4 Απρ 2011

το κορίτσι στο πίσω τραπέζι

(συνέχεια απ' το προηγούμενο ποστ)


“Πώς άδεια δηλαδή;”

Άλλαξε ταχύτητα κι έστριψε δεξιά στην Αμαλίας. Είχαμε κατέβει στο κέντρο μ' ένα αμάξι και τώρα, από τη θέση του συνοδηγού, ξενερωμένος, του περιέγραφα τα καθέκαστα.

“Άδεια, σου λέω! Ούτε γυναίκα, ούτε τίποτα. Κανείς! Καθόμουν και κοίταζα σαν ηλίθιος μέχρι που μου βρόντηξε την πόρτα στα μούτρα. Άκουσα το κλειδί να γυρίζει κι ύστερα το χερούλι κατέβηκε, σα να 'χε κρεμάσει πάνω του το παλτό της. Για να μη λερωθεί περισσότερο, ίσως. Ή για να καλύψει την κλειδαρότρυπα...”
“Αυτά που μου λες δεν στέκουν. Τύφλα έγινες ρε μαλάκα με μισό μπουκάλι κρασί;”
“Έτσι σκέφτηκα κι εγώ και, ασφαλώς, το ίδιο θα σκέφτηκε κι εκείνη. Τι να σου πω, ρε Γιάννη, δεν μου' χει ξανατύχει κάτι τέτοιο. Στεκόμουν έξω απ' την τουαλέτα σα μαλάκας προσπαθώντας να συγκεντρώσω το μυαλό μου. Περίμενε, έλεγα, συγκεντρώσου και σκέψου! Πού μπορεί να πήγε;
“Γι' αυτό σε περίμενα κι εγώ κι έλεγα πως έπεσες μέσα στην τρύπα;”
“Γι' αυτό. Και γιατί μέχρι να βγει η άλλη να κάνω αυτοψία του χώρου, ξημέρωσε. Όταν με είδε πάλι μπροστά της δεν το πίστευε. “Ακόμα εδώ;” με ρωτάει. “Λιποθύμησε και κανείς άλλος;” Με δούλευε κανονικά.”
“Πολύ ψύχραιμη τη βρίσκω. Δε φοβήθηκε;”
“Τι να φοβηθεί; Δίπλα μου περίμενε να μπει μια γυναίκα που έμεινε άναυδη όταν με είδε να της παίρνω τη σειρά. “Με συγχωρείτε”, είπα, “θέλω μόνο να δω κάτι”. Κατάλαβα ότι η άλλη της έκανε νόημα πως είμαι τύφλα.”
“Και λοιπόν;”
“Λοιπόν, τίποτα. Όπως σου είπα. Κανείς. Ούτε παράθυρο δεν υπήρχε. Μου είχε περάσει η ιδέα μήπως μου κάνανε φάρσα κι είχε κρυφτεί πίσω από την πόρτα. Τρίχες. Ζήτησα συγγνώμη απ' τη γυναίκα που περίμενε και αποχώρησα δόξη και τιμή.”

Σώπασα, νιώθοντας ξαφνικά κενός. Έξω γινότανε το έλα να δεις απ' το μποτιλιάρισμα. Νόμιζες ότι βρισκόσουν μεσημέρι στην Πανεπιστημίου.
“Αυτά τα έργα δεν θα τελειώσουνε ποτέ;” ρώτησα, έτσι για να πω κάτι. Έδειξα προς το συγκρότημα του Mall: “φτιάξανε κι αυτή τη μαλακία εδώ πέρα κι ήρθε κι έδεσε το γλυκό.”
“Τι να σου πω, ρε φίλε. Ή σε πειράξαν τα ληγμένα που παίρνεις ή κάποιος σου έκανε χοντρή πλάκα εκεί μέσα. Είσαι σίγουρος πως η φωνή ακουγόταν απ' τη διπλανή τουαλέτα;”
“Φυσικά, ακριβώς δίπλα μου.”
“Και ήταν, είπες, μεγάλης γυναίκας;”
“Έτσι ακουγόταν. Είχε μια τραχιά χροιά πολύ ιδιαίτερη. Και...”
“Και;”
“Σαν κάτι να μου θύμιζε.”
“Κάποια γνωστή; Ή μήπως κάποια που άκουσες να μιλάει απόψε;”
“Μακάρι να 'ξερα”, είπα αφού έκανα μια φιλότιμη προσπάθεια να θυμηθώ. Έξω, το πανηγύρι είχε τελειώσει και πλησιάζαμε ολοταχώς στο σπίτι που έμενα τότε. “Αισθάνομαι ότι είναι κάτι που ξέρω καλά και που, αν το θυμηθώ το μυστήριο θα λυθεί.”
“Πρέπει να το συζητήσουμε κάποια στιγμή με ηρεμία”, είπε ο Γιάννης παρκάροντας πρόχειρα. “Τώρα δεν είμαστε για δύσκολους πολλαπλασιασμούς. Περιμένει κι η Κωνσταντίνα να την πάρω τηλέφωνο.” Η Κωνσταντίνα ήταν αναπληρώτρια στην Αμοργό. “Θα μου φέρεις το βιβλίο;”
“Σ' ένα λεπτό”, είπα βγαίνοντας στον παγωμένο αέρα.

Πέρασαν δεκαπέντε μέρες. Εγώ, μπλεγμένος με κάτι κληρονομικά, συμβολαιογράφους, εκκρεμότητες της εφορίας και τέτοια, είχα ξεχάσει εντελώς την παράξενη αυτή ιστορία. Κυριακή πρωί με ξύπνησε το τηλέφωνο.
“Στον ύπνο σου μ' έβλεπες;”
“Περίπου. Τι ώρα είναι;”
“Ούτε δώδεκα!”
“Κερνάς καφέ;”
“Τι άλλες επιλογές έχω;”
“Να κεράσεις καφέ.”
“Προτιμώ να κεράσω καφέ. Μην αργήσεις.”
Εννοείται, με ξύπνησε το κουδούνι.

“Τ' ειν' αυτό;”
“Το βιβλίο σου, το ξέχασες; Το κίτρινο δωμάτιο. Γι' αυτό έγιναν όλα.”
“Ποια όλα.”
“Ούτε κι αυτά τα θυμάσαι; Καλά, τι τρως ρε μαλάκα;”
“Τρελή αγελάδα. Θα μου πεις ή θα με σκάσεις;”
“Καφέ θα πιούμε; Γιατί εγώ δεν κοιμήθηκα καθόλου.”
Φτιάχναμε τους καφέδες και μου τα 'λεγε.
“Το περασμένο σαββατοκύριακο ήταν η Κωνσταντίνα εδώ. Μέχρι χθές είχα διαβάσει μόνο ένα κεφάλαιο. Διάβαζα όλη νύχτα για να το τελειώσω.”
“Κόλλησες, ε;”
“Μάλλον ξεκόλλησα.”
“Τι εννοείς;”
“Πόσος καιρός πάει;”
“Που το διάβασα; Χρόνια.”
“Γι' αυτό. Η εξήγηση που ψάχναμε ήταν μέσα.”
“Ποια εξήγηση;”
“Για το πώς εξαφανίζεται κάποιος χωρίς να εξαφανιστεί.”
“...Λες για τη φάση στο...; Αν σου πω ότι την είχα ξεχάσει;”
“Δεν με εκπλήσσεις.”
Μου έδειξε το δοχείο της καφετιέρας που γέμιζε με καθαρό νερό.
“Γαμώτο. Δεν έβαλα καφέ.”
“Είσαι χειρότερος από μένα. Σε παραδέχομαι.”

“Λοιπόν; Για ρίχ'το”, είπα πίνοντας την πρώτη γουλιά.
“Να τα πάρουμε απ' την αρχή”, είπε κοιτάζοντάς με πονηρά.
“Κατάλαβα. Εγώ θα κάνω το μαλάκα το γιατρό.”
“Δεν σε παραξένεψε η ομοιότητα ανάμεσα στο δικό σου περιστατικό και στα μυστήρια κλειστών δωματίων που λίγο νωρίτερα εκείνο το βράδυ μου ανέπτυσσες;”
“Να σου πω, δεν το πολυσκέφτηκα...”
Ήπιε δυο γουλιές καφέ. Στο κενό ανάμεσα, άκουγα τα γένια μου να μεγαλώνουν.
“Εντάξει, εγώ Γουάτσον. Να σου φέρω την πίπα σου ή να σου πάρω μία;”
Με κοίταξε με απορία.
“Αστειεύεσαι έτσι; Το ήξερες ότι υπάρχει μια θεωρία για τη λανθάνουσα ομοφυλοφιλία μεταξύ...”
“Γιάννη, χέσε με! Πες μου τι σκέφτηκες.”
“Εντάξει, άκου: δυο γεγονότα που μοιάζουν με υπερβολική σύμπτωση, λογικά θα πρέπει κάπως να συνδέονται, συμφωνείς;”
“Συμφωνώ.”
“Και όταν λέμε συνδέονται;”
Σκέφτηκα λίγο.
“Το ένα προκάλεσε το άλλο.”
“Σωστός ο νέος. Και πώς μπορεί να έγινε αυτό στην περίπτωσή μας;”
“Εννοείς ότι... κάποιος...” Τον κοιτούσα εμβρόντητος.
“Το είδες επιτέλους;”
“Είσαι πολύ πούστης.”
“Άντε πάλι. Τι σ' έχει πιάσει με...”
“Γι' αυτό μωρή κουφάλα πήγες στην τουαλέτα;”
“Ποια τουαλέτα;”
“Ακριβώς πριν από μένα. Είχες πάει εσύ.”
“Ε, και; ...Δεν πιστεύω να νομίζεις...”
“Ότι εσύ τα έστησες όλα. Κι απ' όσο σε ξέρω...”
“Κάνεις λάθος.” Φαινόταν να διασκεδάζει ειλικρινά με τις υποψίες μου. “Σε βεβαιώνω τίμια και κατηγορηματικά ότι δεν είμαι ελέφαντας.”
Κώλωσα.
“Σε πιστεύω. Αλλά τότε, θα πρέπει να υπήρχε κάποιος άλλος που άκουσε την κουβέντα μας και...”
“Αλληλούια!”
“...κάποιος με σατανικό μυαλό...”
“Πες γυναικείο. Μεταξύ μας είμαστε.”
“...κάποιος που καθόταν σε κοντινό τραπέζι ώστε να μπορεί να μας ακούει...”
“Πιο κοντινό δεν γίνεται.”
“...κάποιος, τέλος πάντων, αρκετά διεστραμμένος ώστε να στήνει κακόγουστες φάρσες σε αγνώστους στα καλά καθούμενα.”
“Το γάμησες.”
“Τι το γάμησα; Κίνητρο, Χολμς, κίνητρο!”
“Το κίνητρο θα το συζητήσουμε στο τέλος. Πάμε καλύτερα πρώτα να χαράξουμε τον κύκλο της σκέψης μας.”
“Επίτρεψέ μου.”
“Γιατί σηκώνεσαι;”
“Για να υποκλιθώ.”
“Κοφ' τις μαλακίες.” Ξαφνικά ζωήρεψε. “Είναι μια γυναίκα στην τουαλέτα, δίπλα σου. Μετά από δυο λεπτά ανοίγεις και δεν τη βρίσκεις μέσα. Τι συμπεραίνεις;”
“Ότι κάπως βγήκε.”
“Τι θα πει κάπως; Από πού;”
“Μακάρι να 'ξερα.”
“Τι “μακάρι να 'ξερα”, ρε μαλάκα; Είπαμε, αποκλείουμε το αδύνατο.”
“Εντάξει, απ' την πόρτα.”
“Θαυμάσια. Και πού πήγε μετά;”
“Δεν ξέρω. Εξαϋλώθηκε;”
Καθότανε και με κοίταζε. Τον κοίταζα κι εγώ. Δεν εννοούσε...;
“Δεν εννοείς...;”
Χαμογέλασε.
“Τι πάγκαλος που ήμουν!” ξέσπασα.
“Ακριβώς! Μια γυναίκα βγαίνει, μία μπαίνει. Πόσες χωράνε στον κύκλο μας;”
“Μόνο μία! Πώς δεν το είδα νωρίτερα;”
“Αυτό αναρωτιόνται οι απανταχού αναγνώστες ιστοριών μυστηρίου. Θυμάσαι τι μου έλεγες εκείνο το βράδυ; Τα πάντα βασίζονται σε μια καλοπροαίρετη απάτη βασισμένη στην ευπιστία του εξαπατούμενου. Δεν το είδες γιατί πίστεψες ότι η πόρτα της δεν άνοιγε και γιατί “έβλεπες” δυο γυναίκες, μια νέα και μια μεσόκοπη. Και γιατί “είδες” τη μια από τις δύο να μπαίνει...”
“Ήμουν σίγουρος ότι έμπαινε.”
“Ήταν πολύ πονηρή. Χτύπησε βγαίνοντας την πόρτα της καμπίνας για να πιστέψεις ότι έπεσε πάνω, την κλείδωσε κι ύστερα έκανε ότι μιλά σε κάποιον απέξω. Ίσως είπε “περίμενέ με” ή κάτι παρόμοιο για να νομίσεις ότι μπαίνει, ενώ ήταν μέσα και απλώς άνοιγε την εξωτερική πόρτα.”
“Και πώς άνοιξε πάλι την καμπίνα;”
“Είπες ότι κρατούσε παλτό. Από κάτω θα είχε το κλειδί. Καθώς έκανε ότι σπρώχνει την πόρτα, την ξεκλείδωσε.”
“Μα η φωνή της...”
“Τόσο δύσκολο είναι ν' αλλάξει κάποιος τη φωνή του; Ειδικά αν πρόκειται για κάποια γνωστή φωνή που έχει μάθει να την μιμείται; Εσύ δεν κάνεις κάποιες φορές τον Αλαβάνο και τον Τράγκα;”
Τον κοίταζα αποσβολωμένος. “Σαπφώ Νοταρά”, ψέλλισα.

Έβλεπα τώρα την αλήθεια καθαρά, ξαναζούσα όλη τη σκηνή, βήμα-βήμα, όχι μέσα απ' τα μάτια του ανυποψίαστου, ζαλισμένου θαμώνα, αλλά μέσα απ' τα μάτια τα δικά της, τα μάτια του κοριτσιού που διαβάζει αστυνομικά μυθιστορήματα, ξέρει τους κώδικές τους (ίσως μάλιστα γνωρίζει καλά το συγκεκριμένο μυθιστόρημα που αναφέρθηκε λίγο νωρίτερα από κάποιον πολυλογά διπλανό) και αποφασίζει να τους αντιγράψει για να... γιατί άραγε;

“Και ποιο είναι το κίνητρο για όλη αυτή την παράσταση; Είπες ότι θα το συζητούσαμε στο τέλος.”
“Εννοείς, σοβαρά, ότι δεν το βλέπεις;”
“Ειλικρινά, όχι.”
“Γιατί σε θέλει, ρε βλάκα. Ή, να πω καλύτερα, γιατί σε χρειάζεται.”
“Με χρειάζεται; Εμένα; Γιατί;”
“Για να τη βγάλεις απ' το κλειστό, ασφαλισμένο δωμάτιο. Εκεί όπου νιώθει φυλακισμένη.”
“Κάτσε... Θες να πεις...”
Ξαφνικά την είδα. Μόνη, κατάμονη.
“Στο διπλανό τραπέζι. Ήταν...”
“Ένα κορίτσι που οι φίλες του προσπαθούσαν να στείλουν σε κάποιο ραντεβού. Δεν μπορούσες να τη δεις γιατί καθόταν ακριβώς στην πλάτη σου.”
“Όταν σηκώθηκα, εκείνη έλειπε.”
“Είχε ακούσει να λες ότι θα πας στην τουαλέτα μόλις γυρίσω και κατέστρωσε αστραπιαία το σχέδιό της.”
Τα μάτια μου θα πρέπει να γυάλιζαν άγρια όταν είπα: “Γιάννη, νομίζω βρήκα τη γυναίκα της ζωής μου.”
“Και τον κουμπάρο σου, επίσης. Αν και δεν τη βρήκες ακριβώς. Αλλά θέλει να τη βρεις, αυτό είναι σίγουρο.”
“Τι λες να κάνω;”
“Τι θα κάνανε ο Χολμς, ο Ρουλεταμπίλ, ο Ηρακλής Πουαρώ;”
Ήξερα, γαμώτο μου, ήξερα.
“Θα δημοσίευαν μια αγγελία.”

Σηκώθηκε.
“Λοιπόν, δεν με χρειάζεσαι πλέον”, είπε.
Μόλις έφυγε κάθισα στον υπολογιστή. Άνοιξα τον blogger και πήγα new post.
Δεν ξέρω πώς βρεθήκαμε σαββατιάτικα, αφού εξαντλήσαμε τα φλέγοντα θέματα (γυναίκες, ταινίες, ταξιδιωτικές εντυπώσεις) να συζητάμε για αστυνομικά μυθιστορήματα μ' ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί ανάμεσά μας, άρχισα να γράφω.



3 Απρ 2011

το φάντασμα του Ρουλεταμπίλ


Δεν ξέρω πώς βρεθήκαμε σαββατιάτικα, αφού εξαντλήσαμε τα φλέγοντα θέματα (γυναίκες, ταινίες, ταξιδιωτικές εντυπώσεις) να συζητάμε για αστυνομικά μυθιστορήματα μ' ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί ανάμεσά μας. Εγώ με το πάθος του από καιρό μυημένου κι ο φίλος μου ο Γιάννης με την έξαψη του νεοφώτιστου. Καταλαβαίνετε, του οίνου βοηθούντος, πολύ σύντομα η συζήτηση εξελίχθηκε σε κανονική διάλεξη.

“Ρουλεταμπίλ!”
“Τι όνομα είναι αυτό;”
“Τ' όνομα ενός πιτσιρικά, εκκολαπτόμενου δημοσιογράφου, που κάνει ντεμπούτο στην αστυνομική φιλολογία με το περίφημο μυστήριο του κίτρινου δωματίου.”
Άφησα να μου ξεφύγει ένας αναστεναγμός νοσταλγίας για τις ωραίες εποχές που διάβαζα τέτοιου είδους βιβλία.

“Και πώς τον είπες το συγγραφέα;”
“Γκαστόν Λερού. Το φάντασμα της όπερας;”
“Αυτό δεν είναι αστυνομικό.”
“Καμία σχέση. Μάλλον ρομαντικό δράμα με γοτθικά στοιχεία, αλλά είναι του ίδιου.”
“Αυτό το κίτρινο δωμάτιο είναι καλό;”
Κλασσικό. Αρκεί να σου πω ότι η Κρίστι θεωρούσε τον Λερού δάσκαλό της και το κίτρινο δωμάτιο ένα απ' τα καλύτερα αστυνομικά όλων των εποχών. Η αναλυτική του μέθοδος πάει πολύ πέρα απ' το Χολμς -όσο για τον Ηρακλή Πουαρώ ουσιαστικά αντιγράφει το νεαρό Ρουλεταμπίλ και τον κύκλο της σκέψης του.”
“Κύκλο; Τι κύκλο;”

Άφησα μια καλά υπολογισμένη παύση πριν απαντήσω.
“Έναν κύκλο που χωρά μόνον ό,τι θεωρεί ο ήρωάς μας λογικό, με βάση το κίνητρο, την ευκαιρία και το ψυχολογικό προφίλ των εμπλεκομένων. Μέθοδος βασισμένη σε κάποιο βαθμό στην παλιά αρχή του θείου Σέρλοκ: απορρίπτουμε το αδύνατο -αυτό που μένει, όσο απίστευτο κι αν φαίνεται, μας οδηγεί στην αλήθεια. Μόνο που ο Κόναν Ντόυλ παραμένει δέσμιος της αισθησιοκρατίας, προσκολλημένος στις καινοτόμες επιστημονικές μεθόδους της εποχής: αποτυπώματα, χημικές αναλύσεις κλπ. Για τον Λερού ολ' αυτά είναι χρήσιμα αλλά δευτερεύοντα και πολλές φορές παραπλανητικά-αν με βγάζουν απ' τον κύκλο της σκέψης μου οφείλω να τα απορρίψω.”
Τεντώθηκα στην καρέκλα μου. Μήπως φώναζα περισσότερο απ' όσο έπρεπε; Η παρέα στο διπλανό τραπέζι φαινόταν απορροφημένη σε μια λογομαχία περί Καζαντζίδη, Νταλάρα και λαϊκών βάρδων. Πίσω μου, δυο γυναικείες φωνές προσπαθούσαν να πείσουν μια τρίτη να βγει κάποιο ραντεβού.

“Δηλαδή, ρε παιδί μου, τι είναι αυτός ο κύκλος; Δεν μπορείς να μου πεις ένα παράδειγμα;”
“Πάρε το κίτρινο δωμάτιο, είναι η κλασσική περίπτωση αυτού που -υποτίθεται- δεν μπορεί να συμβεί. Πόρτες και παράθυρα κλειστά... κι όμως, η ένοικος του δωματίου δέχεται επίθεση από κάποιον που, ανεξήγητο πώς, καταφέρνει να μπει και να βγει αφήνοντας τα πάντα ασφαλισμένα από μέσα.”
“Τι λες τώρα; Όπα, κάτσε... κρυφά περάσματα κι έτσι;”
“Όχι, τίποτα τέτοιο. Στην πραγματικότητα, ολόκληρο το έργο μοιάζει να έχει γραφτεί σαν απάντηση στον Πόε...”
“Τι σχέση έχει ο Πόε;”
“Δεν έχεις διαβάσει τα εγκλήματα της οδού Μοργκ;”
“Αυτό με το γορίλλα;”
“Αυτό. Θεωρείται το πρώτο αστυνομικό και, συγχρόνως, το πρώτο “μυστήριο ασφαλισμένου δωματίου”. Ο Λερού μοιάζει να θέλει ν' αποδείξει ότι το κόλπο, όσο τρελό κι αν ακούγεται, μπορεί να έχει μια απλή “καθημερινή” εξήγηση και όχι μαλλιοτραβηγμένα σενάρια και ιστορίες γι' αγρίους.”
“Μ' έφτιαξες τώρα. Μη μου λες τίποτ' άλλο...ή μάλλον, πες μου αν θυμάσαι τον εκδότη.”
“Αν θέλεις, περνώντας απ' το σπίτι μου σταματάς και το παίρνεις.”
“Έλα ρε! Θα με βάλεις στον πειρασμό τέτοια ώρα;”
“Αυτοί είναι ωραίοι πειρασμοί φίλε μου... Θα σου δώσω και το έγκλημα στη Μεσοποταμία να το διαβάσεις στο καπάκι.”
“Του ίδιου;”
“Όχι, είναι η απάντηση της Αγκάθα Κρίστι. Η συμβολή της στη φιλολογία του κλειστού δωματίου.”

Έριξα μια ματιά γύρω. Το μαγαζί ήταν σε φάση παρακμής -περασμένες δύο. Οι κοπέλες πίσω πλήρωναν για να φύγουν, ο τσακωμός για το Νταλάρα (ή τον Καζαντζίδη ή και τους δύο) καλά κρατούσε. Καθώς ήμουν στη φάση όπου η έξαψη συναγωνίζεται την κούραση, ρώτησα το φίλο μου αν θέλει να παραγγείλουμε άλλο ένα. Ένιωσα μια ενδόμυχη ανακούφιση όταν αρνήθηκε.

“Μου έχεις εξάψει την περιέργεια και θέλω να ξεκινήσω αυτό το βιβλίο με το δωμάτιο. Εξάλλου, είναι ήδη αρκετά αργά.” Έβγαλε απ' την τσέπη του ένα χαρτονόμισμα. “Βλέπεις πουθενά την κοπελιά;”
“Ήτανε τώρα εδώ κι έφυγε.”
“Πάω στην τουαλέτα. Αν τη δεις, φώναξέ της.”
“Έντάξει. Σε περιμένω να πάω μετά.”

Καθόμουν και τον περίμενα μέσα σ' εκείνη την κατάσταση της εύθυμης, γλυκιάς μακαριότητας που σε φέρνουν το κρασί και η καλή παρέα, αναλογιζόμενος ότι ήμουν ήδη τριάντα χρονών και, εκτός από μια σίγουρη, μέτρια αμειβόμενη δουλειά, δεν είχα κάνει στη ζωή μου τίποτα. Κανείς δεν με περίμενε στο σπίτι και κανείς δεν ενδιαφερόταν να με “ψήσει” για κάποιο ραντεβού. Σηκώθηκα να ξεμουδιάσω και -δήθεν αδιάφορα- κοίταξα προς την κοριτσοπαρέα του πίσω τραπεζιού. Οι δυο ήταν ακόμα εκεί μασουλώντας κάτι υπολείμματα ξηρών καρπών και σιγοκουβεντιάζοντας. Η τρίτη, η ελεύθερη της παρέας, αυτή που οι άλλες προσπαθούσαν να πείσουν να δώσει μια ευκαιρία στο γνωστό του γνωστού, απουσίαζε. Μάλλον θα είχε πάει στην τουαλέτα ή έφυγε πρώτη να προλάβει το τελευταίο μετρό. Είδα από μακριά το φίλο μου να 'ρχεται και θυμήθηκα ότι δεν είχα πληρώσει. Άφησα το ποσό που μου αναλογούσε στο τραπέζι κι έφυγα με τη σειρά μου προς την ίδια κατεύθυνση. Χωρίς να ξέρω ότι το ραντεβού μου ήταν κιόλας εκεί και με περίμενε.

Λοιπόν, ας μη μακρηγορώ περισσότερο. Έφτασα στο γεγονός που αποτελεί το σκοπό αυτής της διήγησης. Και, μολονότι δεν έχω τρόπο να το περιγράψω χωρίς να φανώ (αυτό που εξάλλου ένιωσα τότε) εντελώς γελοίος, οφείλω να το κάνω διότι χωρίς αυτό τα πάντα θα ήταν διαφορετικά. Δηλαδή τα ίδια. (Δηλαδή, σκατά. Ο Γκαστόν Λερού θα το σερβίριζε σίγουρα πολύ καλύτερα.)

Είχα μόλις κλείσει πίσω μου την πόρτα της τουαλέτας κι άρχιζα ήδη να ξεκουμπώνομαι όταν την άκουσα. Κάποια, (υπέθεσα το “κάποια”, αφού το μαγαζί -όπως τα περισσότερα μπαρ- είχε μόνο δύο τουαλέτες στον ίδιο χώρο, μια αντρική και μια γυναικεία) προσπαθούσε ν' ανοίξει τη διπλανή πόρτα χωρίς επιτυχία. Άκουσα καθαρά το κλειδί να γυρίζει, ύστερα την πόρτα να ταρακουνιέται ξανά και ξανά και, στο τέλος, μια αγωνιώδη γυναικεία φωνή: “η πόρτα δεν ανοίγει, μ' ακούει κανείς;” Κι αμέσως μετά τρία, τέσσερα δυνατά χτυπήματα. Ξέρετε αυτό το συναίσθημα; ...μετά από μερικές ώρες καθισιού και μισό μπουκάλι κρασί, όταν αισθάνεσαι τη “φούσκα” σου να πάει να σκάσει και βγάζεις έξω το πράμα σου βιαστικά φοβούμενος ότι δεν θα προλάβεις το μοιραίο; Φανταστείτε λοιπόν τη σκηνή: εγώ, μ' ένα αίσθημα ανακούφισης και το πουλί έξω ν' αδειάζει ακατάσχετα κι από δίπλα τις φωνές και τα χτυπήματα -ακόμα και πάνω στον κοινό ψεύτικο τοίχο που χωρίζει τις δυο τουαλέτες- να καλούν σε βοήθεια. Τι έπρεπε να κάνω; Κατάλαβα ότι κανείς άλλος δεν μπορούσε ν' ακούσει κι εκείνη περίμενε από μένα που, πιθανόν, με άκουγε να κατουράω θορυβωδώς ενάμιση μέτρο μακριά της. Ετοιμάστηκα ν' απαντήσω, να της πω να μην πανικοβάλλεται κι ότι θα πάω αμέσως να μιλήσω με κάποιον υπεύθυνο του μπαρ, αλλά δεν πρόλαβα. Άκουσα ξαφνικά μιαν ασθματική αναπνοή, ένα στεναγμό (κάτι σαν “θεέ μου!”) κι ένα γδούπο που τράνταξε δυσοίωνα τη μικρή μου καμπίνα. Πετάχτηκα έξω με το πουλί ατίναχτο, ίσα που πρόλαβα να το χώσω στο εσώρουχο. Ευτυχώς, γιατί -σαν σε κακόγουστη κωμωδία- την ίδια στιγμή είδα ν' ανοίγει η εξωτερική πόρτα και μια αδύνατη μελαχρινή κοπέλα να μπαίνει στον μικρό προθάλαμο των δύο wc. Είχε το κεφάλι στραμμένο μιλώντας με κάποιον απέξω και χρειάστηκε να τη συγκρατήσω για να μην πέσει πάνω μου. Φανταστείτε την έκπληξή της όταν, γυρνώντας μπροστά της, διαπίστωσε ότι αυτός που την κρατούσε ήταν ένας άγνωστος άντρας, του οποίου το μισοκατεβασμένο παντελόνι έκρυβε ευτυχώς το παλτό που κρατούσε στο χέρι της! Έσπευσα να κουμπωθώ ζητώντας συγγνώμη, κατακκόκινος.
“Με συγχωρείτε, αλλά κάποια λιποθύμησε νομίζω στην τουαλέτα.”
Με κοίταξε απορημένη. Της έδειξα την πόρτα με τη σήμανση “ladies”. Καθώς την είδα να με κοιτάζει δύσπιστα, προχώρησα και χτύπησα δυο φορές. Εννοείται ότι δεν πήρα καμιά απάντηση. Προσπάθησα ν' ανοίξω χωρίς αποτέλεσμα.
“Είναι κανείς μέσα;” φώναξα. Αυθόρμητα έσκυψα να κοιτάξω απ' την κλειδαρότρυπα.
“Μια γυναίκα φώναζε ότι δεν μπορεί ν' ανοίξει”, είπα. “Την άκουσα από δίπλα. Ύστερα ακούστηκε σαν να έπεσε πάνω στην πόρτα.”
“Δεν είναι ωραίο αυτό που κάνετε”, είπε επιτιμητικά εκείνη κι έσκυψε με τη σειρά της στην κλειδαρότρυπα.
“Δεν φαίνεται τίποτα”, είπε. “Το καλύτερο είναι να απευθυνθούμε στη διεύθυνση.”
Έπιασε και πάλι το χερούλι και το τράνταξε δυνατά. Ύστερα έπεσε με όλο της το σώμα πάνω στην πόρτα.
“Κάπου σκαλώνει. Ίσως αν...”
Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση της. Η πόρτα υποχώρησε κι η ίδια βρέθηκε να παραπατά μέσα στην τουαλέτα. Προσπάθησε απεγνωσμένα να κρατηθεί -το παλτό της έπεσε σχεδόν μέσα στη λεκάνη. Το μάζεψε με μια γκριμάτσα αηδίας. Στεκόμουν πίσω της αποσβολωμένος. Ακόμα θυμάμαι την ειρωνεία στο βλέμμα της.

Η καμπίνα ήταν τελείως άδεια.



...συνεχίζεται

2 Μαρ 2011

παραμύθι με δράκο




από το chimeres-zine019

«Αυτή η αναμονή με σκοτώνει.»
Ήτανε τρεις στρατιώτες, όρθιοι οι καημένοι μες στο λιοπύρι. Κράνη, εξαρτήσεις, και τα λοιπά.
Αυτός που είχε μιλήσει έξυνε τη μύτη του. Για την ακρίβεια, είχε χώσει το μικρό δάχτυλο του δεξιού χεριού στο δεξί ρουθούνι. Δεν έλπιζε να βρει κάτι εκεί μέσα, μόνο την έξυνε. Αμηχανία, ας πούμε.
Κοίταξε τους άλλους δυο χαμογελώντας στραβά. Κρατούσαν το ντουφέκι παρά πόδα , όπως αυτός, μόνο που η στολή τους ήτανε μαύρη ενώ η δική του λευκή.
«Κακό αυτό», σκέφτηκε.
«Κατά βάση, τα ίδια συμφέροντα έχουμε σεις και γώ», είπε κάνοντας φιλότιμη προσπάθεια να συντηρήσει μια συζήτηση. «Άλλοι μας βάζουν να τσακωνόμαστε. Κανονικά, θα 'πρεπε να 'μαστε ενωμένοι αν θέλουμε να...»
Σταμάτησε συγχυσμένος. Κόμποι ιδρώτα γυαλίζανε στο μέτωπό του εκεί ακριβώς που τέλειωνε η σκιά του κράνους του. Θα 'πρεπε να είναι ενωμένοι, βέβαια, αλλά για ποιο λόγο; Δεν του ερχότανε κανείς -το κέρατό του- κι ανάθεμα αν ήξερε τι σήμαινε αυτό το “κανονικά”.
«Κοιτάξτε, αν είναι να σφαχτούμε, ας το κάνουμε, να τελειώνουμε μια ώρα αρχύτερα.»
Έσφιξε δυνατά την κάννη του όπλου του, έτοιμος για δράση. Θα 'ριχνε πρώτα στον αριστερό. Αν ήταν λίγο τυχερός ίσως προλάβαινε να φάει και τον άλλο, μάλλον απίθανο βέβαια. Άρχισε να σηκώνει το ντουφέκι, ασήκωτο του φαινότανε. Καμιά κίνηση από τους άλλους. Τ' άφησε λοιπόν να πέσει στη θέση του.
«Υπομονή», συνέστησε το άλογο.

Ήταν κατάλευκο και πανύψηλο. Ο στρατιώτης δεν κατάλαβε πώς βρέθηκε εκεί δίπλα του, δεν ήταν μέρος για ένα άλογο αυτό. Θεώρησε καλό, πάντως, να δείξει στους άλλους ότι τα πράγματα άλλαξαν.
«Λυπάμαι παιδιά, αλλά μόλις ήρθε το ιππικό. Χε-χε, το ιππικό λέω...καταλαβαίνετε.» Κανείς δε γέλασε. «Ακούστε, εγώ είχα όλη τη διάθεση να τα βρούμε μεταξύ μας, να μην είμαστε πιόνια των ιμπεριαλιστών, αλλά εσείς αδιαφορήσατε. Τώρα, λοιπόν, ακουμπήστε τα όπλα σας όμορφα-όμορφα στο χώμα χωρίς απότομες κινήσεις και δεν θα πάθει κανένας τίποτα.»
Φυσικά τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά κι αυτό το κατάλαβε αμέσως μόλις άκουσε το μαύρο άλογο να λέει σαρκαστικά: «Φιλαράκο, είσαι τελείως πεζός!» Κι ύστερα ήταν εκείνος ο παράξενος τύπος με το λοφίο και το σπασμένο κοντάρι που ρώτησε «εδώ γίνεται το πάρτυ;» και ξαφνικά όλοι κατάλαβαν πως έχουν γίνει πλέον πολλοί. Υπερβολικά πολλοί.
Πάνω στο λόφο ετοιμαζόταν να ξεσπάσει καταιγίδα.

«Ποιος είσαι πάλι εσύ;» ρώτησε ο στρατιώτης.
«Έφεδρος αξιωματικός Δελής Αγησίλαος, ο επονομαζόμενος και “λοξός” ή “επίσκοπος” ή “μόντσας”, στις υπηρεσίες σας», είπε κάνοντας μια υπόκλιση που προκάλεσε θύελλα από κουδουνίσματα. «Οι φίλοι με φωνάζουν τρελό. Είμαι αυτός που περιμένατε.»
Τον έκοψε από πάνω ως κάτω. Η στολή του ήταν βέβαια λευκή αλλά θύμιζε πιότερο κοστούμι παλιάτσου μ' όλους αυτούς τους ρόμβους και τα κουδούνια. «Αυτές είναι οι ενισχύσεις;» αναρωτήθηκε. «Πλάκα μου κάνουν.» Οι άλλοι απέναντι σήκωναν κιόλας τα ντουφέκια τους.
«Σιγά, κύριοι, μισό λεπτό», φώναξε ο καινούργιος. «Αν είναι να σκοτωθούμε, ας το κάνουμε τουλάχιστον πολιτισμένα. Και, κατά πρώτον, γνωρίζει κανείς σας γιατί τσακωνόμαστε;»
«Μην τον ακούτε, τέτοια λέει πάντα», είπε το μαύρο άλογο. «Τον στέλνουν να σπείρει τη σύγχυση. Πυρ κατά βούληση!»
«Ω, ω, ω!» φώναζε ο παλιάτσος. «Κύριοι, ψυχραιμία! Δεν φαντάζομαι ν' αρχίσετε να παίρνετε διαταγές από ζώα; Όσο για σένα, ομορφονιέ, μιας που το θέτεις έτσι με βουλές και τα συναφή, οφείλω να σου πω ότι οι δυο κατίνες», έδειξε το λόφο, «τα κανονίζουν μεταξύ τους κι αφήνουν εμάς εδώ να πλακωνόμαστε.»
Το άλογο έστρεψε το βλέμμα προς τα κει που του έδειχναν. Δεν είχε πολύ φαντασία, το δύστυχο, μεταφυσικά ερωτήματα δεν τάραζαν ποτέ τον δίκαιο ύπνο του.
«Εγώ τις βλέπω να τρώγονται όπως πάντα.»

«Ωραίο το μαύρο συνολάκι σου χρυσή μου», έλεγε η βασίλισσα. «Ήρθε το ντεθ στη μόδα ή πενθείς το μακαρίτη;»
Στεκόταν αγέρωχη και βλοσυρή μες στα τούλια, νυφούλα που την έστησε ο λεγάμενος. Ένα διάδημα από λευκόχρυσο έγερνε επικίνδυνα στα οξυζεναρισμένα μαλλιά.
«Γίνεσαι μικροπρεπής και ανόητη», απάντησε η άλλη. Οι συλλαβές κροτάλισαν στα δόντια της, ζάρια σε μάρμαρο μαύρο. Μαλλιά του κοράκου -πίσσα- και ντύσιμο σκοτάδι, μέχρι και στο βλέμμα. Αλλά γι' αυτό μπορεί να έφταιγε η μάσκαρα.
«Δεν πρόκειται να πέσω στο επίπεδό σου.» Κι άλλη ζαριά. Η ξανθιά περιορίστηκε σ' ένα ειρωνικό ανασήκωμα του φρυδιού.
Στέκονταν οι δυο τους καρφωμένες θαρρείς στη σκιά του πύργου. Χειρονομούσαν. Από κάποια απόσταση έμοιαζαν πράγματι να τσακώνονται.
«Δεν μου είπες, τι κάνει ο βλαμμένος σου;» Πεντάρες. «Τον βγάλατε, λέει, απ' τη μηχανική υποστήριξη. Εξυπηρετείται μονάχος του ή ...;» Ένα σαρδόνιο χαμόγελο άνθισε στα μαύρα χείλη.
«Μ' αρέσει ο τρόπος σου να κρατάς το επίπεδο. Ξέρω, βέβαια, ότι το θέμα σε καίει ιδιαίτερα αλλά δεν είμαστε ομοιοπαθείς. Λοιπόν, μην περιμένεις συμπαράσταση από μένα.»
«Τι θες να πεις;» Ντόρτια.
«Μην κάνεις το βλάκα. Ο κόσμος το 'χει τούμπανο... Από κάποιο σημείο και μετά, χρυσή μου, το να μην του σηκώνεται είναι το λιγότερο. Όταν αρχίσουν να του τρέχουν τα σάλια, τότε στ' αλήθεια αρχίζουν τα δύσκολα. Κι όταν πια του φεύγουν κι από κάτω...»
«Σκύλα! Θα σε...»
Χύμηξαν η μια πάνω στην άλλη, όμως μια αόρατη δύναμη λες τις τραβούσε πίσω αφήνοντάς τις μετέωρες να αιωρούνται στην ίδια θέση. Από μακριά φαινόταν σαν μια πολύ εντυπωσιακή χορογραφία μάχης.

«Θα σκοτωθούνε», είπε το άλογο.
«Τρίχες κατσαρές!» Ο τρελός δεν καταδέχτηκε καν να σηκώσει το κεφάλι. Κάτι τον απασχολούσε στα νύχια του. «Θα λύνουν πάλι το ασφαλιστικό.»
Η οργή του αλόγου ξέσπασε τρομερή.
«Ή δειλός είσαι, ή προδότης. Δεν θα καθίσω άλλο ν' ακούω τις τρέλες σου ενώ η βασίλισσά μας κινδυνεύει. Η θέση μου είναι δίπλα της.» Κι έφυγε με καλπασμό κατά το λόφο.

«Άφησέ με, άφησέ με!» ούρλιαζε η ξανθιά. «Άσε με να της μαδήσω το μαλλί τρίχα-τρίχα της πουτάνας!»
«Επικοινωνείς με το υπερπέραν, καλή μου; Ποιο πνεύμα είναι τούτη τη φορά; Ο θείος Κάρολος ή ο μπαρμπα-Ιωσήφ;»
«Παραιτούμαι», είπε η άλλη απηυδισμένη καρφώνοντας και πάλι τα πόδια της στο χώμα. «Δεν έχει νόημα. Όλο το παιχνίδι είναι στημένο.»
«Δεν είναι στημένο, αγάπη μου. Απλά δεν βάζουμε εμείς τους κανόνες. Δεν είμαστε καν εκείνος που τους εφαρμόζει. Εμείς...» Έκανε μια πιρουέτα. «Είμαστε απλά δυο χορεύτριες. Χόρευε γιατί μας κοιτάζουν.»

Στη βάση του λόφου, ένα άλογο. Ένα υπέροχο άσπρο άλογο με δυο σκιές κάλπαζε στη βάση του λόφου.
«Τι θες εδώ;» ρώτησε χωρίς να σταματήσει. «Δεν έχει δράκους το σκάκι.»
«Έχουν όμως τα παραμύθια», είπε η σκιά πριν μετατραπεί σ' έναν μεγάλο ασημένιο δράκο με καυτή ανάσα.
«Θα με κάψεις;» ρώτησε το άλογο.
«Θα σε κάψω», είπε ο δράκος και φύσηξε. Οι στρατιώτες χειροκρότησαν.

«Ωραία ιστορία», είπε ο ένας.
«Ναι, πολύ συγκινητική», είπε ο άλλος.
«Άντε, πάμε τώρα», είπε ο τρίτος.

Αυτός με τη λευκή στολή καβάλησε το μαύρο άλογο κι έφυγε για να γίνει αστέρας της τηλεόρασης. Οι δυο βασίλισσες έγιναν διάσημο χορευτικό ντουέτο, χώρισαν απ' τα ραμολιμέντα τους και παντρευτήκαν μεταξύ τους.

Ο τρελός παραμένει τρελός. Αν υπάρχουν κρυμμένοι συμβολισμοί γύρω απ' τη θυσία του αλόγου, τους αγνοεί.

Επιδεικτικά.

13 Φεβ 2011

88 τετραγωνικά



“Παππού, θα παίξουμε μονόπολυ;”
Τον είπε παππού.
“Το Υπατάκι πού είναι;”
“Οι δυο μας παππού! Ας τηνε την Υπατία!”
“Μα είναι αδελφή σου. Κι ύστερα, μονόπολυ με δύο δεν πάει.”
“Πάει! Προχτές πώς πήγαινε;”
Σούφρωσε τα χείλη του με πείσμα.
“Η Υπατία είναι μικρή και κάνει βλακείες. Θα μας μπερδεύει τα λεφτά!”
“Τότε να παίξουμε κάτι άλλο.”
“Τι άλλο; Εμένα μ' αρέσει η μονόπολυ.”
“Σ' αρέσει να κτίζεις σπίτια;”
“Μ' αρέσει να τ' αγοράζω. Θέλω να έχω λεφτά, πολλά λεφτά. Θέλω...”
“Διόφαντε, μη ζαλίζεις τον κύριο Νίκο, παιδί μου.”
“Δεν με ζαλίζει. Δεν με πειράζει καθόλου, σας διαβεβαιώ.”
“Έχεις τελειώσει τα μαθήματά σου;”
“Μόνο Ιστορία, μαμά. Αφού, την Ιστορία την κάνουμε μαζίι...”
“Την έχεις διαβάσει μια φορά μόνος σου;”
“Βαριέμαι να τη διαβάζω μόνος μου. Να τη διαβάσω με τον κύριο Νίκο;”
“Πάλι ο κύριος Νίκος θα την πληρώσει. Αφού σε ανέχεται...”

“Αυτό που κάνετε είναι καταχρηστικό και παράνομο. Και ηθικά απαράδεκτο.”
“Α, ηθικά.”
“Ναι, ηθικά. Τι παράδειγμα δίνετε στα παιδιά σας;”
“Τα παιδιά μου να μην τ' ανακατεύεις. Κάνε πρώτα κι εσύ να δεις τη γλύκα...”
“Ωραίο επιχείρημα! Κάπως μικρόψυχο, θα πρέπει να παραδεχθείς.”
“Καθόλου μικρόψυχο. Είναι πολύ πιο εύκολο να ποιείς τη στρουθοκάμηλο όταν είσαι βολεμένος κι όταν έχεις ν' ανησυχείς μονάχα για τον κώλο σου! Και να αγορεύεις ανεύθυνα περί ηθικής, αναπαράγοντας τα στερεότυπα του συστήματος.”
“Εγώ αναπαράγω τα στερεότυπα; Δεν γνωρίζεις καν τι σημαίνει η λέξη.”
“Ίσως. Δεν είμαι εγώ ο δάσκαλος της έκθεσης. Προφανώς, οι μαθητές σου σκίζουν στις εξετάσεις χάρη στις ριζοσπαστικές απόψεις που τους καλλιεργείς.”
“Σας παρακαλώ, μην τσακώνεστε. Θα ξυπνήσετε τα παιδιά.”
“Ο ριζοσπαστισμός, όπως τον εννοείς, είναι απλώς ασυδοσία. Πόλεμος! Ζούγκλα!”
“Ζούγκλα είναι ο κόσμος που υπερασπίζεσαι! Ο κόσμος που εγώ προσπαθώ να αλλάξω!”
“Ναι, ε; Πώς ακριβώς προσπαθείς; Με το να επιδιώκεις τη βολή των βολεμένων;”
“Σας παρακαλώ, κύριε Νίκο. Εσείς συνήθως είστε ήρεμος. Τι πάθατε σήμερα;”
“Να με συγχωρείτε, κυρία μου, αλλά η υποκρισία μου ανεβάζει το αίμα στο κεφάλι. Κάντε ό,τι θέλετε, διαλύστε τα όλα, αλλά μην παριστάνετε τους αναμορφωτές. Μην παριστάνετε τους επαναστάτες! Θέλετε να είμαι και ήρεμος! Γαμώ την ξεφτίλα μου μέσα!”

“Παππού, εσένα σ' αρέσει η Μπάρμπι μου;”
Τον είπε παππού.
“Μ' αρέσει κορίτσι μου, είναι πολύ όμορφη.”
“Η Σιμόνη, όμως, λέει ότι η δικιά της είναι πιο ωραία.”
“Σημασία έχει τι νομίζεις εσύ.”
“Εγώ νομίζω ότι η δικιά μου είναι πιο όμορφη. Και έχει πιο ωραία ρούχα. Θέλεις να δεις τα ρούχα της;”
“Γλυκιά μου, μη ζαλίζεις τον κύριο Νίκο. Οι μεγάλοι άντρες δεν παίζουν με κούκλες. Τα κοριτσάκια παίζουν με κούκλες.”
“Όχι, τι λες! Κι οι παππούδες παίζουν με τις κούκλες! Ο παππούς της Σιμόνης...”
“Να σου πω! Μας ζάλισες! Ποια είναι τέλος πάντων αυτή η Σιμόνη;”
“Είναι φίλη μου στο νήπιο. Εσύ μπαμπά δεν την ξέρεις, μόνο η μαμά την ξέρει. Έρχεται και την παίρνει ο παππούς της. Εσύ, μου λέει, δεν έχεις παππού; Έχω, της λέω, έχω! Και, μου λέει, γιατί δεν έρχεται να σε πάρει ο παππούς σου;”
“Κι εσύ, τι της λες;”
“Γιατί έρχεται η μαμά μου. Οι μαμάδες παίρνουν τα παιδιά απ' το νήπιο, όχι οι παππούδες! Και το Δημητράκη η μαμά του τον παίρνει. Και την Κατερίνα η μαμά της την παίρνει. Όλους η μαμά τους τους παίρνει.” Πήρε μια ανάσα ικανοποίησης. “Θα έρθεις μια μέρα να με πάρεις κι εσύ παππού;”
“Ίσως έλθω κάποια μέρα μαζί με τη μαμά.”
“Γιούπιιι!”

“Δεν έκανα καλά; Τι να της έλεγα;”
“Δεν ξέρω. Ίσως δεν είναι πολύ καλή ιδέα που τ' αφήνουμε να σε φωνάζουν 'παππού'.”
“Γιατί όχι; Εμένα, πάντως, δεν μ' ενοχλεί.”
Τον κοίταξε με βλέμμα σκεπτικό, ανεξιχνίαστο. “Είσαι σίγουρος;” ρώτησε.
“Φυσικά”, απάντησε εκείνος.
Αλλά δεν ήταν.

“Τι ώρα θα μπορώ να κάνω χρήση της κουζίνας;”
“Καλημέρα, κύριε Νίκο. Ελπίζω να μην σας ξυπνήσαμε.”
“Εμ... καλημέρα. Έχω ξυπνήσει από νωρίς. Ήπια τον καφέ μου παίζοντας σκάκι με τον υπολογιστή. Άκουσα τα παιδιά που έφυγαν για το σχολείο κι ύστερα τον σύζυγό σας που έφυγε... υποθέτω για τη δουλειά.”
“Πηγαίνει στα γραφεία του κινήματος. Κάποιες μέρες υπάρχει δουλειά... κάποιες άλλες όχι. Με ρωτήσατε κάτι για την κουζίνα;”
“Ναι. Θα ήθελα, αν δεν είναι πρόβλημα...”
“Να την χρησιμοποιήσετε. Και βέβαια. Θα φάτε μαζί μας;”
“Ε, να...εγώ... έχω τις συνήθειές μου, ξέρετε.”
“Ναι, ξέρω. Τα ζυμαρικά σας. Δεν έχω ξαναδεί ντουλάπι με τόσα πολλά και διαφορετικά είδη ζυμαρικών. Και όλες αυτές οι σάλτσες, τακτοποιημένες σε βάζα, κάθε μια με το καρτελάκι της: “πράσινη πιπεριά, τσίλι και πάπρικα”, “μπαχάρι και βασιλικός”, “ μαϊντανός, σκόρδο και ρίγανη”. Καταπληκτικό!”
“Ε, είμαι μόνος μου και...”
“Και έχετε πολύ ενέργεια και μεράκι. Δοκίμασα αυτήν που είδα πως έχει ανοιχτεί, ελπίζω να μην σας πειράζει.”
“Σας άρεσε;”
“Τη βρήκα υπέροχη. Μπήκα στον πειρασμό να τη χρησιμοποιήσω για να γλιτώσω το μαγείρεμα. Είμαι πολύ τεμπέλα.”
“Ε... φυσικά, κανένα πρόβλημα...”
“Ύστερα, σκέφτηκα ότι δεν είναι σωστό χωρίς την άδειά σας... κι εξάλλου είχα ήδη μουλιάσει τα φασόλια. Λοιπόν, θα φάτε φασολάδα μαζί μας; Αύριο θα μας κάνετε το τραπέζι εσείς κι εγώ θα τεμπελιάσω, τι λέτε;”
“Αν είναι για το ιερό δικαίωμα στην τεμπελιά...”
“Σύμφωνοι;”
“Σύμφωνοι.”

“Και δεν σε ξαναπροσέλαβαν;”
“Όχι, παρότι είχαν δεσμευτεί. Η Λίνα ήταν τότε έγκυος στην Υπατία. Κόντεψα να τρελαθώ. Δούλευα ντελιβεράς για τρεις κι εξήντα τα βράδια κι είχα τις δόσεις του σπιτιού και του αυτοκινήτου να τρέχουν.”
“Και τι έκανες;”
“Τι να κάνω; Πρώτα πούλησα τη μηχανή. Έκαιγε και πολύ. Πήρα ένα μεταχειρισμένο παπάκι, ίσα-ίσα για τη δουλειά. Μετά, όταν τράκαρα και δεν μπορούσα να δουλεύω, άρχισα να φορτώνω την κάρτα. Στο τέλος μας κάνανε έξωση από το σπίτι κι έτσι βρεθήκαμε, μέσω γνωστού-γνωστής, στο κίνημα.”
“Τραγικό.”
“Τραγικό, λες, ε; Κι όμως, εξακολουθείς να μην ξέρεις τίποτα. Για σκέψου λίγο, όλες αυτές τις σπιταρόνες που έμπαινες για να παραδώσεις τα χρυσοφόρα σου ιδιαίτερα. Μεγαλοεκθεσάς, πρώτο όνομα στην πιάτσα, πόσα ξηγιόσουνα; Πενήντα η ώρα, εβδομήντα, εκατό; Τα ξέρω καλά, τα ίδια κουδούνια χτυπούσα κι εγώ. Για είκοσι ευρώ τη βραδιά συν τα τυχερά...”
“Τα τυχερά”, ξανάπε κουνώντας το κεφάλι του. “Τις λάμες στα πόδια.”

“Νίκο, ο Φάνης με πειράζει.”
“Τι σου κάνει;”
Κύριε Νίκο, έχουμε πει Υπατία.”
“Μπαμπά, ο Φάνης με πειράζει. Μου σπρώχνει το χέρι. Ορίστε, έκανα μουτζούρα! Εεε, σταμάτα, ΣΤΑΜΑΤΑΑΑ!”
“Διόφαντε, γιατί το κάνεις αυτό παιδί μου; Γιατί χαλάς τη ζωγραφιά της αδελφής σου;”
“Αφήστε τους, κύριε Νίκο, θα τους αναλάβω εγώ. Διόφαντε, έλα δω. Έλα εδώ αμέσως!”
“Τι θέλεις;”
“Τι σημαίνει τι θέλω; Κοίταξέ με! Γιατί μουτζούρωσες τη ζωγραφιά της Υπατίας;”
“Δεν τη μουτζούρωσα! Της την έφτιαχνα! Αφού δεν ξέρει να την κάνει καλά.”
“Έχουμε πει να μην την ενοχλείς όταν κάθεται ήσυχη. Πήγαινε στο δωμάτιό σου! Τιμωρία!”
“Να έρθει κι ο κύριος Νίκος.”
“Ο κύριος Νίκος βλέπει τηλεόραση. Κι εξάλλου είσαι τιμωρία. Πήγαινε στο δωμάτιό σου, τώρα!”
“Θα δω κι εγώ τηλεόραση. Δεν θα την ξαναπειράξω, στο υπόσχομαι!”
“Διόφαντε, μην τραβάς το σκοινί. Πήγαινε με το καλό, για να μην σε πάω με το ζόρι.”
“Μα τι θα κάνω στο δωμάτιο μόνος μου; Αφού σου λέω ότι δεν θα το ξανακάνω.”
“Διόφαντε, άκουσε τον πατέρα σου. Οι τιμωρίες είναι νόμοι που πρέπει να αντιμετωπίζουμε με γενναιότητα.”
“Καλλλά. Πηγαίνω.”

“Κοίτα, χωρίς να θέλω να φανώ αγνώμων, δεν είσαι υποχρεωμένος να συμμετέχεις σ' αυτά.”
“Ποια αυτά;”
“Τις... ενδοοικογενειακές μας διενέξεις.”
“Είναι μια εύσχημη διατύπωση του 'μην ανακατεύεσαι';”
“Είναι μια εύσχημη διατύπωση του 'δεν βλέπω το λόγο να ανακατεύεσαι'.”
“Το ότι είμαι υποχρεωμένος να παρίσταμαι ως αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυς δεν αποτελεί ένα λόγο;”
“Αν το βλέπεις ως αντεκδίκηση...”
“Καθόλου. Δεν είναι στο χαρακτήρα μου.”
“Έτσι πιστεύω κι εγώ. Καλύτερα λοιπόν να μην τα μπερδέψουμε τα πράγματα. Ας κρατηθούμε σε μια διακριτική απόσταση.”
“Κοίταξε να δεις. Στην ηλικία σου συνήθιζα να κρατώ, όπως λες, 'διακριτικές αποστάσεις'. Μου ήταν εξαιρετικά εύκολο.”
“Ενώ τώρα; Σου είναι δύσκολο. Αυτό εννοείς;”
“Περίπου.” Στα μάτια του κάποια σκέψη, κάτι, τον ενοχλούσε. “Φαίνεται πως έγινα ο γερο-περίεργος που πάντα απευχόμουν.”

“Θα μου λύσεις μια απορία, Λίνα;”
“Ό,τι θέλεις.”
“Πώς με επιλέξατε;”
Σκούπισε τα χέρια της, που στάζαν απ' το νεροχύτη και κάθισε δίπλα του.
“Εννοείς, αν είχαμε πάρει πληροφορίες για σένα;”
“Αυτό ακριβώς εννοώ.”
“Φυσικά και είχαμε. Για την ακρίβεια, εγώ ήξερα για σένα πολύ πριν σκεφτούμε το σπίτι σου.”
Περίμενε την ερώτησή του, αλλά εκείνος την κοιτούσε υπομονετικά χωρίς να πει τίποτα.
“Με τη Μαρία τη Σταματέλου είμαστε πολύ φίλες.”
“Α, το Μαράκι...”
“Μέλι έσταζε το στόμα της. Ήτανε και λίγο τσιμπημένη...”
“Ώστε αυτή ήταν η σύστασή μου... Μια πρώην τσιμπημένη μαθήτρια...”
“Τι σημαίνει αυτό; Γιατί αυτή η πικρία;”
“Με συγχωρείς, δεν είναι πικρία. Ένα είδος αυτοσαρκασμού... Στην ηλικία μου, αναρωτιέσαι συχνά για το τι πέτυχες στη ζωή σου. Κανονικά, η εκτίμηση των ανθρώπων που είχες την τύχη να επηρεάσεις θα 'πρεπε να είναι αρκετή αλλά, για κάποιο λόγο, δεν είναι.”
“Εγώ πιστεύω ότι αυτή η πικρία που αρνείσαι, έχει να κάνει με κάποιο αίσθημα ανεκπλήρωτου, κάποιο αίσθημα αποτυχίας για να το πούμε πιο χύμα. Ίσως αναρωτιέσαι, κατά πόσο μέτρησε για μας το ότι δεν έχεις οικογένεια ή κάποιες ανταγωνιστικές φιλοδοξίες.”
“Είσαι πολύ έξυπνη.”
“Ευχαριστώ. Φυσικά και μέτρησε. Όπως επίσης το γεγονός ότι έχεις ευχάριστο, συγκροτημένο χαρακτήρα και δεν καπνίζεις.”
“Μέτρησε κι αυτό;”
“Φυσικά. Η μικρή υποφέρει από άσθμα κι εγώ σιχαίνομαι τις κουρτίνες που βρωμάνε τσιγαρίλα. Άσε που είναι ιδιαίτερα άβολο να ξέρεις ότι στρεσάρεις κάποιον που ανήκει σε ομάδα υψηλού κινδύνου για έμφραγμα. Ενώ, αν είναι ένας αθλητικός πλέι-μπόι...”
“Αυτή είναι η περιγραφή της Μαρίας για μένα; Ένας 'αθλητικός πλέι-μπόι';
“Περίπου.”
Προσπάθησε να ερμηνεύσει το χαμόγελό της. Φιλαρέσκεια; Πιθανόν.
“Αν ήμουν στη θέση του Στέφανου, δεν ξέρω κατά πόσον θα με καθησύχαζε μια τέτοια περιγραφή. Ένας γυναικάς, σαν να λέμε, έστω κι αν έχει πατήσει πια τα εβδομήντα, μόνος στο σπίτι του με τη γυναίκα μου.”
“Το σπίτι ΤΟΥ, τη γυναίκα ΜΟΥ. Πώς να σου δώσω να καταλάβεις πόσο ασήμαντα ακούγονται, όταν έχεις ένα διαφορετικό τρόπο σκέψης, αυτά τα κτητικά;”
Της είχε έτοιμη την απάντηση. “Προσφέροντας. Για την ώρα, ο μόνος παραιτημένος από ιδιοκτησιακά δικαιώματα εδώ μέσα είμαι εγώ.”
Τον κοίταξε στα μάτια, χωρίς νάζι, ύστερα σηκώθηκε και βγήκε από την κουζίνα. Όταν επέστρεψε δεν φορούσε τίποτα. Κάθισε στο τραπέζι μπροστά του, τραβώντας τα πόδια επάνω στη στάση του λωτού. Το μουνί της του φάνηκε παράλογα, απαράδεκτα ανοχύρωτο, χωρίς την προστασία έστω μιας μικρής υποψίας εφηβαίου. Σκέφτηκε ότι θα πρέπει να έδειχνε εντελώς ξεδιάντροπος και γελοίος ο τρόπος που το παρατηρούσε και βιάστηκε ν' αποστρέψει τα μάτια του.
“Αυτό είναι το σώμα ΜΟΥ και σου παραχωρώ -χωρίς την αξίωση κανενός ανταλλάγματος- το δικαίωμα να το χρησιμοποιήσεις όπως θέλεις.” Είδε που την κοίταζε σαν βλάκας. “Μέχρι να επιστρέψουν τα παιδιά, βέβαια”, συμπλήρωσε.

“Ποιοι είστε εσείς; Πώς μπήκατε στο σπίτι μου;”
“Καταληψίες, του Κινήματος Ενάντια στην Αστική Ιδιοκτησία. Το σπίτι αυτό κοινωνικοποιήθηκε. Εδώ είναι η Διακήρυξη του Κινήματος. Σας δίνουμε την ευκαιρία να...”
“Τις έχω διαβάσει τις διακηρύξεις σας. Μιλάνε για το σκάνδαλο των μεγάλων ακίνητων περιουσιών, την ίδια στιγμή που χιλιάδες άστεγοι παλεύουν με το κρύο και την έλλειψη στοιχειώδους υγιεινής. Δεν βλέπω τι σχέση έχω εγώ και το σπίτι μου των ογδόντα τετραγωνικών...”
“Ογδόντα οκτώ.”
“Ορίστε;”
“Το σπίτι σας των ογδοντανταοκτώ τετραγωνικών, στο οποίο κατοικείτε εδώ και πολλές δεκαετίες ολομόναχος.”
“Είναι παράνομο αυτό;”
“Δεν είμαστε νομικοί. Στην πραγματικότητα, αδιαφορούμε για τη νομιμότητα. Σύμφωνα με το πνεύμα της διακήρυξης, η κατοχή οικίας τέτοιου μεγέθους από ένα μόνο άτομο μπορεί να μην είναι παράνομη, είναι όμως αντικοινωνική. Στο εξής θα πρέπει να περιοριστείτε στο ανατολικό τμήμα του σπιτιού, όπως ορίζεται από αυτό εδώ το σχέδιο.”

Άκουσε τις φωνές της από την κρεβατοκάμαρα. Άργησε να συνειδητοποιήσει ότι ήταν φωνές, μέχρι που έγιναν ουρλιαχτά, κραυγές υστερίας. Χαμήλωσε τη μουσική για να βεβαιωθεί. Ύστερα χύθηκε στο διάδρομο.
Τον κρατούσε στα χέρια της σπαράζοντας με λυγμούς (“θε μου τι άλλο; τι άλλο;”) και το αίμα τιναζόταν σαν πίδακας πάνω στα ρούχα της. Θα πρέπει να γλίστρησε παίζοντας. Έτρεξε στο μπάνιο κι έκοψε ένα μεγάλο κομμάτι βαμβάκι. Το 'βαλε στο σαγόνι του αγοριού κι έσπρωξε πάνω το χέρι της. “Δεν είναι τίποτα”, της είπε. “Θα τον πάμε στο νοσοκομείο να του το ράψουν.”
Στο δρόμο προσπαθούσε να κρατά σταθερά το τιμόνι και να μην σκέφτεται. Χρόνια είχε να οδηγήσει έτσι. Το τραύμα ήταν βέβαια επιπόλαιο παρά το βάθος του κοψίματος. Αργότερα θα ξαναζούσε όλη αυτήν την ταραχή και θα θυμόταν καθαρά μια -παράδοξη για την κρισιμότητα της στιγμής- σκέψη να αναδύεται μαζί με ένα αίσθημα απόλυτης ευθύνης. Έκοψε το τιμόνι απότομα και μπήκε στην αυλή του νοσοκομείου.

“Είναι σίγουρο;”
“Εκατό τοις εκατό.”
Είχε πάρει τα χέρια του στα δικά της, λες και τον παρηγορούσε. “Η δικηγόρος είπε ότι θα υπογραφεί αύριο. Όχι ότι όλα είναι εντάξει, αλλά τουλάχιστον παίρνουμε πίσω το σπίτι. Τα βάσανά σου τελειώνουν.”
Την κοίταξε με παραπονεμένη αξιοπρέπεια. “Και τα δικά σας”, συμπλήρωσε.
Τον αγκάλιασε και του έδωσε ένα φιλί σαν αέρα. “Δεν εκμεταλλεύτηκες ποτέ την προσφορά μου”, είπε σαν να τον μάλωνε.
“Στην ηλικία μου, συνηθίζει κανείς στην ιδέα ότι τα πράγματα πρέπει να γίνονται μ' έναν ορισμένο τρόπο ή καθόλου.”
Του έβγαλε τη γλώσσα. “Ξέρεις τι είσαι; Ένας ρομαντικός γερο-ανόητος που έχει πρόβλημα με την ηλικία του. Όταν φύγω θα μετανιώσεις που δε μου 'ριξες τον πήδουλο που χρειαζόμουν για να 'ρθω στα ίσα μου.”
“Μετανιώνω ήδη. Άντε, ξεκόλλα από πάνω μου.”
“Είναι λίγο δύσκολο όταν μου κρατάς τα κωλομέρια.”
“Α, ναι... συγγνώμη... και σ' ευχαριστώ που δεν λες αυτό που σκέφτεσαι.”
“Τι σκέφτομαι;”
“Ότι στην πραγματικότητα φοβάμαι την άλλη κατάληψη. Τη μέσα. Την ανατροπή του μικρού μου κόσμου. Αυτό δεν σκέφτεσαι;”
Τον κοίταξε για λίγο σιωπηλή. “Η μικρή περιμένει να την πάρεις απ' το σχολείο”, είπε στο τέλος.

Απομακρύνθηκε αργά, σα να χόρευε μόνη της. Απόμεινε να την κοιτάζει μ' ένα αίσθημα κενού κι εκείνη την αμφίβια σκέψη και πάλι κάπου στα σκοτεινά του μυαλού του, τη σκέψη που φίμωνε κι αυτή αναδεύονταν δυόμιση μήνες, το σαράκι που τον τριβέλιζε κι αυτός επίμονα κι ενάντια σε κάθε λογική τ' απόδιωχνε και τ' αρνιόταν, ότι όλο αυτό, ετούτη η τρέλα, κάποια στιγμή, αναπότρεπτα, θα τελειώσει.



5 Φεβ 2011

τραγουδάκι ΙΙΙ



βγαίνει κάπως στραβό
όπως τραβώ
μ' εμβρυουλκό το πενάκι
-φενάκη

κρίμας τον τοκετό
το κοιτώ
στο χαρτί το τυλίγω
τι λίγο!

τραγουδιών ε λοιπόν
ελλιπών
ο Καιάδας τα σύννεφα
ας είναι