ΜΑΡ: Σε ποια επιτροπή; ...Τι σκουντάς Γιάννη μου, έκανα γκάφα; Είναι που δεν είμαι μαθημένη -ξέρετε. Έχω τόσο τρακ. Πρώτη μου φορά βλέπω υπουργό από τόσο κοντά. (Προς τον υπουργό) Καλέ, η τηλεόραση σας αδικεί. Δεν είστε τόσο... εννοώ... είστε πολύ κομψός.

ΥΠ: Ευχαριστώ. Κι εσείς πολύ χαριτωμένη. Παρακαλώ, καθίστε μαζί μας.

ΑΚΡ: Τους το είπα ότι είστε πολύ καταδεκτικός. Και ότι χαίρεστε, τολμώ να πω, να έρχεστε κοντά στον απλό κόσμο.

ΓΙΑΝ: Μας το είπε, Μαρία, δεν μας το είπε; Μας το είπε.

ΜΑΡ: (Σιγά) Καλά, καλά. Θα σε δω όταν έρθει ο λογαριασμός.

ΓΙΑΝ: Μην είσαι κουτή. Δεν θα πάρουν λεφτά από μας.

ΜΑΡ: Ότι δεν θα πάρουν είναι σίγουρο. Το θέμα είναι να μην ζητήσουν.

ΓΙΑΝ: (Προς τους άλλους) Λοιπόν, τι λέγαμε; Ωραίο μαγαζί.

ΥΠ: Εικοσιεπτά αστέρια!

ΓΙΑΝ: (Δήθεν αδιάφορα) Θα είναι ασφαλώς ακριβό.

ΥΠ: Όχι ιδιαίτερα. Στην πραγματικότητα, τρως σχεδόν τζάμπα. Τι λέτε κι εσείς αγαπητή μου.

ΕΠ: (Τινάζεται μ' ένα επιφώνημα, σαν να την τσίμπησαν. Ο Ακριβόπουλος μαζεύει βιαστικά τα χέρια του που είχαν απλωθεί κάτω απ' το τραπέζι.) Τι να πω; (Σιγά) Άτακτο!

ΥΠ: Ρωτά ο κύριος για τις τιμές.

ΕΠ: Καλέ, ποιες τιμές; (Δείχνει πάνω στο τραπέζι) Πάρτε ελεύθερα. Ποιος θα τα φάει όλα αυτά; (Σιγά) Σταμάτα, σου λέω!


ΓΙΑΝ: Παίρνουμε, παίρνουμε! (Τεντώνεται προσπαθώντας να φτάσει τις πιατέλες που γεμίζουν τη μεριά των τριών. Ο Ακριβόπουλος του χτυπά παιχνιδιάρικα το απλωμένο χέρι κι ύστερα του σπρώχνει ένα μικρό πιατάκι. Μουδιασμένος ο Γιάννης, παίρνει από μέσα ένα κόκκαλο κι αρχίζει να το γλύφει.)

ΜΑΡ: (Προς την επίτροπο, με συγκρατημένη οργή) Σε ποια επιτροπή είστε είπαμε;

ΑΚΡ: (Ξεροβήχει) Λοιπόν, κύριε υπουργέ, ποια είναι η θέση σας για την προμήθεια του υλικοτεχνικού εξοπλισμού της Ελληνικής Αναγέννησης;

ΥΠ: Κοιτάξτε να δείτε. Να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Οι καθυστερήσεις της εταιρείας σας στο σχέδιο “Αθηναϊκή Άνοιξη” ζημίωσαν το Δημόσιο και εξέθεσαν την κυβέρνησή μας. Σας προειδοποιώ ότι οι ρήτρες της Ελληνικής Αναγέννησης θα είναι πολύ υψηλότερες.

ΑΚΡ: Με προειδοποιείτε;

ΥΠ: Τολμώ να πω.

ΓΙΑΝ: Τι λένε; Δεν ακούω καλά.

ΜΑΡ: Τίποτα, τίποτα. Γλύψε το κοκκαλάκι σου εσύ.

ΑΚΡ: (Βγάζει ένα μπλοκ επιταγών) Πόσο “υψηλότερες”;

ΥΠ: Επταψήφιες.

ΓΙΑΝ: Επταψήφιες; Είπε επταψήφιες; (Η Μαρία του δείχνει το κόκκαλο.)

(Ο Ακριβόπουλος συμπληρώνει, υπογράφει και δίνει στον υπουργό την επιταγή. Εκείνος βγάζει και φορά τελετουργικά τα γυαλιά του, μετρά επτά δάχτυλα, ύστερα γουρλώνει τα μάτια κι ανοίγει και όγδοο. Ένα πλατύ χαμόγελο φωτίζει το πρόσωπό του. Βάζει την επιταγή στην τσέπη και υψώνει το ποτήρι του. Οι άλλοι τον μιμούνται.)

ΥΠ: Ας πιούμε! Στην Ελληνική Αναγέννηση!

ΟΛΟΙ: Στην Αναγέννηση!!!

ΜΑΡ: Μην πίνεις πολύ!

ΓΙΑΝ: Να μην πιω; Σε τέτοια γιορτή; Τέτοια ιστορική συμφωνία; Έλα γεια μας!

ΜΑΡ: Ιστορική συμφωνία λες το λάδωμα; Καλό κουμάσι ο διευθυντής σου!

ΓΙΑΝ: Όχι διευθυντής! Κάτοχος του πλειοψηφικού πακέτου!

(Τσουγκρίζουν. Ο Ακριβόπουλος τους σπρώχνει άλλο ένα πιατάκι. Η Μαρία παίρνει ένα κόκκαλο κι αρχίζει να γλύφει κι αυτή.)

ΓΙΑΝ: Αυτοί οι άνθρωποι ξέρουν να διασκεδάζουν! Και το μαγαζί, ε; Μη μου πεις;

ΥΠ: Περνάμε καλά;

ΓΙΑΝ: Σούπερ!


(Η Μαρία μουγκρίζει με το κόκκαλο και αγριοκοιτάζει τον Ακριβόπουλο που της κάνει περίεργα νοήματα)

ΥΠ: Ας πιούμε!

ΟΛΟΙ: Ας πιούμε!!!

ΥΠ: Στην Αναγέννηση!

ΟΛΟΙ: Στην Αναγέννηση!!!

Σκοτάδι/Φως

(Η μουσική δυναμώνει. Παίζει το “Σήκω χόρεψε κουκλί μου”. Ο Ακριβόπουλος χορεύει με την Επί-τροπο στα όρια του άσεμνου. Ο υπουργός με μισομεθυσμένο βλέμμα. Κρατά ένα μεγάλο ρολό και πασχίζει να διαβάσει/αποκρυπτογραφήσει τα γραφόμενα. Ο Γιάννης, με ανεβασμένη λίμπιντο μετά το υποτιθέμενο φαγοπότι, καλοπιάνει τη Μαρία, η οποία παρακολουθεί με ανησυχία τα καμώματα του υπουργού)

ΜΑΡ: Ήρθε η λυπητερή.

ΓΙΑΝ: (Τραυλίζοντας από το κρασί) Μ...μη λες “λυπητερή”! Μ...μη λες “λυπητερή”!

ΜΑΡ: Πώς θες να την πω; Είδες το μήκος της;

ΓΙΑΝ: (Πρόστυχα) Είναι... μ... μεγάλο το μήκος της;

ΜΑΡ: Έχεις μεθύσει.

ΓΙΑΝ: Σ... σιγά! Τι ήπια; Ούτε δ...δυο κιλά κ...κρασί.

ΜΑΡ: Δυο κιλά! Κι από φαΐ... κάτι κόκκαλα. Πώς να μη βγεις γκολ;

ΓΙΑΝ: Κ..κόκκαλα, αλλά τ..τι κόκαλα! Δ..δες περιβάλλον! Εδ..δώ τρώνε οι Κ..κροίσοι!

ΜΑΡ: Και τα λαμόγια.

ΓΙΑΝ: Άλα της κ..και γλώσσα της πιάτσας το Μ..μαράκι!


(Ο υπουργός παλεύει ακόμα με το ρολό του λογαριασμού, που τυλίγεται γύρω του σαν φίδι. Η Μαρία τον κοιτάζει ανήσυχα. Ο Ακριβόπουλος της κάνει νοήματα ν' ανέβει στην πίστα.)

ΜΑΡ: Γιάννη, πάμε να φύγουμε!

ΓΙΑΝ: Δεν πάω π..πουθενά!

ΜΑΡ: (Τον τραβά) Σήκω σου λέω! Σήκω πριν να είναι αργά! Κύριε Υπουργέ, χαρήκαμε πολύ.

ΥΠ: Τρεις έντεκα, τρεις δώδεκα, τρεις δεκαπέντε κι έντεκα...

ΓΙΑΝ: Δεν φ..φεύγω, αν δεν τ..τελειώσω το φ..φαΐ μου.

ΜΑΡ: Ποιο φαΐ, βρε κακομοίρη;  Δος μου αυτά τα κόκκαλα να δεις τι θα τα κάνω!


(Του τραβά το πιάτο. Εκείνος το κρατά γρυλλίζοντας σαν σκύλος. Της το αποσπά κι αποτραβιέται γρυλλίζοντας πάντα.)

ΜΑΡ: Α, μα το τραβά η ψυχή σου το κέρατο! (Πετά τη ζακέτα της κι ανεβαίνει στην πίστα. Ο Ακριβόπουλος παρατά την Επίτροπο κι αρχίζει να χορεύει με τη Μαρία κολλώντας επάνω της προκλητικά. Η Επίτροπος, ενοχλημένη, επιστρέφει στο τραπέζι.)

ΕΠ: (Προς τον Γιάννη) Φάγαμε καλά; Ωραία, γιατί ήρθε ο λογαριασμός. (Τραβά το ρολό απ' το χέρι του υπουργού και αρχίζει να διαβάζει... και να διαβάζει...)

ΥΠ: (Μουδιασμένος) Αγαπητή μου. Καθίστε, καλύτερα.

ΕΠ: (Σιγά) Έχω πάθει σοκ.

ΥΠ: Γιατί, εγώ; Μου είχατε πει ότι... Σας εμπιστεύθηκα!

ΕΠ: Επλανήθην. Σας βεβαιώ, επλανήθην. Ε, μα κι εσείς (δείχνει τα πιάτα στο τραπέζι) το παρακάνατε!

ΥΠ: Δεν έχει νόημα να γυρεύουμε ευθύνες. Το ζήτημα είναι σοβαρό.

ΕΠ: Πολύ σοβαρό.

ΥΠ: Μία λύση βλέπω μόνο.

ΕΠ: Κρέμομαι απ' τα χείλη σας.

ΥΠ: Προφανώς, κάποιος θα πρέπει να πληρώσει.

ΕΠ: ...Προφανώς.

ΥΠ: Είδατε το ποσό;

ΕΠ: Δεν το είδα;

ΥΠ: Ποιος...

ΕΠ: Ποιος...

ΥΠ: Εδώ γύρω...

ΕΠ: Εδώ γύρω...

ΥΠ: Θα μπορούσε να...

ΕΠ: Δεν εννοείτε...

ΥΠ: (Δείχνοντας διακριτικά προς τον Ακριβόπουλο) Αυτός που τα έχει, ασφαλώς.

ΕΠ: Θα αστειεύεστε... ασφαλώς!

ΥΠ: Στο κάτω-κάτω, αυτός έφαγε τα περισσότερα.

ΕΠ: Ε, κάτι φάγαμε κι εμείς.

ΥΠ: Για χάρη του έγινε όλο αυτό το τσιμπούσι! Το δίκαιο είναι...

ΕΠ: Δεν καταλαβαίνω. Γίνατε και δικαστής τώρα;

ΥΠ: Εγώ δεν καταλαβαίνω. Πριν λίγο σας φλερτάριζε, τώρα σας έχει γραμμένη. Σκέφτεται μόνο με την κοιλιά και το πράμα του κι εσείς... Ήθελα να 'ξερα τι του βρίσκετε.

ΕΠ: Μην είστε ανόητος. Είναι θέμα τάξης πραγμάτων. Λοιπόν, τα πολλά λόγια είναι φτώχεια. Μία είναι η λύση και την ξέρουμε και οι δύο.

ΥΠ: (Συγκατανεύοντας) Ναι, αλλά -δυστυχώς- εγώ είμαι εκείνος που θα την εφαρμόσει.

ΕΠ: Οι κίνδυνοι του επαγγέλματος. Κάντε καλά με την... πελατεία σας.


(Η μουσική σταματά. Ακούγεται ένα ηχηρό χαστούκι.)

ΜΑΡ: Χοντρομαλάκα!

ΑΚΡ: (Χωρίς να συνειδητοποιεί ότι τον ακούνε) Μ' ανάβουν οι αγριάδες!

ΜΑΡ: Ξεκόλλα, ρε ξεφτίλα, από πάνω μου! (Τον κλωτσάει)

ΓΙΑΝ: Μαρία! Τι κάνεις εκεί;

ΜΑΡ: Εγώ, βρε ηλίθιε, τι κάνω;

ΓΙΑΝ: (Ταραγμένος, ξεσκονίζοντας υποτιθέμενες σκόνες στα ρούχα του άλλου) Κύριε κάτοχε του πλειοψηφικού πακέτου! (Απαρηγόρητος) Σας χαστουκίσαμε.

ΑΚΡ: (Αρπάζοντας το σακκάκι του) Τολμώ να πω... (Προς τον Γιάννη) Εμείς θα λογαριαστούμε αργότερα! (Κάνει να φύγει. Ο υπουργός σφυράει και του δείχνει το ρολό του λογαριασμού. Ο Ακριβόπουλος του σηκώνει το μεσαίο δάχτυλο.) Σιγά μην πληρώσω κι από πάνω. (Φεύγει)

ΜΑΡ: Γιάννη, φεύγουμε!

ΕΠ: Όχι τόσο γρήγορα, κούκλα μου!

ΜΑΡ: Άσε με κάτω εσύ, σκύλλα!

ΥΠ: Η κυρία Επίτροπος έχει δίκιο. Δεν μπορείτε να φύγετε αν δεν τακτοποιηθούν κάποιες εκκρεμότητες.

ΜΑΡ: Ποιες εκκρεμότητες, κύριε Υπουργέ; Μήπως θα μας βάλετε να πληρώσουμε και το λογαριασμό;

ΥΠ: Μήπως δεν φάγατε μαζί μας;

ΜΑΡ: Τι φάγαμε; Τα κόκκαλα;

ΥΠ: Αυτά που φάγατε. Εδώ τα χρεώνουν λίγο παραπάνω. Τι ψάχνετε;

ΜΑΡ: Το επιδόρπιο. Κάπου θα παίζει ένα γιαούρτι.

ΓΙΑΝ: (Προσπαθεί να την ηρεμήσει) Μαρία...

ΥΠ: Είστε αναρχικοί!

ΜΑΡ: Είμαι... είμαστε αγανακτισμένοι!

ΕΠ: Κύριε Υπουργέ! Απαιτώ να δείξετε πυγμή!

ΜΑΡ: Κι εσένα μωρή τι σε βάλαμε; Δραγουμάνο; Εσύ δεν θα πληρώσεις τίποτα; Που μου 'χεις θρέψει κάτι κώλους-να με τα τραπεζώματα;

ΓΙΑΝ: Μαρία μου, ηρέμησε...

ΜΑΡ: (Ξεσπάει) Σκάσε κι εσύ, βούλωσ' το, ανόητε! Να σε πηδάνε και να τους ξεσκονίζεις! Τόσην ώρα έγλυφες τα κόκκαλα που σου πετούσαν και καμάρωνες. Ορίστε λοιπόν! Δεν καμαρώνεις πια; Ο κύριος Υπουργός! Η κυρία Επίτροπος! Ο κύριος παπάρας της πλειοψηφικής μαλακίας! Καμάρωσέ τους τώρα! Καμάρωσε ντε! Αυτοί είναι οι Κροίσοι σου!

σκοτάδι




9 Δεκ 2012

το παιχνίδι



Σε αόρατο κύκλο κλεισμένοι
απομείναμε παίκτης και πιόνι
Το παιχνίδι αυτό δεν τελειώνει
πριν να πεις "σ' αγαπώ" τι σημαίνει

Θα το πω κι αν νομίζεις φυλάξου
Στην αγάπη το παν είναι λίγο
Σ' αγαπώ και τις πόρτες μου ανοίγω
χώμα υγρό να δεχτώ τη σπορά σου

Τώρα εγώ! μη θαρρείς πως ζυγώνω
το κορμί σου ανοιχτά σαν το λύκο
σ' αγαπώ θα πει βρες το πηλίκο
που διαιρεί τη χαρά με τον πόνο

Σκέψου ετούτο και μόνος σου κρίνε
Η αγάπη αψηφά τους κανόνες
Είσαι εσύ κι είμαι εγώ, στους αιώνες
Τώρα πες σ' αγαπώ τι δεν είναι

Μια στιγμή να διαλέξω τις λέξεις
Σ' αγαπώ δεν σημαίνει να δρέπω
Πάει να πει σου τα επιτρέπω
όλα κι είναι σειρά σου να παίξεις

Σ' αγαπώ δεν θα πει άρχοντά μου
ν' αρκεστώ σ' ενός στίχου τη ρίμα
Μοιάζει τόσο φτωχή κι είναι κρίμα
Σ' αγαπώ θα πει ζήσε κοντά μου

Κι ασφαλώς δεν σημαίνει χαρά μου
να σε κλείσω στα δυο μου τα χέρια
σα να θέλω να κλείσω τ' αστέρια
το νερό και τους κόκκους της άμμου

Ούτε πάλι θα πει να ριζώσω
καρφωμένη βαθιά σου σαν σφαίρα
Πάει να πει θα κερδίσω τη μέρα
Θα σωθώ και μαζί θα σε σώσω





εδώ το πρωτόλειο

15 Σεπ 2012

γράμμα απ' τα νησιά




είν' όπως τότε τα νερά τους αγκαλιές
χαμένες οι όχθες τ' ουρανού μες στ' αρμυρίκια
θαρρείς κι ετούτες οι μικρές ακρογιαλιές
κρέμονται κάπου από ψηλά σαν σκουλαρίκια


κάθισα κι ήπια ένα κρασί και σε θυμήθηκα
έφερνε ο μπάτης φίλε κάτι απ' τη φωνή σου
κι ο νους μου χάθηκε σε χρόνια μυθικά
από την Κάσο ως τις ακτές της Αλοννήσου


ενθύμια χρώματα του Αιγαίου το θαλασσί
σμαράγδι η Σκιάθος ξανθοπράσινες οι Οινούσσες
μαύρη πλανεύτρα η Σαντορίνη μα εσύ
στης Σέριφος το βιολετί πάντα γυρνούσες


της Σίφνου η άμμος χρόνια κόλλησε στα ρούχα μας
στην Τήλο του ήλιου κυνηγούσαμε τη δύση
η Ερεσός ζωγραφισμένος μουσαμάς
κι η Μήθυμνα έτοιμη στ' αστέρια να πηδήσει


μια τέτοια νύχτα νιώθεις είπες ο ουρανός
πως σε καλεί να κολυμπήσεις στα νερά του
“ποίηση” σκέφτηκα κι αργότερα “οιωνός”
το νέο σαν ήρθε του τροχαίου σου θανάτου


φοβάμαι παρασύρθηκα παλιέ μου φίλε μα
με συνεπήρε η νοσταλγία πώς να σωπάσω
είναι μακριά πολύ το ηλιοβασίλεμα
και φεύγω -πάντα βιαστικός- να το προφτάσω






20 Ιουλ 2012

το φαινόμενο σήραγγος (φινάλε)


πράξη τρίτη

σκοτάδι/φως

(Οι δύο άντρες. Ο ένας σκυμμένος πάνω απ’ τη σκακιέρα. Ο άλλος κάνει κοιλιακούς στο πάτωμα)


Ίσως έχει κάποιες δυνατότητες.

Ποιος;

Η θέση………. Τι θα ’λεγες για βασίλισσα στο δέλτα δύο;

Μαλακία… Μην το ψάχνεις. Τα λευκά κερδίζουν πάντα. Την πάτησα σαν αρχάριος.

Κι όμως. Κανένα εμπόδιο δεν είναι ανυπέρβλητο, θυμάσαι;

Το φαινόμενο σήραγγος…

Ακριβώς. Δεν πρέπει να χάνεις την πίστη σου. Η κβαντική φυσική είναι γεμάτη τέτοια παράδοξα. (αφήνει ένα μακρόσυρτο νιαούρισμα) Ζει ή πέθανε; Και τα δύο. Αβεβαιότητα…

Η γάτα του Σρέντιγκερ…

Ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος πριν κοιτάξεις κάτω απ’ το καπάκι.
Γι’ αυτό σου λέω να το ψάξεις λίγο.

Ψάξ’ το όσο θέλεις. Δεν με χρειάζεσαι.

Και να παίζω μονάχος μου; Δεν έχει πλάκα………. Τι κάνεις τώρα;

Οι κοιλιακοί μου…

Ε!

Χαλάρωσαν. Ένα μήνα τώρα, πλαδάρεψα.

Καλά, και με τόσο σεξ;

Ποιο σεξ; ….Α, το σεξ… Ήθελε μονίμως να με πηδάει εκείνη… Δεν ήταν κι άσκημα… Λίγο βαρετά εδώ που τα λέμε.

Α, τώρα ήταν βαρετά. Αλλιώς μου τα ’λεγες πριν.

Τι σου ’λεγα πριν;

Την αγαπώ και δεν μπορώ χωρίς αυτήν και κανταΐφια…

Τι κανταΐφια;

Τρίχες σιροπιαστές.

Κόλλημα. Αφού τα ξέρεις.

Εμ, δεν τα ξέρω; Θα σ’ αφήσω το ένα και θα σου κάνω το άλλο…

Τα ίδια κι εσένα;

Θα, θα, θα…

Όλο υποσχέσεις ε; Κι όταν ερχόταν η ώρα…

…στο κρεββάτι…

Τίποτα.

Μηδέν.

Ούτε μια πίπα της προκοπής.

Ούτε…; Στα ’λεγα, δεν στα ’λεγα; Ανικανοποίητο ζώο ο άνθρωπος… Λοιπόν, κατά βάθος ξέρεις είμαστε ίδιοι.

Ποιοι;

Εγώ κι εσύ.

Να μου κάνεις τη χάρη.

(με νόημα) Ό,τι ώρα θες.

…Αστειεύεσαι;

Όχι, το αποφάσισα. Είχες δίκιο. Εξάλλου, είπαμε. Το βασικό είναι να δουλεύουν οι άλλοι για πάρτη σου.

Πότε θες;

Τώρα.

Τώρα;

Στη βράση κολλάει το σίδερο. Μια πρόβα τζενεράλε και φύγαμε.

Τώρα δεν μπορώ.

Γιατί;

Γυμνάζομαι.

Μάλιστα… Και θα γυμνάζεσαι πολύ ώρα;

Τραβάς κάνα ζόρι;

Σήκω ρε μαλάκα να τελειώνουμε!

Δεν μπορώ.

Τι θα πει δε μπορείς;

Θα πει δεν-μπορώ. Δεν είμαι σε φάση, δεν είμαι σε μουντ , πώς το λένε;

Α, ναι, πρέπει να πιάσεις συναίσθημα.

Ακριβώς. Το πέτυχες……(συνεχίζει τους κοιλιακούς)………Πες μου καλύτερα το άλλο. Πώς ήξερες ότι θα δεχτώ;

Να δεχτείς τι πράγμα;

Να παίξω το παιχνίδι σου. Να τα φτιάξω με τη Σία κι όλα όσα ακολούθησαν. Δεν φοβήθηκες να με βάλεις στο σπίτι σου χωρίς τους μπράβους; Μ’ όλα όσα είχαν προηγηθεί;

Καθόλου. Όπως σου είπα, κατά βάθος είμαστε ίδιοι. Βασίστηκα στην περιέργειά σου. Και στην αλαζονεία σου. Και ήξερα ότι μπορώ να βασιστώ σ’ εκείνην. Έχει τον τρόπο της.

Ναι, βέβαια.

…………Θα μου λύσεις κι εσύ μια απορία; …Συγγνώμη αν σε διακόπτω.

Λέγε.

Τότε, παλιά, που τριγυρνούσες εδώ γύρω… Που κατασκόπευες το σπίτι μου…

Ε!

Τι σκοπό είχες; Τι σκεφτόσουν;

Τι θες να σκεφτόμουν; Να σου βάλω φωτιά. Να σε πιάσω στα χέρια μου και… Δεν ξέρω τι σκεφτόμουν, εντάξει; Τα ’χα παίξει τελείως.

Γι’ αυτό σε παράτησε… Ήταν όμορφη;

Κούκλα.

Πιο ωραία απ’ τη Σία;

Καμία σχέση.

Πού είναι τώρα, ξέρεις;

Να την κάνεις τι;

Εγώ ρε μαλάκα; Για σένα ρωτάω.

Ξέρω γιατί ρωτάς. Γιατί είσαι ένας κακομαθημένος που νομίζει ότι μπορεί να κερδίζει πάντα. Λοιπόν φιλαράκο, καιρός να το μάθεις: κάποιες παρτίδες έτσι και τις γαμήσεις, τις γάμησες.

Για να το λες εσύ… Αν και συχνά τα πράματα δεν είναι όπως φαίνονται.

Μην το κουράζεις. Στην περίπτωσή μου ήταν ακόμα χειρότερα. Της κατάστρεψα τη ζωή.

Υπερβάλεις. Όσο σημαντικό κι αν είναι ένα σπίτι…

Δεν μιλώ για το σπίτι! Μιλώ για τη σχέση μας. Ήμουν αλλού. Τη στιγμή που με είχε περισσότερη ανάγκη, εγώ ήμουν αλλού. Μέχρι που έχασε το παιδί. Εκεί τελείωσε.

Ίσως είχε τελειώσει ήδη. Αν σ’ αγαπούσε…

Μη λες βλακείες. Δεν ξέρεις τι είναι να χάνεις ένα παιδί. Το παιδί που περίμενες τόσο.

Το ήθελε πολύ το παιδί η Μαρία. Αλλά δεν μπορούσε να το κρατήσει.

Η….;

Τρομερό πράγμα η ενοχή!

Τι λες;

Ήταν τόσο όμορφη μ’ εκείνη την καρό φουστίτσα. Σαν μαθητριούλα.

(πετάγεται πάνω) Τι μου λες τώρα;

Τόσο αθώα!

(έξαλλος, πιάνει τον άλλο απ’ το λαιμό) Μίλα τρελέ γιατί σε πνίγω! Πού την ήξερες τη Μαρία μου;

Φοβόταν για το σπίτι σας. Κολακεύονται όταν τους δείξει προσοχή ένας ισχυρός άντρας!

Ήρθε σε σένα;

Και αυτοδημιούργητος. Πάντα πιάνει αυτό το χαρτί.

Την πήδηξες;

Είναι στα γονίδιά τους. Τις θαμπώνει η δύναμη.

Πες ρε πούστη, την πήδηξες;

Κοίτα. Αν θέλεις να το συζητήσουμε πολιτισμένα…

Τι να συζητήσουμε ρε κωλόγερε; Αυτό ήταν κοριτσάκι…

Για μένα ήταν κοριτσάκι και για σένα ώριμη;

Ήταν γυναίκα μου!

Γιατί το κάνεις προσωπικό;

Ποιο κάνω προσωπικό ρε καργιόλη; Που πήδηξες τη γυναίκα μου; Τη δική μου γυναίκα;

Ε, τώρα πατσίσαμε. Και ξεκόλλα από πάνω μου. Είπαμε να συζητήσουμε πολιτισμένα.

Θα συζητήσω πολιτισμένα με το πτώμα σου.

Να το πάλι το μελόδραμα! Φταίω εγώ που πήγα να σου ανοίξω τα μάτια.

Αφού έβγαλες πρώτα τα δικά της!

Κοίτα, δεν τη βίασα κιόλας, εντάξει; Ούτε την ανάγκασα να  κάνει τίποτα.

Τι υποκρισία!

Ούτε που άπλωσα χέρι πάνω της. Εκείνη μου τον έπιασε πρώτη.

Ψέματα!

Εκείνη με πήρε στο στόμα της.

Δεν το έκανε αυτό! Ποτέ δεν το έκανε!

Σε σένα, ίσως. Και πρέπει να πω ότι για πρωτάρα ήταν φανταστική.

Θα σε σκοτώσω πούστη!

Όπως είπες κι εσύ, καμιά σχέση με την άλλη.

Με αηδιάζεις!

Ο εαυτός σου σε αηδιάζει. Που απέκτησε υποτίθεται ιδεολογία. Που απετάχθη τον μικροαστισμό. Που υπερασπίζεται το δικαίωμα της γυναίκας να μην αποτελεί ιδιοκτησία κανενός, αρκεί να μην πρόκειται για τη δική του γυναίκα.

Ποια ιδιοκτησία ρε γελοίε; Τολμάς να μου κάνεις κήρυγμα; Την απόγνωσή της εκμεταλλεύτηκες! Και δε σεβάστηκες ούτε το παιδί στην κοιλιά της!

Το παιδί; Δεν είναι καθόλου σίγουρο πως υπήρχε παιδί. Τουλάχιστον, εκείνη δεν ήταν καθόλου σίγουρη.

Τι μαλακίες λες;

Τρία χρόνια παντρεμένη, είπε. Και ξαφνικά πιάνει παιδί. Για έλα στη θέση της.

Τη θέση της; Ποια θέση της; Απέβαλε…

Έτσι σ’ έκανε να πιστέψεις.

…εξαιτίας μου.

Στην πραγματικότητα, έκανε μια πολύ συνηθισμένη έκτρωση.

Ήμουν…

Ήσουν.

…μακριά.

Νυχτωμένος.

(Τον ρίχνει κάτω. Το σύμπλεγμα παραπέμπει στην εναρκτήρια σκηνή) Θα σε σκοτώσω.

Επιτέλους.

Θα σε σκοτώσω.

Έλα αγόρι μου!

Θα σε σκοτώσω!

Έπιασες συναίσθημα!

Θα σε σκοτώσω!!

Άντε λοιπόν!!

(χαλαρώνει το σφίξιμο)...Πού θα πας είπες μετά;

(βήχει) Δεν χρειάζεται να ξέρεις. Όπως δεν χρειάζεται να ξέρεις και το γιατί. Όσο λιγότερα ξέρεις, τόσο πιο ασφαλής θα αισθάνεσαι.

Οκέι, δικό σου θέμα. Εσύ κερδίζεις, εγώ κερδίζω, άλλοι είναι τα κορόιδα. Πώς θα πάρω τα λεφτά μου;

Υπάρχει ένας ειδικός λογαριασμός. Θ’ αποκτήσεις πρόσβαση αμέσως μόλις βεβαιωθεί επίσημα ο θάνατός μου. Άνοιξε την κάμερα και φρόντισε να είσαι πειστικός. Κάνε και μια διάλεξη περί επανάστασης: φωτιά και τσεκούρι, ξέρεις εσύ. Πάμε μόνο πριν χάσεις το μουντ. Στο τέλος βάζεις τη φωτιά και τραβάς την πόρτα.

Πιστεύεις ότι θα καταλάβουν τίποτα;

Αποκλείεται.

Ας το πάρουμε απ’ την αρχή.

σκοτάδι