20 Απρ 2012

Το πρόβλημά του στην έκθεση



Η πρώτη φορά που ψήφισα ήταν, θυμάμαι, το ’81. Φοιτητής. Ο γέρος μου -απόστρατος αστυνομικός, αξιωματικός της πάλαι-ποτέ χωροφυλακής- ονειρευόταν να με κάνει στρατιωτικό. Σιγά μην του περνούσε. Στο εφηβικό μου μυαλό, ο στρατός ήταν συνδεδεμένος με τους φονιάδες των παλικαριών. Τα παλικάρια του Πολυτεχνείου, αυτοί ήταν οι ήρωές μου εμένα. Κι η Αρχιτεκτονική, βέβαια, το όνειρό μου. Όταν το κατάλαβε ο γέρος άλλαξε βιολί. «Αφού θες το Μετσόβιο, πήγαινε τουλάχιστον στους Χημικούς. Θα σε βάλω στο Χημείο του κράτους να κονομάς.» Είχε τα κονέ, βλέπεις. «Απλός υπάλληλος θα ’μαι ρε πατέρα, πώς θα κονομάω;» «Όπως κονομάνε όλοι.» Εννοείται ότι ούτε και σ’ αυτό του πέρασε. Διότι αν δεν κάνεις στα δεκαοκτώ (και με πατέρα χωροφύλακα της χούντας) την επανάστασή σου, πότε θα την κάνεις; Δεν κατάφερα βέβαια να πιάσω την Αρχιτεκτονική (είχα ανέκαθεν πρόβλημα με την έκθεση), μπήκα όμως στους Πολιτικούς. Πήγε να πάθει έμφραγμα, ειδικά όταν του έσκασα το καλύτερο: «Εμένα η καρδιά μου χτυπάει αριστερά.» «Θα τ’ αφήσω όλα στον αδερφό σου», με απείλησε. «Σ’ αυτόν τον ηλίθιο; Αποκλείεται. Εγώ είμαι το καμάρι σου.» Ήμουνα, μέχρι τότε -και σ’ αυτό ποντάριζα. Μιλάμε για σκληρό πόκερ. «Αρκεί να μην ψηφίσεις τους κομμουνιστάς.» Έκανα ότι υποχώρησα. Έτσι κι αλλιώς, εγώ τον Αντρέα θα ψήφιζα. 


Στη σχολή, άρχισαν να φανερώνονται τα ταλέντα μου. Συνδικάλα. Ουρά έκαναν οι φοιτήτριες, αλλά εγώ κολλημένος με το Μαράκι. Φανταστείτε τι μου είπε όταν της τα 'ριξα: «Εμένα η καρδιά μου χτυπάει αριστερά.» «Κι εσένα; Κι εμένα!» της λέω. Και τι μου απαντάει; «Καλά, είσαι τελείως μαλάκας; Αριστερά ο Παπανδρέου; Που γλύφει τ’ αρχίδια των Αμερικάνων;» Αν δεν είναι αυτό κακοπιστία, τότε τι είναι; Αλλά ήταν πολύ γαμάτη γκόμενα κι έτσι αποφάσισα να περιμένω το «μομέντουμ». Ήξερα ότι, με τη μαλακία που έδερνε τους «συντρόφους» της στο κρεβάτι, αυτό δεν θ’ αργούσε να έρθει. Πράγματι, τη βρήκα μια μέρα, το ’85, βουτηγμένη στο κλάμα. «Μην είσαι κουτό», της είπα θωπεύοντας παρηγορητικά τον υπέροχο πισινό της. «Κι εγώ με την επανάσταση είμαι, αλλά δεν είναι η στιγμή. Πρέπει να βοηθήσουμε το ΠΑΣΟΚ να παραμείνει στην εξουσία, ώστε να φθαρεί και να χάσει τα ερείσματά του στα μικροαστικά στρώματα.» Όπερ και εγένετο. 

 Το ’89 είχα μόλις απολυθεί από φαντάρος. Μου πήρε λίγο παραπάνω, αλλά όταν είσαι αεροπορία και δίπλα στο σπίτι σου (ας είναι καλά ο ανιψιός της γραμματέως του υπουργού) δεν μπορείς να τα θέλεις όλα. Δεν είχα δυο μέρες πολίτης που μου ’ρθαν τα μαντάτα: «όσο υπηρετούσες, η Μαρία έμεινε έγκυος. Έκανε και έκτρωση στο Μητέρα.» «Ποιος πούστης;» ρώτησα. «Ο ανιψιός της γραμματέως του υπουργού.» Το βρωμόσκυλο! Πρωτοκλασάτο στέλεχος, βλέπεις (μετράνε αυτά στις γκόμενες, ειδικά όταν νιώθουν μόνες) μού ’κανε και το μέντορα και τον καθοδηγητή, η οχιά. Δεν μπορούσα να το αφήσω έτσι. Απαίτησα –εδώ και τώρα- κάθαρση. Και ψήφισα Μητσοτάκη. 

Βέβαια, κανείς δεν το ήξερε. Λίγο πριν τις εκλογές, εκμεταλλεύτηκα τον πανικό που επικρατούσε στη «μεγάλη δημοκρατική παράταξη» και χώθηκα στο δημόσιο, στην τεχνική υπηρεσία του Δήμου. Το ’χα πάρει απόφαση, έπρεπε να την κάνω δική μου! Θα δούλευα σκληρά γι’ αυτό. Συμφωνήσαμε (με τον εαυτό μου) ότι η εντελώς παρορμητική εκλογική συμπεριφορά μου τον Ιούνιο του ’89 (η οποία επαναλήφθηκε τον Απρίλιο του ’90) ήταν πολιτικώς επιπόλαιη και στρατηγικώς λανθασμένη. Έτσι, τον Οκτώβριο του 1993, ξαναψηφίζω ΠΑΣΟΚ. Και το 1994 βάζω υποψηφιότητα και εκλέγομαι δημοτικός σύμβουλος. Ένα μήνα αργότερα, Νοέμβρης του ’94 ήταν που παντρευτήκαμε με τη Μαρία. 

1994-2004 ήταν η χρυσή δεκαετία μας. Εγώ υπεύθυνος τεχνικών έργων σε Ολυμπιακό δήμο και το Μαράκι στην Πολεοδομία, αγοράσαμε τη μεζονέτα στο Πανόραμα, χτίσαμε τη βιλίτσα ανάμεσα Παλαιά Φώκαια και Θυμάρι πήραμε και το Καγιέν σαν αγροτικό (ο πεθερός να ’ναι καλά). Γεννήσαμε και δυο φορές, τι άλλο να θέλει κανείς απ’ τη ζωή του; Εκλογές 1996 και 2000: δαγκωτό (εννοείται) στον «Κινέζο». 

Φαίνεται πως ο άνθρωπος ποτέ δεν είναι ευχαριστημένος μ’ αυτά που έχει. 
2002: κατεβαίνω ως ανεξάρτητος υποψήφιος δήμαρχος αλλά χάνω το χρίσμα στις λεπτομέρειες. Παραιτούμαι από την τεχνική υπηρεσία και συμμετέχω στην επενδυτική ομάδα νεοσύστατης εταιρείας πιστοποίησης (παίζανε και κάτι κονδυλάκια της κοινότητας) της οποίας αναγορεύομαι γενικός επιθεωρητής. 
2003: σκάει ένα μίνι σκάνδαλο με κάτι ολυμπιακά ακίνητα. Ευτυχώς, έχω καλύψει τον κώλο μου. Εκεί που δεν φρόντισα να καλυφθώ ήταν με τη Νάντια. Συγγνώμη, αλλά αυτές οι Ρωσίδες (ή μήπως ήταν Ουκρανή) είναι μεγάλος πειρασμός κι όποιος διαφωνεί ας δοκιμάσει πρώτα κι ύστερα να ’ρθει να μου πει. Η Μαρία απαιτούσε διαζύγιο, τα παιδιά είχαν φρικάρει, στο τέλος βέβαια την τουμπάρισα. Είπα κομμένα τα δίμμετρα, μια χαρά μου φτάνει η Σούλα του λογιστηρίου που ’ναι και διακριτική. 
2004: ανακαλύπτω ότι η Μαρία μου τα φοράει. Σκέφτομαι ότι παίρνει ρεβάνς, αλλά όχι. Φαίνεται ότι την πηδούσε χρόνια ένας κατασκευαστής, «πελάτης» στην πολεοδομία. Την εκβίαζε, λέει. Σε ποιον τα πουλάς αυτά μωρή πουτάνα; Τα πήρα πολύ άσκημα. Δεν είναι λαός αυτός! Ο ένας να βγάζει το μάτι του άλλου. Κι όλη αυτή η σπέκουλα με τους Ολυμπιακούς, τι ξεφτίλα! Έτσι μου ’ρχότανε να ρίξω μαύρη πέτρα και να πάω για μπιζνες κατά Σερβία που χρειαζόταν ανοικοδόμηση κι ήτανε της μόδας. Στο τέλος, όμως, νίκησε το πατριωτικό μου: θα έμενα να πολεμήσω γι’ αυτήν. Εξάλλου, είχε έρθει και «η ώρα του Καραμανλή». 

Δεν έχω παράπονο. Τέσσερα χρόνια με τον Κωστάκη, ηρεμήσαμε. Μια γλυκιά νιρβάνα, θαρρείς, κατέλαβε απ’ άκρη σ’ άκρη τη χώρα. Τα έργα των Ολυμπιακών ετοιμάστηκαν στην ώρα τους, οι ξένοι υποκλίθηκαν, πήραμε και το γιούρο. Στο τέλος μας τα σκάτωσε μόνο. Οι επιχειρήσεις γονάτισαν από ρευστό κι όσοι φανήκαν λίγο περισσότερο τολμηροί με το χρηματιστήριο (καλή ώρα!) και τις αναδυόμενες αγορές (μαύρη κι άραχλη!) βρεθήκανε με τις απειλές των κατασχέσεων. Που πάει να πει, μας πήδηξαν οι τραπεζίτες. Κυριολεκτικά, αφού έπιασα το Μαράκι με κείνο το αρχίδι, το δεξί του Αλογοσκούφη. Την έπαιρνε απ’ τον κώλο, το κάθαρμα. Που εμένα, είκοσι χρόνια την παρακαλούσα κι ακόμα. Εσύ τι θα ’κανες στη θέση μου; Ορκίστηκα, αν ξαναψηφίσω αυτά τα καθίκια να μου κοπεί το χέρι απ’ τη ρίζα. Πρωί-πρωί, 4 Οκτώβρη του 2009, πήγα και το ’ριξα στο Γιωργάκη. Που να το ’χα κόψει -απ’ ό,τι φάνηκε- καλύτερα. 

Είμαι ένας Έλληνας οικογενειάρχης. Προσπάθησα να είμαι καλός πατέρας, αν και πολλοί θα βρουν πατήματα να μου αμφισβητήσουν ακόμα κι αυτό. Δεν ήμουν πρότυπο νομοταγούς ή αμέμπτου ηθικής πολίτη, το παραδέχομαι. Κι από την εφορία έκρυψα, και επίσημα στοιχεία παραποίησα, και πελάτες κορόιδεψα, και υπαλλήλους εκμεταλλεύτηκα κι έναν αιγιαλό καταπάτησα Αλλά δεν μου άξιζε αυτό, παιδιά μου, σε κανέναν δεν αξίζει. Να δω τη γυναίκα μου, τη μητέρα σας, στην εντατική από καρδιακή ανεπάρκεια. Και γύρω της αυτά τα, τα -θεέ μου, συγχωρήστε μου τη δυσκολία να εκφραστώ, ειδικά εσύ κουκλίτσα μου που πέρασες φέτος στη Νομική και θα δικάσεις στο μέλλον πολλές φορές τον πατέρα σου. Κι εσύ γιε μου που ζητάς να σε στείλω στο εξωτερικό γιατί δεν βλέπεις εδώ μέλλον- τα τρία όρνεα, τα τρία κοράκια με τις άσπρες μπλούζες που εγώ ο ίδιος -πόσο αφελής!- κουβάλησα απ’ τα καλύτερα νοσοκομεία της αλλοδαπής να τη θεραπεύσουν, να την έχουν στημένη στα τέσσερα και ν’ ασελγούν στο κορμάκι της και να ’χουν και το θράσος να μου πουν ότι είναι η μόνη της ελπίδα –ωμός εκβιασμός. Γιατί -αυτό ήταν το πρόβλημά μου εξαρχής ξέρετε- είναι πανέμορφη η Μαρία μου. Είναι πανέμορφη και τους τρελαίνει. Και μ’ εκβιάζουν ότι αλλιώς δεν έχει σωτηρία και πρέπει τώρα εγώ να κόψω και τα δυο μου τα χέρια απ’ τη ρίζα και με τα δόντια (όπως εξάλλου έκανα πάντα ο μαλάκας) να πάω να ψηφίσω κάποιον από τους δυο (δεν το ’χω αποφασίσει ακόμα «μπλε» ή «πράσινο») για κείνην, για χάρη της και για χάρη σας κι ας σας ακούγεται παράλογο αυτό –ειδικά σε σένα κουκλίτσα μου, που, όπως κάποτε η μαμά σας κι όπως ο ίδιος εγώ ο ανόητος, μου είπες χτες πως η καρδιά σου εσένα χτυπάει αριστερά- κι ας σας φανεί παρανοϊκό ίσως που είναι δυνατόν να συνεργήσω ξανά σ’ αυτήν την τραγωδία. Θα το κάνω. Δεν μπορώ να εξηγήσω γιατί αυτό τούτη την ώρα μου φαίνεται λογικό, γιατί μου φαίνεται διέξοδος να πω δεν ξέρω. Πάντα είχα αυτό το πρόβλημα με την έκθεση. 



η εικόνα από εδώ

6 Φεβ 2012

η σιωπή των ποιμένων



Ένδεια. Ρούχο παλαιικό και ανυπόληπτο
Ξέφτι απόγνωσης βουβής ή και ικεσίας
Ψηλά, της χώρας τα πηλίκα και το υπόλοιπο
Ο «Καλλικράτης», ο «Ερμής», ο «Τειρεσίας»

Φόβος. Στα μάτια. Στις ψυχές. Φόβος στα σώματα.
Πώς μοιάζουν ίδια αίφνης το χείρον με το κρείττον!
Ψηλά, οι λάθρες μαχαιριές για τ’ αξιώματα
Και οι μισές κουβέντες των εξ απορρήτων

Οργή. Ανεξέλεγκτη. Ζωώδης. Στη γυαλάδα της
Ασπρίζουν πάλι πέτρες, δόρατα και τόξα
Ψηλά, οι ποιμένες της σιωπής της απαράβατης
Οι που ίσως κάποιο πνεύμα αντάλλαξαν με δόξα






φωτεινή εξαίρεση ο Μίκης


9 Ιαν 2012

το σχέδιο (τέλος)


σύνδεση με τα προηγούμενα: Το πιο προηγμένο και εφιαλτικό σχέδιο παρακολούθησης των πολιτών, το νομοσχέδιο Προμηθέας, βρίσκεται προς συζήτηση στη Βουλή. Την ίδια στιγμή, ο υπουργός εθνικής ασφάλειας Θανάσης Μαρκίδης, στην προσπάθειά του να βοηθήσει την χτυπημένη -όπως πιστεύει- κόρη του, δέχεται επίθεση με μολότωφ.


«Πώς νιώθεις, μπαμπά μου;»
«Πονάω. Στο πόδι και στο πλευρό.»
«Αχ, εγώ φταίω, το ζώον! Αλλά ήθελα να δεις, να δεις!»
«Τι να δω Ελπίδα μου;»
«Να δεις τι γίνεται. Να βγεις λίγο στον πραγματικό κόσμο, να δεις τους ανθρώπους που προσπαθούν ν’ αναπνεύσουν κι αντί για οξυγόνο τους ρίχνουν χημικά και ξύλο. Όλη αυτή τη βία...»
«Μωρό μου… Πώς βρέθηκες εσύ εδώ, τι δουλειά έχεις με όλα αυτά; Ποιοι είναι αυτοί οι τύποι που σας κυνηγάνε;»
«Δεν ξέρω, μακάρι να ’ξερα γιατί γίνονται ολ’ αυτά. Πάνω που είπαμε πως φεύγανε...»
«Δικοί σας είναι, κύριε Μαρκίδη. Μένει να βρούμε γιατί προσπαθούν να σας σκοτώσουν.»
«Μανώλη... Ήξερες ποιος είμαι;»
«Απ’ την αρχή. Ήμουν επιφορτισμένος με την προστασία σας κατά τη διάρκεια της μικρής αυτής ξενάγησης στο χάος. Είμαι φίλος της κόρης σας και μέρος του σχεδίου της -το ίδιο και τα παιδιά από δω. Εκτός απ’ το θεατρίνο. Αυτός είναι μάλλον δικός σας.»
«Κι άλλος δικός μου. Εννοείς... αστυνομικός;»
«Τι άλλο; Όταν σας βγάλαμε το τζάκετ το πέταξε στη φωτιά. Νόμιζες ότι δεν θα το πρόσεχα; Σίγουρα ήταν εφοδιασμένο με κάποιο απ’ τα τσιπάκια του Προμηθέα. Γι αυτό απ’ όπου περνούσαμε μας άνοιγαν δρόμο. Ούτε ξύλο ούτε τίποτα. Μόνο που –απ’ ό,τι φαίνεται- του ’χανε κρύψει του κακομοίρη την τελική φάση του σχεδίου.»
«Γάτα είσαι φιλαράκο. Το «θεατρίνος» από πού το συμπέρανες;»
«Απ’ τον Τρουφαλντίνο, τον υπηρέτη δύο αφεντάδων. Κάτι ξέρουμε κι εμείς από κομέντια.»
«Ποια κομέντια, τι ειν’ αυτά που λέτε; Τι θα κάνουμε εδώ πέρα, Μανώλη, θα μας βρουν!»
«Μην ανησυχείς. Χρειάζονται χρόνο για να μας ξετρυπώσουν και δεν τον έχουν.»
«Τα ’χω χαμένα. Θες να πεις δηλαδή ότι... κι αυτοί απέξω, όταν άρχισαν να πετάνε τις μολότωφ ήξεραν ποιος είμαι;»
«Προφανώς. Ο κύριος Τρουφ θα μας πληροφορήσει καλύτερα.»
«Όχι δεν ήξεραν. Είναι γνωστή ομάδα ανεγκέφαλων φασιστοειδών. Δουλειά μου ήταν να τους παρασύρω ως εδώ για να κάνουν τις μαλακίες τους μπροστά σας και μπροστά στην κόρη σας. Για να επιβεβαιωθεί η αναγκαιότητα του Προμηθέα.»
«Θα τρελαθώ! Η κόρη μου συνωμοτεί, οι υφιστάμενοί μου συνωμοτούν...»
«Ο κόσμος που μαζεύτηκε στην πλατεία, κύριε υπουργέ, ξέρετε τι θεωρεί συνομωσία; Τον Προμηθέα. Φαίνεται, είμαστε λαός επιρρεπής στη συνωμοσιολογία. Κι εγώ, τώρα που μιλάμε, δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι τα φασιστοειδή σας, μίστερ Τρουφ, συμπτωματικά παράστησαν ότι φεύγουν ώστε να περάσει ο υπουργός και, πάλι συμπτωματικά, άρχισαν να μας βομβαρδίζουν με το που πάτησε μέσα το πόδι του.»
«Δεν ήταν σύμπτωση.»
«Χαίρομαι που το αναγνωρίζετε.»
«Ο τρόπος που λειτουργούν μας είναι λίγο-πολύ γνωστός. Γι αυτό τους χρησιμοποιούμε. Επειδή είναι προβλέψιμοι. Τα κοκτέηλ που χρησιμοποίησαν σήμερα δεν ανήκουν στο οπλοστάσιό τους.»
«Σα να λέμε, δεν ήσαστε οι μόνοι που τους ...χρησιμοποιούν.»
«Έτσι φαίνεται.»

«Εσείς δηλαδή δεν ξέρετε τίποτα... Γαμημένοι Αμερικάνοι. Σίγουρα είναι κάπου από πίσω. Πού να τα βάλεις μαζί τους; ... Τι άλλο να κάνουμε; Πάει τώρα μια διμοιρία. Πυροσβεστικές και λοιπά. Ό,τι περισώσουμε.... Εντάξει ρε συ Γιώργη. Η γυναίκα τα παιδιά καλά;..... Να τα πούμε, θα χαρώ πολύ. Ελάτε την Κυριακή στο Διόνυσο. Να μου πεις και τις αναλύσεις των δικών σου. Άντε, θα χαρώ ρε φίλε, έλα γεια, γεια, γεια... Εμ βέβαια. Σιγά να μην ξέραν οι μαλάκες του Πληροφοριών.»

«Κυρίες και κύριοι, η εικόνα που αντικρίσαμε φτάνοντας στην οδό Βουκουρεστίου –την βλέπετε κι εσείς τώρα- ήταν τρομερή. Η φωτιά κατακαίει την καφετέρια στην είσοδο της στοάς, και –ε- είναι αδύνατο να πλησιάσουμε εξαιτίας των καπνών αλλά και της πιθανότητας εκρήξεων που υπάρχει. Ακούγονται οι σειρήνες της πυροσβεστικής, ας ελπίσουμε ότι δεν θα αργήσει διότι η κατάσταση φαίνεται να είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη. Κάποιοι νεαροί από τις ομάδες διαμαρτυρίας της πλατείας Συντάγματος πρέπει να πούμε ότι, αψηφώντας τον κίνδυνο, έχουν μπει στη στοά, καθώς υπάρχουν πληροφορίες για εγκλωβισμένους ανθρώπους, μεταξύ των οποίων –σας μεταφέρω με πάσα επιφύλαξη- είναι ο υπουργός εθνικής ασφάλειας και η κόρη του.»
«Αρχοντούλα, αυτά που μας μεταφέρεις είναι πραγματικά συγκλονιστικά. Αγαπητοί τηλεθεατές, μείνετε μαζί μας, καθώς θα προσπαθούμε να ξετυλίξουμε το κουβάρι της μυστηριώδους αυτής υπόθεσης. Είναι στ’ αλήθεια ο Θανάσης Μαρκίδης μέσα στο φλεγόμενο κτίριο; Αν ναι, πώς βρέθηκε εκεί, από τις αίθουσες του Κοινοβουλίου όπου τον αφήσαμε; Και ποιοι είναι αυτοί οι νεαροί ήρωες που με κίνδυνο της ζωής τους προσπαθούν να σώσουν τον άνθρωπο εναντίον του οποίου εκτόξευαν υβριστικά συνθήματα; Μια πολύ, πάρα πολύ, σύντομη διακοπή για διαφημίσεις.»

«Μανώλη, τι γίνεται;»
«Ετοιμαστείτε έρχονται. Να σύρουμε κάτι πίσω απ’ την πόρτα. Τι κάνεις εκεί ρε Τρουφ; Θα πηδήσεις απ’ τον τρίτο;»
«Έχει μαρκίζα στον πρώτο. Με λίγη τύχη...»
«Άσε τις μαλακίες και βοήθα εδώ πέρα.»
«Με τα γραφεία και τους φωριαμούς θα τους κρατήσεις απέξω; Δεν ξέρεις τι σου γίνεται.»
«Θα τους καθυστερήσει ώσπου να ‘ρθει η αστυνομία. Δεν ακούς τις σειρήνες;»
«Οι σειρήνες είναι η πυροσβεστική. Η αστυνομία έχει οδηγίες...»
«Τι οδηγίες;»
«Μανώλη...»
«Τι οδηγίες ρε αρχίδι; Μίλα γιατί...»
«Μανώλη, άφησέ τον, μη ρε Μάνο θα τον πνίξεις! Δεν είναι ώρα, βοηθήστε κι εσείς, θα μπούνε μέσα!»
«Άσ’ τους να μπούνε. Αυτός δεν τους προκάλεσε; Τους τον έχω πεσκέσι!»
«Εμένα θέλουν νομίζεις ρε μαλάκα; Ήταν ο δικός μου, ο ψηλός ανάμεσά τους. Θα φρόντιζε να ρίξουν τις μολότωφ πριν μπει ο υπουργός. Αυτοί όμως τον άφησαν να μπει πρώτα. Φαίνεται πως κάποιοι τον θέλουν νεκρό. Θέλουνε θύματα, δεν καταλαβαίνεις; Εμάς! Όλους μας!»
«Μάλιστα. Πολύ ενδιαφέροντα πράγματα. Απ’ αυτά που έχεις χρέος να τα μοιράζεσαι…»
«Τι κάνεις; Γιατί ανοίγεις το κινητό;»
«Ανοιχτό ήταν. Πώς αλλιώς θα δούλευε η κάμερα; Απλώς δεν έστελνε σήμα. Επί τη ευκαιρία, Ελπίδα, φύγε από την πόρτα, θα χτυπήσεις γλυκιά μου! Γιώργο, Λευτέρη, αφήστε τα παιδιά να μπούνε.»
«Τα παιδιά...»
«Τα παλικάρια απ’ την πλατεία -είχαμε ανοιχτή γραμμή. Μόλις την έκοψα, τρέξανε. Ίσως και νωρίτερα.»
«Πού ’στε ρε μαλακοκαύλη, Τζέφερσον; Φάγαμε όλο το μπουρδέλο για να σας βρούμε.»

«Ρε, Τζιμ Άνταμς! Για δες εδώ. Ο δικός μας έδωσε στίγμα.»
«Πού, για να δω. Πού είναι;»
«Άκυρο χάθηκε πάλι. Κι όμως είμαι σίγουρος ότι...»
«Περίμενε, τι είναι αυτό;»
«Μήνυμα;»
«Εμ-εμ-ες. Μαλάκα είναι βίντεο! Θέλω την οθόνη, τώρα!»
«Ποια οθόνη ρε μαλάκα; Δεν εννοείς...»
«Αυτήν ακριβώς εννοώ. Ακόμα;»
«Ρε μαλάκα, κάνει παρέμβαση ο Σαββόπουλος.»
«Ρε, δος τη σου λέω! Ο Νιόνιος θα καταλάβει...»

«Κυρίες και κύριοι, απίστευτα πράγματα συμβαίνουν στο Σύνταγμα! Η συναυλία έχει ήδη ξεκινήσει, όμως ο κόσμος δεν σταματάει να έρχεται. Η Αμαλίας, η Πανεπιστημίου, η Βασιλίσσης Σοφίας, η Μητροπόλεως, η Σταδίου, όλα τα δρομάκια είναι γεμάτα ανθρώπους που άφησαν τα σπίτια τους και ήλθαν να ζήσουν από κοντά τον παλμό αυτής της τρομερής ημέρας. Από τη στιγμή που στην οθόνη εμφανίστηκαν τα πλάνα του τραυματισμένου υπουργού και ακούστηκαν οι εκπληκτικές αποκαλύψεις για τα δραματικά γεγονότα της οδού Βουκουρεστίου, θα ’λεγε κανείς ότι ξεκίνησε μια αλυσιδωτή λαϊκή αντίδραση που όμοιά της δεν έχουμε ξαναζήσει.»
«Δημήτρη, εγώ θα έλεγα ότι έχουμε ξαναζήσει τέτοιες στιγμές αλλά υπό εντελώς διαφορετικές περιστάσεις.»
«Εννοείς την κατάκτηση του Γιούρο;»
«Ακριβώς.»
«Έχεις δίκιο Παύλο, το σκηνικό θυμίζει μέρες του δύο χιλιάδες τέσσερα, δυστυχώς όμως όχι με μια ανάλογα ευχάριστη αφορμή.»
«Ναι, βέβαια, και προφανώς κάποιοι δεν το διασκεδάζουν καθόλου.»
«Αν μιλάς για τους συνέδρους της βουλής, αυτοί δεν προβλέπεται να πάνε σύντομα στα σπίτια τους. Θέλοντας και μη, θ’ ακούσουν τη συναυλία.»

«Τρελοκόριτσο! Σ' αγαπάω κι ας είσαι μια ρομαντική ανόητη.»
«Μπαμπακούλη μου! Κι εγώ σ' αγαπάω κι ας είσαι ένας συμβιβασμένος... μην πω ξεπουλημένος...»
«Ε, ε, ε! Θα φωνάξω το γιατρό! Δεν πρέπει να ταράζομαι. Πες μου τώρα, πώς το έκανες αυτό με την τηλεόραση; Σου υπόσχομαι να μην το μαρτυρήσω.»
«Πανεύκολο. Εγώ ήμουν στο τηλέφωνο. Όλοι μας μπερδεύουν με τη μαμά. Ύστερα, ξάπλα στην άσφαλτο -με το κατάλληλο μακιγιάζ βέβαια- μπροστά σ' αυτό το ξανθό σούργελο, την Αρχοντούλα Πανάδη.»
«Κι εσύ ξανθιά είσαι.»
«Γι' αυτό είμαι ανόητη...»
«Ρομαντική ανόητη!»

«Κύριοι, κυρία μου, αποτύχαμε οικτρά. Αντί για το παγερό μούδιασμα που σχεδιάζαμε, έχουμε μια πρωτοφανούς κλίμακας λαϊκή γιορτή.»
«Αυτά είναι μέσα στο παιχνίδι φίλε μου. Όλοι γνωρίζαμε το ρίσκο που αναλαμβάναμε. Δεν μπορείς να κερδίζεις πάντα.»
«Κι όμως, εξακολουθώ να πιστεύω πως ήταν ένα καλό σχέδιο. Θυμάμαι στο Μπουένος Άυρες…»
«Εμένα συγχωρέστε με. Δεν θεωρώ ότι αυτή η κουβέντα εξυπηρετεί πλέον κάποια σκοπιμότητα.»
«Να πάτε στο καλό αγαπητή μου. Θα τα πούμε πάλι σύντομα θαρρώ. Εικοσιεπτά του μηνός δεν είναι το Δουβλίνο; Παιχνιδάκι νομίζω σε σχέση με...»
«Ναι, καλά, μέχρι να βρει αυτή η τύπισσα μιμητές. Το περίμενε κανείς;»
«Καλέ απ’ το πουθενά! Μια πιτσιρίκα που δεν έχει ακόμα ούτε καν πηδηχτεί. Ένα απροσάρμοστο ξεροκέφαλο. Μια κάποια Ελπίδα...»

4 Ιαν 2012

το σχέδιο (μέρος τέταρτο)


σύνδεση με τα προηγούμενα: Ενώ στη βουλή τον περιμένουν για να ξεκινήσει η συζήτηση του σχεδίου Προμηθέας, ο υπουργός εθνικής ασφάλειας Θανάσης Μαρκίδης φτάνει στη στοά του CityLink συνοδευόμενος από άγνωστο νεαρό ονόματι Μανώλη (ή Τζέφερσον) όπου μια παρέα φοιτητών μαζί με την κόρη του και τον μυστηριώδη Τρουφ πολιορκείται από ομάδα αφηνιασμένων ακροδεξιών.



«Δημήτρη, κυρίες και κύριοι, φαίνεται πως κάτι αναπάντεχο και πρωτόγνωρο συμβαίνει εδώ στη βουλή, όπου η συνεδρίαση της κοινοβουλευτικής ομάδας της Δημοκρατικής Πυγμής έπρεπε να έχει ξεκινήσει πριν από μία περίπου ώρα. Σύμφωνα με όλες τις ανεπίσημες πληροφορίες, η καθυστέρηση οφείλεται στην απουσία του καθ’ ύλην αρμόδιου υπουργού Θανάση Μαρκίδη, ο οποίος πάντως είχε προσέλθει εδώ κανονικά -τον είδαμε όλοι να εισέρχεται μάλλον βιαστικά, επιφυλασσόμενος να κάνει δηλώσεις μετά το πέρας της συνεδρίασης. Το παράξενο είναι ότι κανείς δεν φαίνεται να γνωρίζει πού βρίσκεται ο υπουργός, ούτε κανείς τον είδε να εξέρχεται από το μέγαρο του κοινοβουλίου.»
«Σωκράτη, θέλεις να πεις ότι ο Θανάσης Μαρκίδης είναι αυτή τη στιγμή αγνοούμενος;»
«Δημήτρη, όπως είπα και νωρίτερα, δεν έχουμε επίσημη πληροφόρηση. Ως εκ τούτου, δεν μπορώ να πω αν η απουσία αυτή είναι δικαιολογημένη και εν γνώσει του Πρωθυπουργού. Κρίνοντας από τη νευρική στάση κάποιων βουλευτών, αποτόλμησα την εκτίμηση ότι είναι κάτι αναπάντεχο και, εν πάση περιπτώσει, εκτός προγράμματος.»
«Καταλαβαίνω. Πρόκειται για μια συνεδρίαση που η ίδια η αναμονή της φυσιολογικά προκαλεί νευρικότητα έτσι κι αλλιώς σε όλους μας, λόγω των γνωστών αντιθέσεων που έχει προκαλέσει στο εσωτερικό της κυβέρνησης, κατ’ αρχήν, αλλά και της παράταξης γενικότερα. Κρατάω, Σωκράτη, την πολύ προσεκτική σου διατύπωση και περιμένω με πολύ ενδιαφέρον, όπως φαντάζομαι και οι τηλεθεατές μας, τα νεώτερα για την παράξενη αυτή υπόθεση.»

«Λέγε..... Ξέρεις ότι σιχαίνομαι αυτή τη λέξη. Τι είδους απρόοπτο;..... ΠΩΣ ΕΓΙΝΕ ΑΥΤΟ ΓΑΜΩ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΟΥ; Υποτίθεται ότι..... Τι δάκτυλος; Βρες μου τον Παναγόπουλο. Από δω, απ’ αυτό πάρε. Στην Αργυρώ μιλάω, σ’ ακούω! ..... Θες να μου πεις ότι..... ποιοι; .....ΠΟΙΟΙ ΡΕ ΠΟΥΣΤΗ; ΠΟΙΟΙ; ΟΙ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΙ, ΟΙ ΕΞΩΓΗΙΝΟΙ, Ο ΦΟΥΦΟΥΤΟΣ; Μαλάκα ψηλέ, δεν πιστεύω να με φλομώνεις στις πίπες; Ο δικός σου τι κάνει, είναι μέσα;..... Ψηλέ, μ’ ακούς;..... Μίλα ρε μαλάκα!.....Τι γίνεται γαμώ την πουτάνα μου;»

«Μανώλη! Τι έγινε; Ο πατέρας μου!»
«Μολότωφ! Φορέστε τα μαντήλια! Λευτέρη την Ελπίδα -εμείς τον υπουργό. Είναι χτυπημένος. Πρέπει να προσπαθήσουμε να βγούμε!»
«Δεν μπορείτε να βγείτε, δεν θα σας αφήσουν! Η μόνη διέξοδος είναι στις σκάλες.»
«Μην τον ακούτε, μας δουλεύει. Θα μας πνίξουν οι καπνοί σαν τη Μαρφίν. Πρέπει να…αααχ!»
«Κώστα!!»
«Δεν είναι εμπρηστικές! Είναι μολότοφ-φονιάδες! Δεν καταλαβαίνετε ότι μας θέλουν νεκρούς; Εμπιστευτείτε με όσο είναι καιρός, πριν μας κλείσουν κι από κει!»
«Ποιος είναι αυτός ο Τρουφ τέλος πάντων; Κάπως αλλιώς δεν μιλούσε πριν;»
«Αφήστε με είμαι καλά! Τον πατέρα μου! Πώς είναι ο πατέρας μου; Μπαμπά!!»
«Όχι στο ασανσέρ, από δω! Σηκώστε τον, έτσι. Πίεζε εκεί να μην στάζει.»
«Θα κάψουν όλο το κτίριο!»
«Δεν μπορούν. Αλλά θα μας κυνηγήσουν. Μόλις πέσουν οι καπνοί. Βιαστείτε!»
«Ποιος είσαι γαμώτο;»
«Δεν είναι ώρα. Σκατά, κλειδωμένα! Συνεχίζουμε στον επόμενο όροφο. Και πετάξτε τα κινητά. Το κτίριο είναι λαβύρινθος. Να μην μπορούν να μας εντοπίσουν απ’ το σήμα.»

«Κάτι δεν πάει καθόλου καλά.»
«Τώρα το κατάλαβες;»
«Τι νόημα έχει να περιμένουμε. Ας αναβάλλουμε τη συνεδρίαση για... γιατί γελάς;»
«Με συγχωρείς. Είσαι νέα και αθώα. Όσο αθώος μπορεί να είναι κανείς. Πιστεύεις ότι υπάρχουν αποφάσεις, έστω μία απόφαση, για να πάρουμε; Άλλοι παίρνουν τις αποφάσεις.»
«Τι εννοείς άλλοι; Και τότε τι κάνουμε εμείς εδώ; Εμείς ψηφίζουμε, χωρίς εμάς το σχέδιο δεν πάει πουθενά. Ακόμα και οι επιμέρους παράμετροι, τα βουλευτικά διατάγματα…»
«Α, καλά.»
«Τι καλά; Εννοείς ότι κάποιοι από μας χειραγωγούνται; Ακόμα κι αν ο Μαρκίδης...»
«Όλοι χειραγωγούμαστε ποικιλοτρόπως. Από συναδέλφους, από ψηφοφόρους, απ’ τις Βρυξέλλες... Από συμφέροντα. Συγχρόνως κάνουμε τις επιλογές μας. Καταστρώνουμε οι ίδιοι ή συμμετέχουμε σε σχέδια. Συζητάμε το σχέδιο του Μαρκίδη γιατί είναι επίκαιρο. Και γιατί είναι μεγάλο. Τεράστιο. Η κόρη μου είναι τώρα στην κοιλιά της μάνας της. Σε είκοσι χρόνια θα πηγαίνει στην Ερμού για ψώνια, θα πηγαίνει στο Κολωνάκι ή στην Ακρόπολη και ακτίνες θα τη σκανάρουν σε κάθε γωνία χάρη σε ποιους; Ο Μαρκίδης απλώς μεταφέρει τη βόμβα. Εμείς θα την οπλίσουμε. Και κάποιοι, κάπου, είναι αρκετά ιδιοτελείς και αρκετά προνοητικοί ώστε να μην αφήσουν τα πράγματα ούτε στην τύχη ούτε στην κρίση μας. Τίποτα, ούτε καν την επιλογή του προμηθευτή.»
«Του προμηθευτή; Εννοείς τους Κινέζους; Πιστεύεις ότι η απουσία του Μαρκίδη μπορεί να συνδέεται...»
«Δεν ξέρω. Μπορεί να πήρε κάτι τ’ αυτί μου ή μπορεί να είμαι επιρρεπής στη συνομωσιολογία. Ή μπορεί να φοβάμαι τα σχέδια που καταστρώνουν κάποιοι άλλοι ισχυρότεροι, την ώρα που εγώ καταστρώνω τα δικά μου.»
«Τι να σου πω... Καταλαβαίνω τι εννοείς, αλλά μεγάλωσα με τη θεωρία του Χάους. Ο πατέρας μου ήταν μαθηματικός -μου 'δωσε από νωρίς να καταλάβω τη μηδαμινότητά μου. Τα σχέδιά μας ε;- τα σχέδιά μας... Ασημαντότητες. Πύργοι στην άμμο. Κι εγώ, κι εσύ κι αυτοί που μας παρακολουθούνε με τους δορυφόρους, ασήμαντοι όλοι μας. Αυτοί ίσως περισσότερο. Γιατί δεν το ξέρουν.»

«...αν ξεπεράστηκε το τεχνικό πρόβλημα. Αρχοντούλα, Αρχοντούλα μ’ ακούς;»
«Ναι Δημήτρη, σ’ ακούω καθαρά. Έλεγα λοιπόν ότι μπορεί μέσα, ε, στο Κοινοβούλιο να μην υπάρχουν εξελίξεις, στην πλατεία όμως οι εξελίξεις τρέχουν –στην πλατεία που είναι ήδη γεμάτη κόσμο, κόσμο ο οποίος περιμένει πλέον, ε, την έναρξη της συναυλίας. Η γιγαντοοθόνη έχει στηθεί και εδώ και λίγη ώρα προβάλλονται μηνύματα για την ενημέρωση και την ευαισθητοποίηση του κόσμου σχετικά με το σχέδιο Προμηθέας και τις συνέπειές του, καθώς και εκκλήσεις για τη διαφύλαξη του ειρηνικού χαρακτήρα της συγκέντρωσης. Βρισκόμαστε δίπλα στον, ε, κεντρικό πυρήνα του συντονιστικού οργάνου τού, ε, της πρωτοβουλίας των πολιτών όπου εδώ και λίγα λεπτά παρατηρούμε μια έντονη κινητικότητα. Βλέπουμε μάλιστα μια ομάδα ατόμων να προσπαθεί να ανοίξει δρόμο μέσα στο πλήθος. Θα επιδιώξουμε να μιλήσουμε με κάποιον εκπρόσωπο τού... ε... γεια σας...»
«Γεια σου κι εσένα.»
«Είμαι η Αρχοντούλα Πανάδη από το Γιου Τσάνελ, θα θέλατε να...»
«Χαίρω πολύ. Τζιμ Άνταμς. Το θρυλικό ελληνόπουλο!»
«Μάλιστα. Ε, κύριε Άνταμς, θα θέλαμε...»
«Τζιμ Άνταμς. Άνταμς σκέτο ήταν οι τσίχλες. Με συγχωρείτε...»
«Έχετε δουλειά, το καταλαβαίνω. Δυο λέξεις μόνο κύριε Τζιμ Άνταμς. Παρατηρούμε μια αναστάτωση; Συμβαίνει κάτι;»
«Αν συμβαίνει; Αρχοντούλα, είσαι... πώς το λέτε οι δημοσιογράφοι... μαχόμενη;»
«Δεν σας επιτρέπω να αμφιβάλλετε!»
«Τότε σου έχω μια μάχη.»
«Εδώ;»
«Στο σίτιλινκ. Ο φίλος μου ο Τζέφερσον, πάνε πέντε λεπτά που σταμάτησε να εκπέμπει.»

5 Δεκ 2011

το σχέδιο (μέρος τρίτο)


σύνδεση με τα προηγούμενα: Την ώρα που στη βουλή ετοιμάζεται να ξεκινήσει η κουβέντα για το συζητήσιμα πρωτοποριακό σχέδιο Προμηθέας κι ενώ στους γύρω δρόμους γίνεται του ..Συντάγματος, ο υπουργός εθνικής αφάλειας Θανάσης Μαρκίδης ξυρίζει το διάσημο μουστάκι του κι ανακατεύεται στο πλήθος αναζητώντας την τραυματισμένη κόρη του.



«Ανακεφαλαιώνω: έχουμε ένα σχέδιο και έχουμε και μια πληροφορία. Μια πληροφορία που μόλις επιβεβαιώθηκε. Το ερώτημα είναι αν και πώς μπορούμε να εντάξουμε το νέο αυτό δεδομένο στο αρχικό σχέδιο.»
«Όσον αφορά τον πελάτη μου…»
«Η επιθυμία του πελάτη σας έχει γίνει απολύτως κατανοητή. Όμως ο χρόνος πιέζει. Ό,τι είναι να γίνει πρέπει να γίνει σήμερα, τώρα.»
«Είπατε ότι έχετε τον κατάλληλο άνθρωπο.»
«Πάντα.»
«Σίγουρα η ευκαιρία που προσφέρεται εδώ είναι μοναδική…δεν ξέρω μόνο κατά πόσον…»
«Κοιτάξτε. Αν υπάρχουν διλήμματα ηθικού τύπου…»
«Αγαπητέ μου!»
«…ή αν φοβόμαστε το ρίσκο…»
«Μας προσβάλετε! Η ομάδα μου…»
«Η ομάδα σας! Αν θυμάμαι καλά, την τελευταία φορά η ομάδα σας… Πώς είπατε κυρία μου;»
«Λέω πως σπαταλάτε το χρόνο μου. Πίστευα πως υπάρχει κάποιο πλάνο και μια κοινή επιθυμία για δράση και ξαφνικά βρίσκομαι ανάμεσα σε μερικούς αθλητικούς τζέντλεμεν που συζητούν για την επόμενη παρτίδα γκολφ.»
«Γκολφ! Αυτό είναι αρκούντως ντροπιαστικό για την υπηρεσία μου. Προσωπικά λέω –ναι σε όλα.»
«Εγώ καλύφθηκα.»
«Το ίδιο κι εγώ.»
«Όλα στο ζερό, λοιπόν. Η μπίλια έφυγε!»


«Ήρθε ο ψηλός; Στειλ’ τον μέσα. Και κλείσε τα παράθυρα!»
«Κλειστά είναι κύριε διοικητά.»
«Καλά-καλά! Να μην μας ενοχλήσει κανείς……………………………..…….Ακόμα εδώ είσαι;»
«Εγώ είμαι κύριε.»
«Φτου σου πούστη!..............Πώς εμφανίζεσαι έτσι παιδί μου; Κόντεψα να κόψω το δάχτυλό μου... Κωλοκουβανοί!»
«Με συγχωρείτε κύριε.»
«Δεν φταις εσύ. Κάθισε. Ελπίζω να μην σ’ ενοχλεί το πούρο… Λοιπόν.»
«Λοιπόν, κύριε;»
«Τι λοιπόν κύριε; Ξέρεις γιατί σε φώναξα; Και κόψε αυτό το κύριε. Δεν μπορείς να με λες απλά Θεμιστοκλή;»
«Μάλιστα κύριε Θεμιστοκλή.»
«Γι αυτό μ’ αρέσεις ρε ψηλέ! Γιατί είσαι Λάκωνας. Κι οι Κρητικοί με τους Λάκωνες…ξέρεις. Τα ξανάπαμε αυτά… Λοιπόν, στο ψητό! Τι έγινε με τη μικρή;»
«Υπό έλεγχο.»
«Ο άλλος;»
«Καθ’ οδόν.»
«Τον έχουμε…»
«Μάλιστα κύριε.»
«Χμ.. Πολύ καλά. Καταλαβαίνεις τι ευκαιρία μας δίνεται εδώ. Θέλω να αναλάβεις την υπόθεση προσωπικά.»
«Εννοείτε ότι… θέλετε να είμαι παρών στο συμβάν;»
«Όχι απλώς παρών. Θέλω να είμαι σίγουρος ότι το συμβάν θα συμβεί και ότι θα συμβεί έτσι όπως πρέπει.»
«Μείνετε ήσυχος κύριε. Το συμβάν θα συμβεί. Όπως πρέπει.»

«Γιατί καθυστερούμε; Πού είναι ο Θανάσης;»
«Κάτι είπε για τουαλέτα νομίζω.»
«Τουαλέτα; Τόση ώρα; Κάτι δεν πάει καλά.»
«Ε, αφού τα ξέρεις. Κάποιοι στριμώχνονται άσχημα.»
«Εσένα αυτό το σχέδιο πώς σου φαίνεται;»
«Πώς θες να μου φαίνεται; Αποκρουστικό. Αλλά αναπόφευκτο. Και σε πολλές περιπτώσεις χρήσιμο.»
«Ναι αλλά να αντιμετωπίζονται οι άνθρωποι σαν… Κάποτε φωνάζαμε για το φακέλωμα και για τις κάμερες.»
«Ναι, κάποτε.»
«Αχ, δεν μπορώ, δεν την αντέχω τη σκέψη ότι…»
«Άκου, Μαρία. Κάποτε θέλαμε τον κόσμο. Τώρα, καλώς ή κακώς, ξέρουμε ότι δεν μπορούμε να τον έχουμε. Κάτι κερδίζεις, κάτι χάνεις. Πάντοτε. Σκέψου μόνο το αίσθημα ασφάλειας που θ’ αποκτήσουν οι άνθρωποι, οι απλοί άνθρωποι. Που πάνε στη δουλειά, που μεγαλώνουν παιδάκια…»
«Που ψηφίζουν, που καταναλώνουν…»
«Κακό είναι αυτό; Όταν λέμε ο λαός, η κοινωνία, ποιους εννοούμε; Αυτούς που μετατρέπουν τους δρόμους σε ζούγκλα; Ή αυτούς που θέλουν να γυρίσουν στο σπίτι τους ήρεμα κι είναι αναγκασμένοι να ζουν και να κινούνται σε μια ζούγκλα; Με το φόβο και με την αγωνία; Αν έχουν να διαλέξουν ανάμεσα στην ασφάλεια, την πραγματική ασφάλεια, και στην προστασία της ανωνυμίας τους, τι πιστεύεις ότι θα διαλέξουν;»
«Θα μάθουμε σύντομα. Μόλις αρχίσουν οι δημοσκοπήσεις. Εγώ, πάντως, εξακολουθώ ν’ αναρωτιέμαι γιατί δεν παραγγείλαμε μία. Και να σου πω και κάτι άλλο; Μιλάμε για τους ανθρώπους που πάνε στη δουλίτσα τους. Πόσοι είναι αυτοί; Πόσοι θα είναι σε λίγο; Έχουμε 25% ανεργία. Κι έχουμε ανθρώπους που διαμαρτύρονται, που διαδηλώνουν… Δεν έχουν δικαίωμα; Έχουμε άστεγους, μετανάστες, ανθρώπους που κρύβουν τις πράξεις τους για κοινωνικούς λόγους ή για λόγους αξιοπρέπειας. Ερωτικές σχέσεις πι-χι που θέλουν να παραμείνουν κρυφές.»
«Και κινδυνεύουν απ’ τον Προμηθέα;»
«Δεν ξέρω. Κανείς δεν μπορεί να το ξέρει. Δεν έχεις ποτέ την αίσθηση ότι σε χρησιμοποιούν; Ότι υπάρχουν κάποιοι άλλοι χωρίς τις αγαθές προθέσεις τις δικές μας; Κάποιοι έτοιμοι να μετατρέψουν τον κόσμο σε ζούγκλα πολύ χειρότερη απ’ αυτή των κακοποιών, των αναρχικών και των χούλιγκανς;»
«Αν εννοείς τους τρομοκράτες, ένας λόγος…»
«Δεν εννοώ τους τρομοκράτες, Κώστα. Ξέρουμε και οι δύο ποιους εννοώ.»
«Αυτοί που εννοείς, δεν νομίζω ότι ενδιαφέρονται για τα παράνομα ζευγάρια. Και, εν πάση περιπτώσει, είμαστε υποχρεωμένοι να σταθμίζουμε τους κινδύνους και να προχωράμε.»
«Έχεις δίκιο, αλλά να… είναι αυτά τα τσιπάκια που με φοβίζουν. Πολύ σάιενς φίξιον βρε παιδί μου. Μου θυμίζουν όλα αυτά τα… Ότι κάποια στιγμή θα καταλήξουμε να τα φυτεύουμε στο σώμα μας.»

«Νάσο, είσαι καλά;… Όχι, όχι έτσι, είναι χειρότερα. Βάλε το βρεγμένο μαντήλι.»
«Εντ…εντάξει είμαι, Μανώλη, σ’ ευχ-χαριστώ. Εντάξει… Απορώ πώς τα καταφέρνεις και αναπνέεις.»
«Θέμα συνήθειας. Λίγο-πολύ, κάθε μέρα τα ίδια τραβάμε. Δεν θα περάσεις από κει που πας.»
«Πού πάω; Μήπως βλέπω; Με δυσκολία κρατώ τα μάτια μου ανοιχτά.»
«Ακριβώς. Πίσω απ’ αυτούς τους καπνούς μας περιμένουν.»
«Και τι κάνουμε λοιπόν; Πώς θα φτάσουμε στη Βουκουρεστίου;»
«Δεν το βλέπω να… Στάσου. Κάτι συμβαίνει Βλέπεις εκεί; Νάσο! Νάσο, μ’ ακούς; Εδώ! Τρέξε!»
«Ωχ! Ουφ! Πού πάνε;»
«Δεν ξέρω, αλλά μας βολεύει αφάνταστα. Όπου κι αν προσευχήθηκες, έπιασε. Ο δρόμος είναι ανοιχτός.»
«Τι περιμένουμε λοιπόν; Ουφ! Φύγαμε!»

«Κυρίες και κύριοι, διακόπτουμε για άλλη μια φορά τη ροή του προγράμματός μας, για να συνδεθούμε με την πλατεία Συντάγματος. Τι συμβαίνει εκεί Αρχοντούλα;»
«Δημήτρη, πριν από λίγη ώρα, το θέατρο των επιχειρήσεων μεταφέρθηκε στην οδό Όθωνος, μέσω μιας αιφνιδιαστικής επίθεσης νεαρών κουκουλοφόρων, κυρίως αυτών που αναφέραμε νωρίτερα με τις –ε- κόκκινες μπλούζες και το αστέρι, αλλά και άλλων ακόμα, που –ε- που επιτέθηκαν με πέτρες και βόμβες μολότωφ στα γραφεία της Citibank, στα οποία ευτυχώς, απ’ ό,τι μας λένε, δεν υπάρχουν εργαζόμενοι. Οι δυνάμεις της αστυνομίας με εντυπωσιακή πραγματικά ετοιμότητα συνέκλιναν προς το σημείο αυτό και φάνηκε ότι ίσως κατάφερναν να εγκλωβίσουν εκεί τους ταραξίες, οι οποίοι όμως, συνεχίζοντας το γνωστό κρυφτούλι με τις δυνάμεις των ματ, διέφυγαν προς τη λεωφόρο Αμαλίας όπου βρίσκεται ο κύριος όγκος των συγκεντρωμένων.»
«Αρχοντούλα, δώσε μας σε παρακαλώ μια εικόνα για τον αριθμό των συγκεντρωμένων. Από το πλάνο, φαίνεται να είναι μεγαλύτερος απ’ αυτόν που είδαμε νωρίτερα.»
«Είναι αλήθεια Δημήτρη, παρά τη σφοδρότητα των επεισοδίων, ο –ε- αριθμός των συγκεντρωμένων εδώ μεγαλώνει συνεχώς και μπορείτε να δείτε νομίζω τώρα μια μεγάλη ομάδα που έρχεται προς το μέρος μας απ’ τη μεριά –ε- του εθνικού κήπου. Λέγαμε και το πρωί ότι έχει γίνει, όλες τις προηγούμενες μέρες, μια πρωτοφανής για τα ελληνικά δεδομένα εκστρατεία ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης μέσω των κοινωνικών δικτύων του Ίντερνετ, μια εκστρατεία πανευρωπαϊκής ή παγκόσμιας κλίμακας, αντίστοιχη μ’ αυτές που βλέπουμε στις συνόδους των G8, εξ ου και οι διάφορες σημαίες όπως η Ισπανική και η Ιταλική εδώ πίσω μου. Μια εκστρατεία που όλοι περιμέναμε με περιέργεια να δούμε τα αποτελέσματά της, αλλά κανένας πιστεύω δεν περίμενε μια τόσο –ε- συγκλονιστική ανταπόκριση. Σαν μαγνήτης λειτουργεί εκτός των άλλων η μεγάλη συναυλία που πρόκειται να ξεκινήσει σε δυόμιση ώρες περίπου με τη συμμετοχή πολλών καλλιτεχνών από το χώρο της μουσικής και του θεάτρου, ενώ ζωντανές παρεμβάσεις αναμένεται να κάνουν και προσωπικότητες εντός και εκτός συνόρων μέσω της γιγαντοοθόνης που εδώ και λίγη ώρα γίνεται προσπάθεια να στηθεί.»

«Τι γίνεται εκεί κάτω; Δεν ακούγεται τίποτα.»
«Παιδιά, τα χω δει όλα! Τα μάτια μου καίνε, τα πνευμόνια μου καίνε…»
«Πόλεμος, ρε φιλαράκια! Κανονικός πόλεμος! Ουάο!»
«Καλά, εσύ τη βρίσκεις δηλαδή;»
«Επιτέλους, κάποιος που μου μιλάει! Τρουφ, στις υπηρεσίες σας!»
«Άσε τις υποκλίσεις! Ήθελα να ‘ξερα τι βρήκες και μας κόλλησες.»
«Παιδιά, δείτε στη Σταδίου! Δεν φαίνεται ψυχή.»
«Τι βρήκα; Παρέα, φιλαράκια, κορίτσια… τι άλλο θέλω ρε μαν;»
«Ε! Σας μιλάω! Οι μπάτσοι φύγανε. Δεν την κάνουμε κι εμείς σιγά-σιγά;»
«Ναι, πάμε! Τρουφ, ή όπως σε λένε, εμείς την κάνουμε. Χαρήκαμε και τα σχετικά.»
«Σιγά, ρε μάγκες, μην τρέχετε, ούτε δυο κουβέντες δεν είπαμε. Θα μείνετε στη συναυλία; Δεν αλλάξαμε και τηλέφωνα με τα κορίτσια. Όπα.Οι Χρυσαύγουλοι.»
«Ήσυχα. Δεν θα μας πειράξουν.»
«Φιλαράκια, μην εμπιστεύεστε αυτά τα μούτρα. Μπορεί να είναι λιγότεροι αλλά ψάχνουν φασαρίες κι έχουν όπλα. Καλύτερα να την κάνουμε προς τα πίσω.»
«Δεν τους ενοχλούμε, γιατί να μας πειράξουν; Και ξεκόλλα από πάνω μου.»
«Ρε Τόξικ! Το αρχιδάκι σου δεν είναι αυτό; Ελάτε δω ρε κουμούνια! Ελάτε δω, γαμώ το θεό σας! Έχουνε και γκόμενες τα μαλακοδρέπανα! Τρέχτε ρε, θα φύγουνε! Η ξανθιά δικιά μου!»
«Τι έγινε μωρή ξεκωλιάρα αδερφούλα; Στριμώχτηκες ρε μουνόπανο. Τώρα θα δεις τι κάνουμε σε κάτι κόκκινα κωλαράκια σαν το δικό σου! Τα τσουλιά σας θα μου τη γλείψουν στο τέλος!»
«Ακούστε, εμείς…»
«Ποιον θα γαμήσεις μωρή ευνούχα χρυσαύγουλη; Τι μου κουνάς την αλυσίδα και το κέρατο; Έλα με τα χέρια αν έχεις αρχίδια μωρή!»
«Σκάσε ρε μαλάκα! Ακούστε, εμείς αυτόν δεν-αααα!»
«Γιώργο!»
«Έτσι θα σκούζεις κι εσύ μωρή βρώμα όταν θα σε σκίζω. Κόκκινο δε γουστάρετε; Θα φτύσετε το αίμα σας μαλακισμένα!»
«Από δω, παιδιά! Κάποιος μας κάνει νόημα. Εδώ, στη στοά! Τρέξτε από δω!»
«Τι μαγαζί ειν’ αυτό; Είναι ανοιχτό;»
«Μη ρωτάς πολλά. Μπείτε γιατί δεν την παλεύουμε!»
«Γαμώτο! Έρχεται κι ο Τρουφ. Εξ αιτίας του…»
«Αφήστε τον. Δεν βλέπετε ότι βοηθάει το Γιώργο; Αυτός τον γλίτωσε.»
«Τώρα που λες γλίτωσε… Τι κάνουμε εδώ μέσα; Μ’ αρέσει που κλειδώνεις! Δύσκολο είναι να κατεβάσουν τη τζαμαρία;»
«Παιδιά, δεν είναι κανένας μέσα. Κοίταξα. Το μαγαζί είναι άδειο!»
«Πλάκα κάνεις!»
«Καθόλου πλάκα. Κάποιοι το άφησαν έτσι, ανοιχτό και με το κλειδί στην πόρτα. Είμαστε όλοι εδώ; Γιώργο, καλά είσαι;»
«Καλά. Έφαγα την αλυσίδα ξώφαλτσα. Ποιος φωνάζει;»
«Φεύγουν! Νομίζω ότι φεύγουν. Κάποιος έρχεται προς τα δω. Ελπίδα, νομίζω πως είναι ο πατέρας σου.»