23 Οκτ 2011

το σχέδιο (μέρος πρώτο)



«Πες μου……Όχι, στο κυλικείο……Τους ακούω……Κοίτα, η συζήτηση αρχίζει σε μία, λιγότερο, δεν έχω…...αυτή τη στιγμή δεν έχω εικόνα, εσύ κάνεις κουμάντο. Δική σου ευθύνη……Είπαμε, αν χρειαστεί! Μόνο αν είναι…… έλα, Θέμη!….. Ναι;…... Λοιπόν, κρίνε και πράξε, αλλά προς Θεού, όχι υπερβολές…… Αυτά εσύ τα ξέρεις…... τα περιφερειακά και τα μεμονωμένα και τα παράπλευρα…… όχι ρε παιδί μου, δεν τίθεται θέμα!…… Ποιο σχέδιο;…… Μη μου λες τώρα για τακτικές και…… ο-κέι, σου ‘χω εμπιστοσύνη. Εμένα αυτό που μ’ ενδιαφέρει, εφόσον μπορούμε να το αποφύγουμε, όχι ντου. Και όχι θύματα, εντάξει; Όχι ντου και όχι θύματα! Γιατί εσύ τραβάς το μανίκι τώρα, αύριο όμως εμένα θα κυνηγάνε τα -ναι;…… Θέμη;…… Δε σ’ ακούω, γαμώτο, σε χάνω……. Ναι;……. Κωλοτηλέφωνα.»

«Μαλάκα Γιάννη, κουνήσου ρε μαλάκα! Θα χάσουμε τους υπόλοιπους. Πω, ρε φίλε, τι γίνεται ρε δικέ μου! Έχεις ξαναδεί τόση μπατσαρία μαζεμένη; Στρατός ρε μαλάκα! σιγά ρε φίλε, πρόσεχε πού πατάς! Κάτσε ρε, μου βγάλανε το… εντάξει, προχώρα. Πού είπατε με τους άλλους; Στην πλατεία; Τ’ αρχίδια μου, μαλάκα! Εδώ γίνεται της πουτάνας. Παρ’ τους και πες τους στα έβερεστ. Ακριβώς στην πόρτα πες τους! Τι γίνεται εκεί κάτω; Καταλαβαίνεις τι… γιατί τρέχουν όλοι αυτοί; Κουνήσου ρε μαλάκα, κάτι γίνεται σου λέω, τρέχα! Από δω! Γιάννη! Συγγνώμη ρε μαν… Θα χαθεί το μαλακισμένο.»

«Έλα, τι θέλεις;……. Δεν ξέρεις πού είμαι;…….. Κοίτα, δε μπορώ τώρα……. Τι η κόρη μου;…… Δεν είναι στο σχολείο;……..Πορεία;…… Είσαι σίγουρη;…… Πού απέξω;……. Πλάκα μου κάνεις. Εδώ γίνεται της……… Καλά, τι δουλειά έχουν οι μαθητές σε…… .Φοιτητής;……. Είσαι σίγουρη;…….. Δεν απαντά στο…… Και το δεύτερο;……… Καλά, θα τα δούμε αυτά στο σπίτι……… Κοίτα να τη βρεις και πες της να γυρίσει γιατί θα κοπούν όλα πες της! Σε λίγο εδώ θα είναι πεδίο μάχης, δεν έχει καμιά δουλειά! Ούτε να διανοηθεί να πλησιάσει!……… Έλα μπράβο!»

«Κυρίες και κύριοι, διακόπτουμε τη ροή του προγράμματός μας γιατί έχουμε επεισόδια στο Σύνταγμα. Συνδεόμαστε αμέσως με τη ρεπόρτερ μας.»
«Δημήτρη, δυστυχώς τα πράγματα δεν εξελίσσονται καλά εδώ στη Βουλή, όπου σε λίγη ώρα ξεκινά η συζήτηση για το περίφημο –ε- το περίφημο σχέδιο νόμου Προμηθέας. Ομάδα κουκουλοφόρων, οι γνωστοί-άγνωστοι όπως συνηθίζουμε να τους αποκαλούμε, φαίνεται ότι έπιασε στον ύπνο διμοιρία αστυνομικών που βρίσκονταν –ε- στη γωνία της οδού Σταδίου και με μία αιφνιδιαστική επίθεση με βόμβες μολότωφ, πυρπόλησαν το λεωφορείο, ε- την κλούβα που λέμε, την οποία μπορείτε να δείτε στο πλάνο μας να καίγεται. Ας ελπίσουμε ότι τα πράγματα δεν θα πάρουν κάποια πολύ άσχημη τροπή, καθώς –ε- υπάρχει πάρα πολύς κόσμος στην πλατεία και αναμένεται να γίνει περισσότερος όταν θα φτάσει εδώ η πορεία των φοιτητών η οποία πρέπει να ξεκινά αυτήν την ώρα απ’ το Πανεπιστήμιο.»

«Τους περίμενες τόσους πολλούς;»
«Να σου πω την αλήθεια, όχι.»
«Αυτός ο λαός δεν θα πάψει ποτέ να με εκπλήσσει…. Προμηθέας και κουραφέξαλα! Αυτά είναι μοντέλα για κοινωνίες τυπικές και προβλέψιμες. Μ’ αρέσει η σιγουριά του μεγάλου: ο Έλληνας ξεσηκώνεται μόνο αν τον πονέσει η τσέπη του. Σε ζητήματα τάξης είναι, λέει, συντηρητικός έως χλιαρός. Εγώ βλέπω ένα καζάνι που βράζει.»
«Κοίτα, στο είπα κι άλλη φορά. Ο Προμηθέας δεν είναι απλά ένα μοντέλο, είναι ένα φόβητρο. Με την ψυχροπολεμική έννοια. Κάτι σαν τους εξοπλισμούς.»
«Αμερικάνικες πίπες. Εσύ, λογικό είναι να τις υπερασπίζεσαι γιατί δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς. Είσαι ο καθ’ ύλην αρμόδιος.»
«Εννοείς… αναρμόδιος.»
«Πες το ψέματα! Εκεί καταλήξαμε. Ένα υπουργικό συμβούλιο αναρμοδίων. Εσύ ο αναρμόδιος της ασφάλειας, εγώ ο αναρμόδιος της παιδείας, ο χοντρός αναρμόδιος των οικονομικών. Κι από πάνω…. ο γενικός αναρμόδιος!»
«Κόφτο γιατί θα με πιάσουν τα κλάματα.»
«Η Ελλαδίτσα, βλέπεις, έχει το σωστό μέγεθος. Για πειραματόζωο. Είμαστε το χάμστερ του δυτικού κόσμου. Ακριβώς όπως με τα εργασιακά. Κι ό,τι ακριβώς πήραμε τότε, το ίδιο θα πάρουμε και τώρα.»
«Σεμνά. Μας βλέπουν. Λέγε ό,τι θες αλλά μη δείχνεις.»
«Μάλιστα. Ένα αρχίδι.»
«Τι αρχίδι;»
«Θα πάρουμε. Μη σου πω και όλη την αγία τριάδα. Τι ειν’ αυτό; Το κινητό σου χτυπάει;»

«Πού είσαι ρε μαλάκα Γιάννη, γιατί μου το κάνεις αυτό; Έξω απ’ τα έβερεστ δεν είπαμε; Πού πήγες ρε μαλακισμένο; Και δεν παίρνει και τηλέφωνο! Αφού ξέρει ότι δεν έχω κάρτα. Δεν έφτανε ο καπνός απ’ τα σκουπίδια, μας πνίξαν και στα χημικά οι γαμιόληδες. Άντε να γνωρίσεις άνθρωπο με τις κουκούλες και τα μαντίλια χωρίς να βλέπεις. Σιγά ρε κολλητέ, δεν είμαι μπατσόνι, κουλάρισε. Ένα παλικάρι ψάχνω, με κόκκινη μπλούζα, στο ύψος σου. Δίκιο έχεις ρε μαν, αλλά πού να πάω; Μας έχουν στριμώξει σαν τα ποντίκια. Τι είναι από κει ρε δικέ μου; -στάσου, έρχομαι κι εγώ. Μόνο μη μας κλείσουν στη στοά γιατί την πουτσίσαμε. Κοίτα ρε, έχουν βάλει μια γυναίκα στη μέση! Πίσω ρε πούστηδες, γαμώ το στρουμφοχωριό σας, πίσω ρε κωλόμπατσοι! Τι βαράτε ρε μαλάκες, ξεκωλιάρες μπατσίνες, άρπα τη ρε μουνί, σε γάμισα ρε αρχίδι, σκατόμπατσε, αν μπορείς πιάσε με μωρή αδερφάρα……….. γαμήθηκα στο βήχα ο μαλάκας.»

«Άκουσε, Θέμη. Σου ξαναλέω, εικόνα από δω μέσα δεν έχω. Σίγουρα ξέρεις καλύτερα………. Αυτά τα βλέπω. Και τα τεντωμένα σκοινιά και τα εκτός ελέγχου και τα ξένα δίκτυα και όλα. Μην ανησυχείς, αυτά τα βλέπουν όλοι. Όμως, έτσι και γίνει η στραβή, κανείς δεν θα σου αναγνωρίσει τίποτα……… Τα πλιάτσικα είναι μες στο παιχνίδι, αλλά κάνε κι εσύ κάτι. Μέσα σε δυο χρόνια σου διπλασίασα το δυναμικό, ο χοντρός μ’ έχει γαμήσει στη γκρίνια, το ίδιο κι ο πόντιος………Ε, γάμησέ με λοιπόν, τι άλλο θέλεις να σου πω;…….. Στην τελική, στο ξαναλέω, η ευθύνη είναι δική σου, εσύ είσαι ο στρατηγός, εγώ είμαι ένας γραφειοκράτης των μετόπισθεν, σήμερα είμαι-αύριο δεν είμαι, κάνε ό,τι σε φωτίσουν…ό,τι σε φωτίσει ο Θεός. Πρέπει να μπω στην αίθουσα, σε κλείνω…….. Τι να στηρίξω;…….. Θέμη, θα στο πω όσο πιο καθαρά μπορώ. Δεν! Θέλω! Να ξέρω! Με κατάλαβες τώρα; Δεν, θέλω! Και, πού ’σαι; Αυτό το τηλεφώνημα δεν έγινε ποτέ. Με εννοείς; Ποτέ!»

«Μίλησες με το κοντρόλ; Τι είπαν;»
«Μόλις είσαι έτοιμη.»
«Γεννήθηκα έτοιμη. Πώς είμαι;»
«Θεά. Κάμερα έτοιμη; Κοντινό και άνοιξε. Σε δύο, ένα…»
«Περίμενε! Τι γίνεται εκεί; Κάτι γίνεται.»
«Πού;»
«Πίσω απ’ το φανάρι. Βλέπεις; Οι αναρχικοί τρέχουν χωρίς να τους κυνηγάνε.»
«Δεν είναι αναρχικοί αυτοί.»
«Χέσε με. Τι κάνουν οι μπάτσοι; Ζουμάρισε. Υπάρχει κάποιος τραυματίας;»
«Ένας άντρας των ματ. Το γράφω.»
«Γράφε. Και δώστε άκυρο μέχρι να δούμε τι έγινε.»

«Τη βρήκες τη μικρή;………. Κι εγώ τι να κάνω από εδώ που είμαι;……… Ναι, το άκουσα. Δεν ξέρω αν ευσταθεί. Για την ώρα είναι απλώς……. Στεφανία, ηρέμησε σε παρακαλώ, δεν βγαίνει τίποτα με τις υστερίες……… Τι εννοείς την δείχνει η τηλεόραση;»

«Βλέπουμε εδώ την κοπέλα αιμόφυρτη, να μεταφέρεται στα χέρια από κάποιον –ε- φοιτητή προς το μνημείο του άγνωστου στρατιώτη, όπου όμως υπάρχει συγκεντρωμένος πάρα πολύς κόσμος και δεν είναι εύκολο να περάσει. Φαίνεται ότι η νεαρή, φοιτήτρια προφανώς, δέχτηκε κάποια πέτρα ή κάποιο χτύπημα από κλομπ και, δυστυχώς, αυτή την ώρα είναι πρακτικά –ε- αδύνατη η μεταφορά της στο χώρο του μετρό, όπου λειτουργεί το αυτοσχέδιο ιατρείο…»

«Τι θα πει δεν έχεις πρόσβαση στο διάζωμα; Η κόρη μου είναι τραυματισμένη –χρειάζεται βοήθεια…….. Δεν μπορεί κάποιο ασθενοφόρο;……..Καταλαβαίνω ότι έχεις πολλά στο……… Πριν από λίγο, στο Γιου νομίζω. Ήταν μες στα αίματα, μπορεί να χρειάζεται επειγόντως……. Πόσοι; Τι λες ρε μαλάκα, πόλεμο έχουμε;………….. Τι να προσέχω και να ηρεμήσω, αφού…….. Θέμη;……. Θέμη;………Ασ’ τις πουστιές ξεφτιλισμένε κωλοκρητικέ! Σε ποιον κλείνεις το τηλέφωνο ρε καργιόλη;…….. Σκατά.»

«Δημήτρη, δυστυχώς τα πράγματα έχουν πλέον ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Δεν ξέρω αν έχετε κάποια άλλη ενημέρωση, αλλά εδώ η φήμη που κυκλοφορεί είναι πως ο άνδρας των ματ που δείξαμε προηγουμένως είναι –ε- νεκρός. Αυτό φαίνεται πως έχει εξαγριώσει τους συναδέλφους του, οι οποίοι βαράνε, μπορούμε να πούμε –ε- στο ψαχνό και αδιακρίτως προς κάθε κατεύθυνση. Υπάρχει βέβαια πάρα πολύς κόσμος μπροστά στη βουλή –λέγαμε και νωρίτερα πως είναι μία από τις μεγαλύτερες συγκεντρώσεις που έχουμε δει εδώ τα τελευταία χρόνια. Οι μάχες μαίνονται στους δρόμους γύρω από την πλατεία Συντάγματος και κυρίως στην Καραγιώργη Σερβίας και τη Σταδίου. Είναι αδύνατον να πλησιάσουμε χωρίς να κινδυνέψει η σωματική μας ακεραιότητα κι ο εξοπλισμός μας. Είδαμε –ε-και είδατε όλοι συναδέλφους να προπηλακίζονται βάναυσα, ενώ δεν είναι λίγοι αυτοί που μεταφέρθηκαν με λιποθυμικά επεισόδια ή σοβαρά –ε- αναπνευστικά προβλήματα. Όλα άρχισαν πριν από μισή ώρα περίπου, όταν η κεφαλή της μεγάλης πορείας των φοιτητών εμφανίστηκε στην αρχή της οδού Πανεπιστημίου. Ομάδες νεαρών κουκουλοφόρων που ακολουθούσαν από απόσταση άρχισαν –ε- να επιτίθενται και να προκαλούν τους άνδρες των ματ, επιδιδόμενοι στο γνωστό ανταρτοπόλεμο με βόμβες μολότοφ, πέτρες και μάρμαρα. Οι αστυνομικοί απαντούσαν με ρίψεις χημικών, τις οποίες ακολούθησε κυνηγητό και μάχες σώμα με σώμα. Κάποια στιγμή είδαμε έναν άνδρα των ματ να πέφτει χτυπημένος, ε-από μαχαίρι όπως μάθαμε αργότερα. Ο άτυχος άνδρας διακομίστηκε στο νοσοκομείο όπου σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες υπέκυψε στο τραύμα του. Οι συμπλοκές γενικεύτηκαν και είδαμε κάποια στιγμή νεαρούς φοιτητές να λογομαχούν, ακόμα και να συμπλέκονται με τους κουκουλοφόρους αλλά και με αστυνομικούς. Μια νεαρή κοπέλα…»

«Φέρε μου τον Παναγιώτου στο γραφείο μου. Τώρα! Χτες!…………Πούστη Γεωργακάκη, θα μου το πληρώσεις ακριβά….…… Κώστα, να σου πω ένα λεπτό. Κάλυψέ με σε παρακαλώ στο συμβούλιο. Πάω τουαλέτα. Δεν ξέρω τι έχω πάθει…..απ’ το άγχος θα είναι. Το ξέρω ότι το δικό μου σχέδιο συζητάμε εδώ, αλλά τι να κάνω; Θα ’ρθω όσο πιο γρήγορα –με συγχωρείς τώρα………. Τι κάνει τόση ώρα, πόσο θέλουνε για να τον βρούνε τον κωλόμπατσο;……….. Έλα ρε Παναγιώτου. Επείγον κι εμπιστευτικό: πρέπει να με βγάλεις έξω για λίγο χωρίς να πέσουν τα κανάλια πάνω μου. Θέλω φόρμα με κουκούλα, σκούφο, ό,τι βρεις. Κι ένα κασκόλ ή μαντήλι. Σε πόσο; Δύο λεπτά; Ένα;….Μπράβο αγόρι μου –σε δέκα λεπτά στην πλαϊνή είσοδο……. Αχ, βρε Ελπιδάκι με τους έρωτές σου! Ήταν ανάγκη να μου μοιάσεις και σ’ αυτό;»





23 Σεπ 2011

απλά μαθήματα Φυσικής




Τα πράγματα αγαπούν την κίνηση. Τους δίνει μια αίσθηση ελευθερίας. Γι’ αυτό, ακόμα κι όταν δίνουν τέτοια εντύπωση, τα πράγματα δεν μένουν ποτέ ακίνητα. Τα πάντα κινούνται. (Ηράκλειτος)

Τα πράγματα αγαπούν τη σταθερότητα. Τους δίνει μια αίσθηση ελέγχου. Αντιπαθούν μεταβολές κι αποκλίσεις και προτιμούν να κινούνται σταθερά προς ορισμένη κατεύθυνση. Μια τέτοια κίνηση ισοδυναμεί με ακινησία. (Παρμενίδης)

Η επιθυμία των πραγμάτων για σταθερότητα ονομάζεται Αδράνεια. Η Αδράνεια ενός πράγματος είναι ανάλογη της μάζας του. Την Αδράνεια ανταγωνίζονται οι Δυνάμεις. Οι Δυνάμεις οφείλονται στις αλληλεπιδράσεις των πραγμάτων. Κανένα πράγμα δεν είναι απολύτως ανεξάρτητο, κανένα πράγμα δεν μπορεί να διασφαλίσει τη σταθερότητά του απ’ τις επιβουλές των υπολοίπων. Μερικές φορές τα πράγματα κλαίνε. Η Κόλασή μου, λένε, είναι οι Άλλοι. (Σαρτρ)

Για να κινηθούν –με σταθερό ή ασταθή τρόπο- τα πράγματα χρειάζονται Ενέργεια. Η Ενέργεια ουδέποτε δημιουργείται απ’ το μηδέν. Η Ενέργεια απλώς υπάρχει και τα πράγματα τη μοιράζονται. Μερικά πράγματα έχουν μια δική τους αντίληψη για το πώς γίνεται μια δίκαιη μοιρασιά. (Μαρξ)

Απώτερος σκοπός της Ενέργειας είναι η κίνηση (Κινητική Ενέργεια). Ωστόσο, η Ενέργεια μπορεί και να αποθηκεύεται, όπως στα ελατήρια ή στους δεσμούς της πυρίτιδας. Μια τέτοια αποθηκευμένη ενέργεια ονομάζεται Δυναμική. Οι άνθρωποι (=έλλογα όντα) σκέφτηκαν ότι η Ενέργεια είναι υπερβολικά πολύτιμη για να καταναλώνεται. Μερικοί άνθρωποι βρήκαν τρόπο να αποθηκεύουν την Ενέργεια σαν τεράστια ελατήρια. Σκοπός της Ενέργειας –είπαν- δεν είναι η κίνηση. Σκοπός της Ενέργειας είναι να δανείζεται και να επιστρέφεται περισσότερη (Ρότσιλντ –Γκόλντμαν Σακς)

Η συνολική Ενέργεια –το είπαμε ήδη- είναι σταθερή. Αν κάπου υπάρχει περίσσεια, κάπου αλλού εμφανίζεται έλλειμμα. Αν κάποιοι αποθηκεύουν την Ενέργεια, κάποιοι άλλοι τη στερούνται. Μη μπορώντας να διεκδικήσουν τα τεράστια ποσά αποθηκευμένης Ενέργειας, οι άνθρωποι εχθρεύονται, ψάχνοντας ποιος κινείται περισσότερο απ’ τους ίδιους. Η ανάγκη σε συνδυασμό με την εχθρότητα οδηγούν συχνά σε ακρότητες. Ο Πόλεμος είναι πατέρας των πάντων. (–ξανά- Ηράκλειτος)

Τα πράγματα αγαπούν την κίνηση αλλά και τη σταθερότητα, το ίδιο κι οι άνθρωποι. Η ιδιότητα αυτή ονομάζεται Αδράνεια και είναι ανάλογη της μάζας. Για να αυξήσουν τη μάζα τους, οι άνθρωποι έμαθαν να ενώνονται. Πολλοί άνθρωποι, ωστόσο, προτιμούν ν’ αντιμετωπίζουν τις Δυνάμεις ατομιστικά, κατά μόνας. Όσοι έχουν αρκετά μεγάλη μάζα τα καταφέρνουν. Οι υπόλοιποι πάνε, συνήθως, κατά διαβόλου. (τρελός)




21 Ιουλ 2011

sorry, you can't delete this





“Έχασα την παρέα μου.”
Είχε αγκαλιάσει το φανοστάτη. Πού απευθυνόταν; Στην κολόνα, στην πλατεία, στη νύχτα; Γύρισε δυο τεράστια και κάθε αμφιβολία διαλύθηκε. Μάτια.
“Μήπως εσύ... εσείς...”
“Πώς ήταν;”
“Τι;”
Κολλούσε λίγο.
“Η παρέα σου.”
“Α! Ένας ψηλός καραφλός με μια ξανθιά. Έξυπνη... Άλλες δυο, χαζές, ένας με επίδεσμο και μια χοντρούλα με γυαλιά. Όχι, αυτή είμαι εγώ.”
“Δεν φοράς γυαλιά.”
“Φορά...” Χέρι μετέωρο. “Φοράω φακούς, βλάκα.”
Ευγενέστατη.
“Δεν είσαι χοντρούλα.”
“Τι;”
“Είπες χοντρούλα με γυαλιά. Ούτε χοντρούλα είσαι.”
“Είμαι.”
“Δεν είσαι.”
“Είμαι! Το λέει το τραγούδι.”
“Ποιο τραγούδι;”
“Ένα. Είδες την παρέα μου;”
Κοίταξα γύρω μου την πλατεία που είχε πάρει ν' αδειάζει. Μια έξυπνη ξανθιά, ένας καράφλας, ένας με επίδεσμο. Και δυο χαζές. Υπέροχα.
“Δεν βλέπω τίποτα.”
“Μ' αφήσαν και φύγαν τα μαλακισμένα. Είμαι...” -κλώτσησε ένα άδειο κουτί μπύρας που σερνόταν στα πόδια της- “... αγανακτισμένη.”
“Προφανώς.”
Φαινόταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα.
“Ίσως πάνε στα τρένα, ίσως σε ψάχνουν. Δεν έχεις κινητό;”
“Το 'χει η Γιούλια, -η έξυπνη- στην τσάντα της. Μια μικρή με λουριά, τη φοράει μπροστά σαν καγκουρώ.” Γέλασε αμήχανα. “Φοβόμαστε μη μας κλέψουν.”
“Πες μου το νούμερο.”
“Το ποιο;”
“Το νούμερο. Τον αριθμό σου!” είπα βγάζοντας το τηλέφωνο.
“Α! 6, 9...” Σταμάτησε. “Δεν σε ξέρω.”
Μάλιστα.
“Κοίταξε, δε μπορώ να καθυστερήσω άλλο εδώ, θα χάσω το τρένο μου. Πες τον αριθμό ή πάρε μόνη σου.”
Της άπλωσα το τηλέφωνο. Το κοίταξε με τρόμο.
“Θα με πας σπίτι μου;”
Αλίμονο.
“Μπορώ;”
“Είσαι βλάκας; Αφού στο ζητάω.”
“Να, είναι που δεν με ξέρεις.”
Με κοίταξε μπερδεμένη.
“Μην κάνεις τον έξυπνο!”
Θα παρέμενα βλάκας.
“Πάω νότια”, είπα.
“Πού πέφτει αυτό;” Με κοίταξε με παράπονο. “Εγώ παίρνω ηλεκτρικό. Για Μαρούσι.”
Μια χαρά.
“Δίπλα είμαστε.”
Το πρόσωπό της φωτίστηκε. Φεγγάρι.
“Αλήθεια;”
“Αλήθεια.”
Ούτε είκοσι χιλιόμετρα.

“Είσαι πολύ καλός.”
“Μαλάκας είμαι.”
“Μη λες βλακείες! Τι ζώδιο είσαι;”
“Δεν προτιμάς τ' όνομά μου;”
Με κάρφωσε με δυο τεράστιες κόρες.
“Σε λένε Αντώνη.”
“Πώς το ξέρεις;”
“Έτσι λέγαν τον πρώτο μου γκόμενο. Αλλά δεν του μοιάζεις καθόλου.”
Είπα να μην παρακολουθήσω το συλλογισμό της.
“Και τη γκόμενα του γκόμενου;”
“Την... α, εμένα;” Γέλασε. “Μαρίζα.”
“Μαρίζα, τι έχεις πάρει;”
“Εννοείς... αν έχω πιει μπάφους;”
“Εννοώ, εκτός από μπάφους.”
“Μι...σό τριπάκι.” Έσκυψε το κεφάλι ντροπαλά. “Νομίζω.”
“Νομίζεις ότι ήταν μισό ή νομίζεις ότι το πήρες;”
Κόλλησε πάνω μου καθώς ο συρμός άρχισε να φρενάρει. Ατμοί αλκοόλης με τύλιξαν.
“Έλα μωρέε, μην αρχίζεις ανάκριση! Αφού είσαι καλόος...”
“Μόνο μην ξεράσεις στον ώμο μου.”

Βγήκαμε στη νύχτα του Αμαρουσίου, το πιτσιρίκι κι ο μεσήλικας, πιασμένοι απ' το χέρι. Σα ζευγαράκι.
“Μη γίνεσαι σπαστικός!”
“Άκου, Μαρίζα, αν δεν μου πεις πού μένεις είναι αδύνατον να σε πάω σπίτι σου.”
“Δεν θέλω σπίτιιι... Δεν έχω ξενερώσει ακόμα.”
Σωριάστηκε σ' ένα παγκάκι, έχασε την ισορροπία της και βρέθηκε στο χώμα. Άρχισε να σκάβει με μανία. Ύστερα πήρε να τρίβει τα δάχτυλά της.
“Τι πήγατε να κάνετε στην πλατεία;”
Με κοίταξε έκπληκτη και χτύπησε τον κρόταφο με το δάχτυλο.
“Διαμαρτυρία, γιου νόου; Αγανακτισμένοι;” Σηκώθηκε κι άρχισε να τινάζει το παντελόνι, με κίνδυνο να γλιστρήσει τελείως από τους γοφούς της. “Πήγαμε να βρίσουμε αυτούς τους μαλάκες.”
“Ποιους μαλάκες;”
Έκανε μια χειρονομία σαν να έλεγε “όλους”.
“Έτσι διαμαρτύρεστε εσείς; Βρίζοντας και μαστουρώνοντας;”
“Κοίτα. Αν ήθελα τον πατέρα μου να μου τα πρήζει, καθόμουν και σπίτι.”
“Δεν θέλω να στα πρήζω. Προσπαθώ να καταλάβω.”
“Τι να καταλάβεις, ρε φίλε; Να σε ρωτήσω κι εγώ κάτι; Τι δουλειά κάνεις;”
“Δεν έχει σημασία.”
“Α, δεν έχει σημασία! Ε, λοιπόν, έχει και παραέχει. Διότι αύριο εσύ θα πας ωραία και καλά στη δουλίτσα σου, ενώ εγώ...”
“Θα ξυπνήσεις κατά τις δέκα...”
“Τουλάχιστον. Και ξέρεις γιατί;”
“Γιατί είσαι μαθήτρια. Και τα σχολεία είναι κλειστά.”
“Πού το ξέρεις πως είμαι μαθήτρια;”
“Είσαι δεκαπέντε χρονών.”
“Δεκαέξι! Και τι σημασία έχει η ηλικία; Θα μπορούσα να 'μαι στον ΟΑΕΔ. Θα μπορούσα και να δουλεύω όπως κάποιες φίλες μου. Όμως σε λίγο για να δουλέψω θα χρειάζομαι το πιστοποιητικό της καλής πουτάνας: τα κάνει όλα και συμφέρει -στήνει και κώλο αν χρειαστεί.”
“Τσ, τσ, τσ, τσ!”
“Ωχ, σοκάραμε τον καλό κύριο. Τι υποκρισία! Πάω στοίχημα πως αν στον έστηνα θα τα 'χες κατεβάσει επί τόπου.”
“...”
“Τι έγινε θείο; Σου 'φαγε η γατούλα τη γλώσσα;”
“Προσπαθώ να καταλάβω πώς συνδέονται οι κώλοι με την αγανάκτηση και τη διαμαρτυρία.”
“Άμα θέλει το αφεντικό, όλα συνδέονται.”
“Το αφεντικό! Άσε με να μαντέψω. Δεν εννοείς...”
“Αυτούς ακριβώς εννοώ!”
“...τον κυρίαρχο λαό...;”
“Ποιον;”
“Τον λαό, γιου νόου; Εγώ, εσύ, οι αγανακτισμένοι φίλοι σου... Εμείς, υποτίθεται, είμαστε το αφεντικό.”
“Κατάλαβα. Είσαι από κείνους που λένε πως είμαστε όλοι υπεύθυνοι.”
“Όχι. Είμαι από κείνους που λένε πως είμαστε όλοι ανεύθυνοι.”
“...”
“Τι έγινε κούκλα; Σου 'φαγε η γάτα τη γλώσσα;”
“Προσπαθώ να καταλάβω αν είσαι πολύ μαλάκας ή πολύ έξυπνος.”
“Μαλάκας είμαι. Στο είπα.”
“Νομίζω πως είσαι εντάξει. Απλά, βρήκες εδώ την πιτσιρίκα και είπες να πουλήσεις λίγη φιγούρα.”
“Δεν είναι φιγούρα, Μαρίζα. Ο καθένας έχει το μερίδιο της ευθύνης που του αναλογεί. Και δεν εννοώ μόνο την ώρα της κάλπης. Αυτοί οι “μαλάκες”, που τους λες, είναι οι περισσότεροι ψωνισμένοι με την εξουσία. Καλά; Ποιος τους δίνει την εξουσία; Εμείς. Προσπαθούν λοιπόν να μας κάνουν τα κέφια. Δεν είναι αυτό το καθήκον τους, όμως αυτό κάνουν. Λέμε “κλέφτες”. Και πράγματι, κάποιοι απ' αυτούς τα “παίρνουν” και τα βάζουν στην τσέπη. Γιατί τα παίρνουν; Επειδή κάποιοι άλλοι τους τα δίνουν. Έτσι λειτουργεί το σύστημα, λένε. Αυτά όμως, να ξέρεις, είναι τα ψιλά. Τα χοντρά δεν τα παίρνουν για τους εαυτούς τους. Τα παίρνουν για τους πελάτες τους, δηλαδή εμάς, οι οποίοι με τη σειρά τους τα τσεπώνουν λέγοντας κι αυτοί ότι έτσι λειτουργεί το σύστημα. Δεν έχει σημασία αν εσένα κι εμένα δεν μας έδωσαν ποτέ τίποτα. Δεν είναι οι μεμονωμένες μονάδες που μετράνε, αλλά οι κοινωνικές ομάδες. Οι λιμενικοί, οι αγρότες, οι φαρμακοποιοί, οι κατασκευαστικές εταιρείες, οι νοικοκυρές, οι εμποροβιοτέχνες, οι συνταξιούχοι, οι μετανάστες, οι άνεργοι, οι ταξιτζήδες, οι εκπαιδευτικοί, η εκκλησία, οι οικολόγοι, οι πρόσκοποι...”
“Δηλαδή, κλέβουν για να τα δώσουν στον κόσμο; Μήπως το χοντραίνεις λίγο;”
“Όχι και τόσο, αν το σκεφτείς. Δίνω παράδειγμα. Έχει φτιαχτεί, ας πούμε, ένα νοσοκομείο, αλλά μια βασική πτέρυγα δεν λειτουργεί επειδή της λείπει ο εξοπλισμός. Περνάει ένας χρόνος, δύο, πέντε χρόνια, ο κόσμος αγανακτεί και φωνάζει “κλέφτες, φάγανε τα λεφτά!” Ας δούμε ποιοι μπορεί να είναι οι κλέφτες. Κατ' αρχήν, ο υπουργός με τα τσιράκια του. Πώς σου φαίνεται;”
“Χλωμό. Αυτοί τρώνε πιο μουλωχτά.”
“Συμφωνούμε. Ενδιάμεσες υπηρεσίες, εταιρείες, εργολάβοι και λοιποί παρατρεχάμενοι; Είναι πιθανόν. Και γιατί δεν ελέγχθηκαν; Γιατί δεν τιμωρήθηκαν; Τα ποσά εκταμιεύτηκαν, το έργο δεν ολοκληρώθηκε ποτέ και κανείς από “πάνω” δε λέει τίποτα. Γιατί; Γιατί οι φταίχτες είναι πελάτες. Την επόμενη φορά, το υπουργείο θα τους ξαναδώσει λεφτά να τα ξαναφάνε. Δεν είναι κάπως σαν να τα κλέβει, σε εισαγωγικά, ο υπουργός για να τα δώσει στους δικούς του;”
“Τα εισαγωγικά μ' αρέσανε...”
“Και γιατί κανείς δε μιλάει; Γιατί όλοι περιμένουν τη σειρά τους. Υπάρχει όμως και η άλλη πιθανότητα: το ποσό δεν εκταμιεύτηκε ποτέ. Άρα, θα πεις, κανείς δεν “έφαγε”. Λάθος. Απλώς, το ποσό διοχετεύτηκε κάπου αλλού. Σε κάποιο άλλο πρόγραμμα για να ξεκοκαλιστεί αναλόγως ή σε κάποιο επίδομα για να φρενάρει μια απεργία ή έγινε μπάλωμα για να βουλωθεί η τρύπα που κάποιοι κάπως δημιούργησαν. Και πάλι είναι ένα είδος κλοπής που πραγματοποιούν οι έχοντες τη εξουσία εις βάρος του συνόλου των πολιτών προς όφελος μιας μερίδας των πολιτών. Και γιατί οι υπόλοιποι δεν μιλάνε; Μιλάνε... διεκδικώντας το μερίδιό τους. Θέλουν βέβαια και να δουλέψει το νοσοκομείο, αλλά κι αν δε δουλέψει... στ' αρχίδια τους.”
“Τσ, τσ, τσ!”
“Με συγχωρείς. Έτσι, σταδιακά και μεθοδικά διαφθείρεται το εκλογικό σώμα. Μόνο που μερικές φορές, καλή ώρα, ο έλεγχος χάνεται. Σε νύσταξα;”
Η Μαρίζα μάζεψε όπως-όπως ένα χασμουρητό.
“Πολύ ωραία όλ' αυτά, αλλά αν ήσουν βιβλίο θα σ' είχα κλείσει προ πολλού.”
“Νόμιζα πως το θέμα σ' ενδιέφερε. Λάθος μου.”
“Γίνεσαι πικρόχολος. Απλά είναι περασμένες μία κι έχει ένα τέλειο φεγγάρι. Κρίμα να μην έχουμε και τίποτα να ρουφάμε. Και μην κάνεις συνειρμούς, ξέρω τι πρόστυχοι είστε οι άντρες. Όλο στις πίπες το 'χετε το μυαλό σας.”
Και λέγοντας αυτά, διπλώθηκε πάνω στο παγκάκι σε στάση εμβρύου βολεύοντας το κεφαλάκι της στους μηρούς μου.
“Τώρα μάλιστα.”
“Τι μάλιστα;”
“Συζητάμε για διαφθορά και μου το γυρνάς στις πίπες. Και είμαι εγώ ο πρόστυχος.”
“Εντάξει, μια πλάκα ήταν. Δεν ξέρω γιατί το είπα... αφού σας ξέρω όλους εσάς.”
“Εμάς;”
“Ε ναι, όλους εσάς τους...”
“Τους...;”
Μου 'κλεισε το στόμα αλαφιασμένη. Με τα φρύδια σμιχτά και τα ματάκια της να ανιχνεύουν εντατικά το στερέωμα έμοιαζε ν' αναζητά λύση σε κάποιο πολύπλοκο και ενοχλητικό ερώτημα.
“Να σου πω. Επειδή δεν θέλω να εκτεθώ ξανά... αυτό το πράμα που μου καρφώνει το μάγουλο... δεν είναι μέσα στην τσέπη σου, ε;”
“Όχι, δεν είναι στην τσέπη μου.”
Πετάχτηκε δήθεν έξαλη.
“Ααα, τ' ομολογείς λοιπόν!”
“Τι ομολόγησα πάλι; Αντανακλαστική αντίδραση είναι. Αφού ξαπλώνεις πάνω μου...”
“Και στο μπαμπά μου ξαπλώνω, αλλά... δεν του γίνεται τούμπανο!”
“Ο μπαμπάς σου θα είναι κάποιος ήρωας. Και πιθανολογώ ότι δεν του δείχνεις τον κώλο σου.”
“Τι θες να πεις; Ούτε σε σένα τον δείχνω!”
Ίσως, τελικά, έπρεπε να το παίξω μπαμπάς της.
“Κοίταξε να δεις... δεν είμαι μαθημένος κι ίσως δεν χρησιμοποιήσω τα σωστά λόγια, αλλά μ' αυτά τα παντελόνια της μόδας και μ' αυτά τα εσώρουχα που φοράτε, κάθε φορά που λυγίζεις τα γόνατα... κατάλαβες;”
“Τι να καταλάβω;”
“Το μόνο που δεν φαίνεται είναι η κωλοτρυπίδα σου.”
Τινάχτηκε όρθια.
“Τι;; Ε, όχι, αυτό πάει πολύ! Θες να δεις την κωλοτρυπίδα μου; Οκέι, δες την!”
“Χριστέ μου!”
“Ευχαριστήθηκες τώρα; Πήρες το μάτι που ήθελες; Ελπίζω να κατάλαβες τη διαφορά!”
Σκέφτηκα να πω κάτι έξυπνο, αλλά προτίμησα να το βουλώσω καθώς εκείνη ξέσπασε σε κλάματα.
“Είσαι απαίσιοοος... Θέλω το μπαμπά μου!”
Είχε πέσει στα γόνατα και τρανταζόταν από σπασμούς σαν να μην μπορούσε να κάνει εμετό. Πήγα κοντά της.
“Μαρίζα, άκουσέ με. Εγώ είμαι ο μπαμπάς σου.”
“Τι...τι θες να πεις;” είπε σκουπίζοντας τις μύξες με το χέρι της.
“Σου έχω ένα νέο και φοβάμαι πως δεν θα σου αρέσει. Θυμάσαι που με ρώτησες τι δουλειά κάνω; Τι σου είπα;”
“Δεν μου απάντησες.”
“Ακριβώς. Είμαι συγγραφέας... κι εσύ η ηρωίδα μου.”
“Παπάρια.”
“Κοίτα γύρω σου. Είμαστε εδώ μια ώρα και δεν έχει περάσει ψυχή... ένας πορτοφολάς... ένας πρεζάκιας... κι εσύ είσαι ξαπλωμένη στα πόδια ενός αγνώστου, αμέριμνη...”
“Έτσι μ' αρέσει!”
“Ακριβώς! Η ζωή είναι γεμάτη κανόνες αλλά εσύ είσαι πλάσμα της φαντασίας και η φαντασία είναι ελεύθερη. Είπες πως αν ήταν βιβλίο δεν θα το διάβαζες και κατάλαβα πως είχες δίκιο. Χωρίς σεξ, αυτό θα ήταν άλλο ένα άνοστο κείμενο που προσπαθεί να εξηγήσει ότι η Γη γυρίζει.”
“Οπότε, είπες να προσθέσεις λίγο καρύκευμα. Εντάξει, λοιπόν. Αφού είμαι πλάσμα της φαντασίας, ας εκμεταλλευτώ τα προνόμιά μου.”
“Μαρίζα, τι κάνεις; Περίμενε να σου πω!”
“Σεξ δεν είπες ότι χρειάζεται αυτή η ιστορία; Δεν βλέπω να μου 'χεις άλλον ήρωα πρόχειρο... προφανώς κράτησες αυτό το προνόμιο για τον εαυτό σου -δεν πειράζει όμως. Δεν πειράζει καθόλου. Είμαι σίγουρη ότι σε λίγο θα “πετάξω στον έβδομο ουρανό”. Ή να το λέγαμε καλύτερα “στις πιο απάτητες κορυφές της ηδονής”; Οκέι-οκέι, εσύ κάνεις παιχνίδι, έχω εμπιστοσύνη στην εγωπάθειά σου. Πολύ αδέξια μ' έκανες όμως ρε παιδάκι μου... μπορείς να το ξεκουμπώσεις λίγο αυτό;”
“Δεν θα ξεκουμπώσω τίποτα, αυτό έλειπε! Ο κόσμος θέλει σεξ μέσα σε κάποια πλαίσια. Τι θα σκεφτούν οι αναγνώστες για το συγγραφέα που πηδά τις ηρωίδες του;”
“Ότι είναι πηδίκουλας, βέβαια. Αλλά ντόμπρος. Δεν καλύπτεται πίσω απ' το προσωπείο κάποιου υποτιθέμενου ήρωα.”
“Ωραίο σκεπτικό! Η ηρωίδα είναι μόνο δεκαπέντε χρονών!”
“Δεκαέξι! Και μην τολμήσεις να με κάνεις παρθένα!”
“Τι παρθένα και ξεπαρθένα! Ένας σαρανταφευγάρης μ' ένα πιτσιρίκι; Είναι θέμα καλού γούστου!”
“Πιτσιρίκι είναι το μάτι σου! Σιγά μην είμαι και μωρό!”
“Για το μέσο αναγνώστη είσαι παιδί και δεν δικαιούμαι καν να νιώθω έλξη για σένα.”
“Ξέρεις που τον έχω γραμμένο τον αναγνώστη σου;”
“Μου έδειξες πριν.”
“Α, ναι, ξέχασα. Αυτή ήταν λοιπόν η πικάντικη νότα της ιστορίας σου; Ο κώλος μου; Τι ταπείνωση θε μου! Έτσι τις ξεφτιλίζεις όλες τις ηρωίδες σου; Κι οι αναγνώστες σου χαίρονται μ' αυτές τις αηδίες;”
“Δεν ξέρω. Δεν έχω εκδώσει τίποτα μέχρι τώρα.”
“Α ναι; Λοιπόν σου έχω ένα νέο και φοβάμαι πως δεν θα σου αρέσει! Δεν θα γίνεις ποτέ συγγραφέας. Και σίγουρα όχι με τέτοιες μαλακίες!”
Ήταν πολύ δυσάρεστο. Παρ' όλ' αυτά πίστευα ακόμα πως είχα τον έλεγχο. Τόσο ανόητος ήμουν.
“Μαρίζα, μάτια μου...”
“Μη με λες μάτια σου! Και να σου πω και κάτι άλλο; Δεν είσαι καθόλου καλύτερος απ' αυτούς που κατηγορούσες πριν. Τι θέλει ο κόσμος; Ό,τι θέλει ο κόσμος -οι πελάτες μας! Αλλά ξέχασες κάτι.”
Ήρθε κοντά μου με νάζι. Πού να φανταστώ...
“Τι ξέχασα μωρό μου;”
“Τη βία, γλυκέ μου μπαμπάκα... Τη βία. Σεξ και βία δε θέλει ο κόσμος; Να μην του δώσουμε και λίγη βία;”
“Μαρίζα...”
Την άλλη στιγμή, δεν κατάλαβα πώς, ήμουν στο χώμα κι εκείνη από πάνω να με κλοτσάει ξανά και ξανά φωνάζοντας λόγια ακατάληπτα, όπου ξεχώριζα μόνο κάποιες λέξεις όπως “φαντασία”, “ελεύθερη”, “πλαίσια”, “διαφθορέας”. Κάποια στιγμή φάνηκε να κουράστηκε. Πρέπει να μου είχε σπάσει όλα τα πλευρά.
“Αυτό ήταν -ουφ- στ' αλήθεια πολύ ανεβαστικό. Κάποιοι απ' τους αναγνώστες σου θα έχουν ήδη ταυτιστεί μαζί μου... μη σου πω και όλοι. Όχι πως με νοιάζει αυτό βέβαια.”

Πίστεψα πως είχε τελειώσει. Λάθος μου. Η μεγάλη ξεφτίλα δεν είχε έλθει ακόμα.
“Και τώρα, καλέ μου ντάντι...”
Έπεσε.
“...ας τελειώνουμε.”
Με όλο το βάρος της.
“Το κοινό περιμένει!”
Πάνω μου.
“Μαρίζα σταμάτα!” Ψάχνοντας απεγνωσμένα το delete. “Μαρίζα όχι! Μαρίζα, μου γαμάς το...”
Πούστη μου...
“Όχι, γλυκέ μου. Εσύ μου γαμάς το.”
Την είχα κάνει πολύ δυνατή.




22 Ιουν 2011

τοξότες


"..ήμουν κι εγώ στον πόλεμο τοξότης.."
Γ.Σεφέρης, Ελένη



αλήθεια.. μ' άστρα στολισμένη και μια ολόλαμπρη
σελήνη κρεμασμένη στο λοβό της
με μάτια-εξάντες τη ζητούσες και μυαλό
που η Λύρα πλάνευε και θάμπωνε ο Βοώτης

αλήθεια.. μήτρα χάος απύθμενο βαθύ
θεά με τ' άπειρα τα χέρια και με τ' άξια
σπαρμένη μάγια την περίμενες να 'ρθει
κι ήρθε στα μαύρα τυλιγμένη της μετάξια

αλήθεια.. στα έγκατα του Λόγου τα κενά
η "μια και μόνη" που ζητάς μες στο κορμί της
καρτέρια στήνοντας δολώνοντας και να
ξάφνου μια λάμψη ...ίσως διάττων ή κομήτης;

όχι! την ώρα που ηδονίζεσαι πνιχτά
(οι Ποσειδώνες να 'ναι; Να 'ναι οι Αιόλοι;)
γαλέρες στέκουν αραγμένες στ' ανοιχτά
τα ζάρια ρίχνονται κι η Σμύρνη καίγεται όλη





αγνώστου, the great fire of London

3 Μαΐ 2011

face to facebook




agapi mou?

Geia soy Oresth

telioses kiolas me tn istoria?

Teleiwsa

moro mou oute misi ora den isoun e3o!

E kala! Ti me perases? Gia kanena fyto?

na sou po ti ma6ri ali9ia, ixa anisixisi

Kane mou mia xari...Se peirazei na grafw ellhnika?

giati, pos sour9e?

Κάπως μου 'ρθε δεν ξέρω. Τι κάνεις λοιπόν;

Barieme. ke se skeftome.

Αλήθεια λες;

fisika

Α, έχεις χαιρετίσματα απ' τη Φωφώ

Ti kani to mikrouli?

Μια χαρά. Και μην τη λες μικρούλι γιατί τα παίρνει.

mpa! pes tis na pxi 3idi. akou ta perni to dekaxrono!

pepi?

pepi ti egine? ise eki?

Εδώ μωρό μου. Ζεστάθηκα κι έβγαλα τη μπλούζα μου.

ox! mi les tetia giati fountono

Ζεσταίνεσαι κι εσύ;

kati tetio

Και θες να βγάλεις το παντελόνι σου;

opa! poli fortsati se 6risko simera!

Μπα! Τις άλλες φορές δηλαδή πώς μ' έβρισκες;

eda3i, pio cool

Εννοείς ξενέρωτη;

pios ipe tetio prama?

Κανείς. Το βγαλες;

to 6gala

Ωραία, γιατί εγώ όπως σου είπα ζεσταίνομαι. Έτσι θα τα λέμε πιο άνετα. Προτιμάς με το χέρι ή με το στόμα;

ti prama??!!!

Λέω, σ' αρέσει να γράφουμε εδώ στο φέις ή προτιμάς να σε πάρω τηλέφωνο να τα πούμε;

aaa afto enoouses?

Γιατί, εσύ τι κατάλαβες;

asto kalitera. diladi tora ali9ia ise xoris mplouza?

Ναι γιατι;

ke de foras tipota?

Φοράω σουτιέν!

kino t gamato p forouses xtes?

Πού ξέρεις τι φορούσα χτες;

afou oli tn ora m ta dixnes. mouxan petaxti t matia

Ωχ!

ti?

Ξαφνικά ζεσταίνομαι περισσότερο. Κάτσε να βγάλω και το σορτς

tosi ora m t sorts isoun? giafto zesta9ikes!

Καλά, κορόιδευε, εγώ βγάζω και το σουτιέν

ti psixi ex ena soutien? mipos na 6galis k t kato?

Το βρακί δε μπορώ, ντρέπομαι

pos etsi?

Με βλέπει ο διπλανός

o pios??

Ο Δημήτρης, το παιδί απέναντι που είναι φαντάρος. Δε σου 'χω πει;

a, to pedi p ine fantaros! oxi dn m xis pi!

Είναι στο μπαλκόνι και χαμογελάει σα χάνος. Τώρα θα πάει μέσα και θα σβήσει το φως για να παίρνει μάτι καλύτερα. Να να! τι σου 'πα;

PEPI!!

Τι μωρό μου;

KLISE T KOURTINA!!!

Δε μπορώ. Την έχει πάρει να την πλύνει

O FANTAROS??

Η μάνα μου!! Και κοφ' τα κεφαλαία!

ki esi s6ise toulaxiston t fos

Γιατί, ζηλεύεις; Φαντάρος είναι το παιδί, μια βδομάδα έχει να δει γυναίκα. Ασ' το ν' ανοίξει λίγο το μάτι του!

k se sena prepi n ani3i t mati t? vlepoun tsontes st kapsimi k anigi. mou to xi pi o aderfos m. to es6ises?

Το σβήνω. Τόση ώρα πια, θα πρέπει να τέλειωσε

PIOS??

Η Μπουμπού, το πεκινουά μου. Πώς θα δει να φάει το σκυλί στα σκοτάδια; Και κοφ' τα κεφαλαία επιτέλους! Τι είσαι, κανένα απροσάρμοστο;

ne pes me k psixakia apopano! an e6gaza ego to prama m k to dixna stin apenanti ti 9a leges?

Δεν είναι το ίδιο!

mpa! k giati parakalo?

Γιατί έτσι! Άλλο βυζιά κι άλλο η....

i piaa? xaxa,λολ!

Η βούρτσα! αχαχαχαχα!

ne ne gelasame!

Pepi?

Pepi??????????????????????????????????

Εδώ είμαι αγόρι μου. Πήγα στο ψυγείο να πάρω ένα παγωτάκι. Δεν πιστεύω να μου θύμωσες;

na s 9imoso? gia pio logo? p kanis striptiz stous fantarous?

Έλα μωρέ, πλάκα έκανα! Ένας παππούς μένει απέναντι που ούτε καν βλέπει. Ζήλεψες;

ligaki...

Ττρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρ

ti kanis?

Γουργουρίζω. Σε πειράζει κι αυτό;

oxi, afto m' aresi

Ωραία. Άκου κι αυτό: σλαπ-σλουρπ!

ti kanis tora?

Το γλύφω

pio??

Το παγωτό βρε! Είναι πύραυλος

k to diko mou

ο-μι-τζι!

ti?

Το βρακί μου γέμισε παγωτά! Πρέπει να το βγάλω

6galto! 6galto!

Πω πω! Κυριολεκτικά μουνί όμως! Έχει γεμίσει κρέμες σαν...ξέρεις τι! Καλά, είναι για φωτογραφία!

Να 'σουνα εδώ ρε μωρό μου να το 'γλυφες! Κρίμα να πάει χαμένο...

Καλά, μόνη μου μιλάω; Ορέστη! Πού είσαι μωρό μου;


e edo...molis ixa ena atixima

Μη μου πεις ότι γέμισες κι εσύ κρέμες;

peripou

Ουχου το, λερώθηκε και το δικό του το μικρούλι;

pio mikrouli? me sixoris, den ine ka9olou mikrouli

Μικρούλι είναι. Και τώρα, ακόμα πιο μικρούλι! αχαχαχαχα!

poli ili9io astio

Μπα, δεν του αρέσει να το λένε μικρούλι; δεν του αρέσει και νευρίασε; Τότε να του πεις να πιει ξύδι! Αυτό να του πεις! bb...mwro mou!

pepi...ti les?

pepi??

pepi????????????????????????????????????????????????????

...fofo??