24 Νοε 2009

λευκό


μπρος στο λευκό συχνότατα στέκω συλλογισμένος
χαρτί ως άλλοι χάσκουνε ενώπιον βιτρινών
εκεί την ματαιότητα της τέχνης μου θρηνών
ξεσπώ με αγανάκτηση και κάθε λογής μένος

έστω να υποθέσουμε πως αγαθή ποια μούσα
στο πρόσωπό μου έβρισκε έναν Λόρκα ένα Ρεμπώ
πες μου σαν τι θα κέρδιζα π' όταν βρε Χάρε μπω
στο μάτι σου απ' τη μοίρα τους άλλη δεν θα τολμούσα

να ελπίσω (...κι έχω αυτόν τον αλητήριο
που ποιος Αρθούρος με ρωτά ποιος Φεδερίκο
θέλει η φωνή λες να υψωθεί μα πού να βρει ήχο
μες στο λευκό κυλάει χαρτί το δηλητήριο...)




εικόνα: J.Pollock, untitled

23 Νοε 2009

άρνηση


μην μου ζητάς να σου χαρίσω ποιήματα
οι λέξεις είναι θηλυκά
φυλάν καρτέρι ζηλόφθονα στις γραμμές
των μετώπων μας

κατηφορίζω συχνά δρομάκια του λόγου ανήλιαγα
με το μάτι κλειστό κι οδηγό την τρομάρα μου
σε πλατείες τριγυρνώ και σ' ακάλυπτους
και λαϊκές αγορές αν αυτό μου ζητάς
να γίνω κι εγώ ένας πλανόδιος γητευτής της δεκάρας

να κάνω σουξέ δόντια χρυσά και τη σαπίλα του χνώτου μου
των τσιρκολάνων τα κόλπα αν ζητάς να σου την κάνω την χάρη
στ΄ αλήθεια γνωρίζω κάποια τέτοια καλά με την πανσέληνο
μα δεν μπορώ κείνο που δεν μου ανήκει να χαρίσω

δεν μας ανήκουν οι λέξεις χαρά μου
δεν μας ανήκουν τα χρόνια μας
κρεμόμαστε πάνω τους σαν γατιά
κι απ' τα βυζιά τους τρεφόμαστε
μάνα καμιά δεν κοιλοπόνεσε για μένα
τελευταία φορά
όσο η λέξη αείποτε
που στο λέω τα λόγια ετούτα
η πρόθεση αμφί
τα ρήματα ελλοχεύω ανθίσταμαι παραποιώ
δεν μου ανήκουν
αντωνυμίες και σύνδεσμοι και μετοχές
προθέσεις και όνειρα

τα υλικά όλα εκείνα απ' τα οποία ανέκαθεν
το ξέρεις δα
φτιάχνονται τα ποιήματα




εικόνα: Δημήτρης Γέρος, άνεμος


1 Νοε 2009

σαλαμπώ



-Κάποιος χτυπά –Ποιος; -Μοιάζει να χωλαίνει
-Μην απαντάς –Κρούει την θύρα, τις κορφές
σείει των δέντρων, κλαίει για μιαν Ελένη

Βοριάς τυφλός, πάει τρεις χιλιάδες πίσω
-Για δες, τι θέλει; -Τον στοιχειώνουνε μορφές
-Α! μια στιγμή την πένα ν’ ακουμπήσω

-Την Σαλαμπώ γυρεύει και την Ανδρομάχη,
τις νύχτες, κάπου, ένα τραγούδι τον καλεί
παραληρεί, πως πέφτει λέει στη μάχη
κι η Καρχηδόνα σαν παγάκι στο γυαλί

Την Υπατία φωνάζει και την Οφηλία
Βιαστείτε, φεύγει! Είναι κάπου –ήδη- αλλού
-Μην τον αφήνεις, του προτείνω φιλία
-Πολύ αργά! –Πού πάει; -Στις άκρες του μυαλού



εικόνα: Caspar David Friedrich, Der Wanderer über dem Nebelmeer

25 Οκτ 2009

πρέφα


-Πρώτα.
-Δεύτερα.. Νάντια κοριτσάρα μου, πω, πω μανάρι μου, τι μερακλίδικοι καφέδες.. μου 'γινες στον ελληνικό ξεφτέρι! ..Άντε ρε παιδί μου, θα παίξουμε; Δεν είναι δα και.. τι; Α, το χάπι. Δος το το γαμημένο! ... Τι έγινε, είχαμε καμιά εξέλιξη;
-Εγώ; Πάσο.
-Μπα, το παιδί μίλησε. Άντε λοιπόν.
-Και δεύτερα.
-Α, μάλιστα.. Ωραία.. Λίγα τρίτα;
-Και.
-Είσαι και κούπες;
-Ο τζόγος μου.
-Αχρωμάτιστα;
-Πρωτοπαίζω!
-Μπράβο σου. Είσαι και μπαστούνια εφτά;
-Εσύ τι λες;
-Λέω, πάρτα να δω την προκοπή σου.
-Να ξεσκαρτάρω και θα τη δεις.
-Εγώ τον έχω για μέσα.
-Σόλο; για δίσολο;
-Θα παίξουμε ή θα μιλάμε;
-Αποφάσισες; Τι τα λες;
-Κούπες βέβαια.
-Επτά κούπες;
-Εννιά.
-Τι λες εκεί; Θα παίξω.
-Θα παίξεις; Στα εννιά; Είσαι σίγουρος;
-Αφού έχω την απατού, βρε χαϊβάνι! Τι, δεν τη μέτρησες την τρίφυλλη ντάμα; Τι σου μαθαίνω βρε τόσον καιρό; Έλα τώρα να σε βάλω μέσα στα εννιά για να μάθεις.
-Τ' αρχίδια θα μου κλάσεις. Τις ντάμες σου μέσα. Νομίζεις δεν την υπολόγισα; Δική μου είναι κι αυτή, όπως η άλλη.
-Ποια άλλη;
-Σκάσε ρε μαλάκα.
-Ποια άλλη, ρε; Σε ρωτάω!
-Τίποτα, πατέρα, έλα να παίξουμε. Αφού παίζεις, θα παίξω κι εγώ.
-Βούλωστο, ρε μαλακισμένο. Κι εσύ.. θα πεις τι εννοούσες ή...
-Ή τι, ρε κωλόγερε; Θα βγάλεις το λουρί να με δείρεις; Πούστη, κωλόγερε, νομίζεις δεν τα θυμάμαι; Έμπαινε η μάνα μου στη μέση κι έτρωγε τις μισές. Στον τάφο την έστειλες πριν την ώρα της, καριόλη. Για να σαλιαρίζεις τώρα με το μωρό.. την εγγονή σου. Για τη λεβεντιά σου σε παντρεύτηκε, νομίζεις, σκατόγερε, ή για τα γαμίσια που της ρίχνεις; Φουντωμένη κάθε πρωί που πηγαίνεις στο άρμεγμα πέφτει κι αρμέγει το δικό μου. Κι ύστερα σαν τη σκύλα γυρνά τον κώλο της και σαν τη σκύλα σκούζει..
-Ααα, σκυλί.. Θα.. θα.. Το.. ο.. ο.. αυτό το.. ωχ, μάνα μου! Τ.. ...
-Πατέρα! Τι τρέχει, πατέρα.. έχει γίνει κατακκόκινος, μαλάκα δεν.. ωχ, πάει, σωριάστηκε χάμω!
-Τα τίναξε, ρε, δε βλέπεις; Μέχρις εδώ ήτανε η βασιλεία του..
-Τι τον κλωτσάς ρε μαλάκα, δεν είναι ζώο..
-Ζώο.. ήτανε. Τώρα είναι ψοφίμι
-Του την είχες στημένη. Κι η άλλη του δωκε το χάπι του άδειο, όπως τηνε δασκάλεψες.
-Την.. πώς το ξέρεις αυτό; Να μας άκουσες, αποκλείεται.
-Δεν χρειάζεται να σ' ακούσω. Όλες τις μαλακίες που της λες, μου τις προφταίνει. Και πως κάνει ότι σκούζει όταν την πηδάς, ενώ γουστάρει εμένα.
-Τι λες, ρε μουνόσκυλο!
-Αυτό που σου λέω. Θα πάρεις τώρα εσύ το χτήμα στη βραγιά και τα ζωντανά.. και τ' αμπέλια όλα, παρ' τα κι αυτά. Ν' αφήκεις μοναχά σ' εμάς το σπίτι. Και το χτήμα με τις ελιές, στη Λιόμα.. τι κάνεις αυτού;
-Θα σε σκοτώσω σα σκυλί που είσαι! Άρπα τη!
-Άρπα την εσύ ρε! Εσύ, εσύ, εσύ! Πούστη, ξεκωλιάρη, μ' έφαγες..
-Μ' έσκισε το μαλακισμένο, πετάει το αίμα βρύση! Τι κατάλαβες τώρα ρε μαλάκα.. τι γελάς ρε, είσαι τρελός;
-Γελάω, ρε Μανώλη.. τρελοί είμαστε κι οι δύο. Όχι, όχι τρελοί.. τα λιμά είμαστε.. τα λιμά της..
-Πάει, του 'στριψε.. Νάντιααα.. Πού χώθηκες μωρή σκρόφα, έλα να δεις τα χάλια μας.. Που σφαχτήκαμε για τα ωραία μπλε, τα ρώσικα τα μάτια σου, πουτάνα..
- Τα λ.. λιμά είμαστε.. μαλάκα αδερφέ μου.. Τα λιμά. Κι όταν.. φ.. φύγουν τα λιμά.. απ' τη μέση.. η.. τ.. τρίφυλλη ντ..ντάμα γγ..γίνεται μπ..μπάζα, μμ.. μαλ.. λάκα αδερφέ μου.. Μπάζα...


19 Οκτ 2009

για την ευφράδεια



κι όμως το σώμα βιαστικά που παραχώνετε
λέω στο χώμα δεν σαπίζει μήτε λιώνει
κάθε που πέφτει αυτή η αυλαία άλλη σηκώνεται
γιατί η παράσταση ποτέ δεν τελειώνει

αν από ρόδο βγαίνει αγκάθι ή και τ' αντίστροφο
κι από το ρόδο μένει τ' όνομα μονάχα
λέω προθύμου της σαρκός το πνεύμα δύστροπο
γι' αυτό του χρόνου όλου ζητώ την άμμο να 'χα

στο κάτω-κάτω τι να πουν και τα τετράδια
που εν τη ρύμη σπαταλήθηκαν του λόγου;
ένα "συγγνώμη" όπου χρωστώ για την ευφράδεια
σκιά στο θέατρο κι εγώ του παραλόγου


(εικόνα: Gilber Garcin, les fils du temps)