8 Ιουλ 2010

ρόδα και συμπάθεια


συνέχεια από το προηγούμενο (ο νέος γείτονας)


Τρίτη 4 Οκτωμβρίου

Καιρό έχω να γράψω, το ξέρω. Τι να γράψω, δηλαδή; Τα τρεξίματα στον ΟΑΕΔ ή που το πράμα μου κοντέβει να πιάσει αράχνες; Η μαλάκω η Φώτη (πρώην κολητή μου) τα 'φτιαξε με το Σταύρο. Να τον χαίρεται! Εγώ; Σιγά μην κλάψω! Α ναι. Η γκόμενα δίπλα γέννησε. Χτες την έφερε ο Κυριάκος απ' το μαιευτήριο. Όχι με ένα, με δύο μούλικα. Μάτι δεν έκλεισα απ' τις τσιρίδες τους όλη νύχτα.

Παρασκευή 7 Οκτωμβρίου

Άκου κι αυτό! Τον θυμάσαι το Σταύρο; Το μαλάκα που τα είχα το καλοκαίρι; Που τα 'φτιαξε με την κολητή μου (μη χέσω!) Φαίνεται πως διαδίδει ότι με σχόλασε γιατί δεν του 'κανα πίπες. Απίστευτο; Ενώ η άλλη (η...Φώτη ντε!) τον έχει (λέει) όλη μέρα στο στόμα. Όχι πες μου, δεν είναι μαλάκας; Μα πολύ μαλάκας! Μα ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ μαλάκας! Άντρα που βρήκε το σούργελο! Θα μου πεις, αυτή δεν τον πήρε για άντρα, τον πήρε για σουβλάκι. (Που στο λαιμό να της κάτσει!)

Κυριακή 16 Ιουλίου

Καημένο μου ημερολόγιο, σε βρήκα ξεχασμένο στο ράφι μέσα στη σκόνη. Πόσο καιρό έχω να σε πιάσω στα χέρια μου, κοντεύει χρόνος! Πόσα δεν έγιναν, τι να πρωτογράψω; Έπιασα δουλειά σ' ένα μπαρ. Μαλακία. Το 'κανα και με το αφεντικό. Ακόμα μεγαλύτερη μαλακία. Αλλά ήμουνα περίεργη. Και αγάμητη επίσης. Τρεις μήνες κάθισα (και πολύ ήταν)
Μια μέρα (μια νύχτα) ήρθαν στο μαγαζί αυτοί, κατάλαβες ποιοι. Η εξοχότητά της με το μαλάκα. Μιλάμε για έρωτα, απ' αυτούς που δεν κρύβονται με τίποτα. Τα πήρα άσχημα (δεν τους ενοχλούσα, τους ενοχλούσα;) Στο τέλος μου θέλανε και προπόσεις. Έκανα κι εγώ μία. Στη βασίλισσα της Πίπας. Έγινε χαμός. Ήταν η τελευταία βραδιά μου.

Το αδερφάκι μου έδωσε εξετάσεις. Πανελλαδικές. Πήγε πολύ καλά, μακάρι να περάσει κάπου. Να δούμε και λίγη προκοπή στην οικογένεια.

Τα δίδυμα μεγάλωσαν ένα χρόνο. Είναι γλυκούλικα αλλά δεν μπορώ να τα συμπαθήσω. Τον περασμένο μήνα που ήμουνα φρικαρισμένη με τη δουλειά έκανα κάτι πολύ άκυρο. Ένα απόγευμα που εκείνη είχε βγάλει βόλτα τα πιτσιρίκια κι εκείνος κάπνιζε στη βεράντα (ναι, τελευταία έχει αρχίσει το κάπνισμα) εκμεταλλεύτηκα μια στιγμή που πήγε μέσα στο σπίτι και του 'ριξα στο τραπέζι του ένα τριαντάφυλλο. Το 'χα κόψει απ' τη γειτονιά. Μετά μπήκα και παρακολουθούσα πίσω απ' την κουρτίνα. Η καρδιά μου πήγε να σπάσει. Εκείνος βγήκε, το μάτι του έπεσε αμέσως, το πήρε το μύρισε, έριξε μια ματιά προς τα δω και...χαμογέλασε!

Κυριακή 23 Ιουλίου

Του 'ριξα κι άλλο τριαντάφυλλο! Εκείνος κάθισε σαν να μην το είδε, κρατούσε το τηλέφωνο και κάπου έπαιρνε. Έχει πλάκα σκέφτηκα να 'χει τον αριθμό μου! Όμως όχι (από πού κι ως που;) Μίλησε αρκετή ώρα και κάποια στιγμή έτσι σαν αφηρημένος (και καλά!) το χάιδεψε. Λοιπόν (είπα) αυτός είναι μεγαλύτερη πουτάνα από μένα. Είμαι σίγουρη πως ήξερε ότι τον βλέπω.

Δευτέρα 24 Ιουλίου

Τον θέλω-Τον θέλω-Τον θέλω!

Τρίτη 25 Ιουλίου

Θέλωθέλωθέλωθέλωθέλωθέλωθέλωθέλωθέλωθέλωθέλωθέλωθέλωθέλωθέλωθέλωθέλωθέλωθέλωθέλωθέλωθέλωθέλωθέλω

Κυριακή 30 Ιουλίου

Λείπει. Όλοι λείπουν. Κι οι δικοί μου λείπουν. Κι εγώ η μαλάκω έμεινα για να 'μαι κοντά του. Αυτοί κάνουν τις διακοπές τους κι εγώ.. (δεθακλάψωδεθακλάψωδεθακλάψω!) Θα κόψω τις φλέβες μου και θα γράψω τ' όνομά του στον τοίχο με το αίμα μου. (Μπρρ, τι ηλίθια ιδέα!) Θα πάρω χάπια, πολλά χάπια (όχι όμως και τόοοσα πολλά χάπια! Όπως στις ταινίες) και θα ξαπλώσω στην πόρτα του μ' ένα τριαντάφυλλο στο στήθος.
Μαλακία. Σαν ψόφιο σκυλί θα φαίνομαι.

Κυριακή 6 Αυγούστου

Γύρισε το πουλί μου. Ήτανε διακοπές! Έχουνε λέει ένα σπίτι στο Μάτι. Στην αρχή δεν κατάλαβα, νόμιζα (λολ) ότι το παζαρεύουνε, φαίνεται όμως πως είναι κάποιο μέρος παραθαλάσσιο. Το καλύτερο; Γύρισε ΜΟ-ΝΟΣ-ΤΟΥ! Και μόνο γι' αυτό του τα συνχώρεσα όλα (που θα του τα συνχωρούσα ενοείται έτσι κι αλλιώς!)

Τρίτη 8 Αυγούστου

Ημερολογιάκι μου, ημερολογιάκι μου, άκου τι έγινε! Καθόμουνα όπως όλα τ' απογεύματα και τον περίμενα, καθαρή-καθαρή με το αεράτο το κοντό μου το φορεματάκι χωρίς (μην κοκκινίσεις!) τίποτα από κάτω (όρε ένας πειρασμός που με πιάνει να κάνω μπροστά του ότι σκύβω να πιάσω κάτι και...καλά-καλά, μη φωνάζεις, δεν είμαι ηλίθια! Προτιμώ να τον αφήνω να το φαντάζεται!) καθόμουνα λοιπόν που λες και να 'σου τον μ' ένα τριαντάφυλλο στα χέρια! Εγώ δεν έχασα ευκαιρία. "Τι ωραίο τριαντάφυλλο", του λέω, "πού το βρήκατε;" "Κρατάς μυστικό;" μου λέει κάπως συνομωτικά. "Μου τα χαρίζει ένας άγγελος. Τι, γελάς; Δεν με πιστεύεις;""Μεγάλος άντρας, κύριε Κυριάκο", του λέω, "πιστεύετε στους αγγέλους;""Τι σχέση έχει η ηλικία;" μου λέει. "Και δεν είμαι και τόοοσο μεγάλος. Πάψε σε παρακαλώ να μου μιλάς στον πληθυντικό." Και κάνει μια έτσι δήθεν στο χαλαρό και μου το προσφέρει! "Καλά", του λέω. "Δεν είστε..είσαι τόσο μεγάλος, αλλά έχεις γυναίκα και παιδιά...""Η Ρίτα", μου λέει (προσέχεις;) "είναι κι αυτή άγγελος, αλλά απ' τους άσπρους. Τα τριαντάφυλλα τα χαρίζουν οι άλλοι άγγελοι, οι ροζ, γι αυτό τα λένε και ρόδα, κι ας είναι κόκκινα σαν και τούτο".
Καλά, τρελάθηκα! Έχει πλάκα λέω να τα πιστεύει όλα τούτα που μου αραδιάζει. Μη στα πολυλλογώ μας πήρε η νύχτα, όλο τ' απόγευμα κουβεντιάζαμε, το ωραιότερο απόγευμα της ζωής μου. Ύστερα ήρθε ο αδερφός μου και μαζεύτηκα. Ξέχασα να γράψω ότι γύρισε γιατί βγήκαν τ' αποτελέσματα και πέρασε στην Ξάνθη. Φεύγουνε όλοι αύριο να πάνε να ψάξουν για σπίτι. Ευκαιρία, λέει, να πάνε λιγάκι και στη Χαλκιδική. Ευκαιρία, βέβαια, αλλά για ποιον; Δεν ξέρω αν με πιάνεις;

Τετάρτη 9 Αυγούστου

Του το 'ριξα! Όλη μέρα το ετοίμαζα και τελικά ήταν πιο εύκολο απ' ότι νόμιζα. Πως είμαι μόνη μου κι ότι φοβάμαι που λείπουν όλοι και τέτοια. Κι αν συμβεί κάτι.."Βάλε μια φωνή" μου λέει, "μια πόρτα είμαστε". "Ναι αλλά εσύ πολλά βράδια λείπεις", του λέω, "αν συμβεί κάτι, αν πάει να μπει κανείς.." και πάνω εκεί..
..μου δίνει το τηλέφωνό του! Χα!

Πέμπτη ξημερώματα

Πού να κλείσω μάτι, μπορώ; Βλέπω μια μαλακία με βρυκόλακες στην τηλεόραση. Τους βλέπω να δαγκώνονται και φαντάζομαι τον Κυριάκο. Θα γίνει δικός μου. Πριν έρθει η Ρίτα.



ο νέος γείτονας




Κυριακή 12 Ιουνίου

Ξύπνησα μ' ένα τρομερό πονοκέφαλο. Το πάρτυ της Έλενας γαμάτο αλλά το παράκανα με τη βότκα και τους μπάφους. Η Μίλυ είχε φέρει και χάπια που εγώ βέβαια δεν τα βάζω στο στόμα μου. Κάθομαι τώρα νεκρή στη βεράντα, πρώτη φορά που δεν μπορώ τον ήλιο. Έχω τραβήξει την ξαπλώστρα στη σκιά κι έχω αδειάσει ήδη μια κανάτα νερό (και ποιος σηκώνεται να τη γεμίσει;)
Ο Σταύρος πολύ μαλάκας। Μ' έχει ταράξει στα μηνύματα. Δεν γουστάρω πια αγοράκι μου...ΔΕΝΝΝ-ΓΟΥΣΤΑΡΩ! Ε μα!

Πεινάω!!! Τι καλά να 'ρχότανε τώρα η μάνα μου μ' αυτές τις μαλακίες που της αρέσει ν' αλίβει (πώς σκατά γράφεται αυτό;) ή μ' ένα μεγάλο μπολ κορνφλέικς. Αλλά λείπει βλέπεις η μαλάκω. Τέσπα.
Άσχετο. Μας ήρθε καινούργιος γείτονας;

Δευτέρα 13 Ιουνίου

Ο Σταύρος μου τα 'κανε πάλι νταούλια. ΔΕΝ-ΠΑΕΙ-ΑΛΛΟ!!!

Δευτέρα 20 Ιουνίου

Πολύ παιδί ο γείτονας. Χτες πιάσαμε την κουβέντα. Δουλεύει στο νοσοκομείο (γαμάτο;) κάτι σα γιατρός αλλά δεν κατάλαβα. Πάντως φοράει άσπρη μπλούζα την είδα στη μπουγάδα τους. Α ναι, είναι παντρεμένος το μανάρι μου, κρίμα! Είμαι σίγουρη πως όποτε γυρνούσα πλάτη κοίταζε τον κώλο μου. (Δεν τον αδικώ, έχω και γαμώ τους κώλους!)

Δευτέρα απόγευμα

Είδα τη γυναίκα του και OMG είναι έγκυος! Καλέ τι έγκυος, αυτή έχει μια κοιλιά μέχρι το στόμα!

Πέμπτη 23 Ιουνίου

Σήμερα πέτυχα το γείτονα στο πάρκιν. Όταν με είδε πίσω απ' το τιμόνι γούρλωσε τις ματάρες του. Του εξήγησα γλυκά-γλυκά ότι τον Οχτώμβριο κλίνω τα δεκαενιά (μάλλον 2 νι θέλει αυτό αλλά δεν παίρνω και όρκο.) Δεν ξέρω αν το πίστεψε. Κι όμως είναι αλήθεια! Τι φταίω γω αν μικροδείχνω;
Α ναι! Τον λένε Κυριάκο!

Κυριακή 26 Ιουνίου

Τα κοιτάζει! Τα πόδια μου, το τσεκάρισα. Σίγουρα ζουμάρει και στον κώλο μου. Φοράει κάτι περίεργα φαρδιά και δεν καταλαβαίνω αλλά είμαι σι-γου-ρη ότι του γίνεται τούμπανο. Κι είναι πολύ γλυκός. Τον βλέπω έτσι φουντωμένο και τον λυπάμαι αλλά...Τι να σου κάνω; Παντρειά δεν ήθελες; Τι ξενοκοιτάζεις τώρα; Με γκαστρωμένη γυναίκα. Ντροπή!

Σάββατο 2 Ιουλίου

Θα βγει. Δεν θα βγει. Θα βγει. Δεν θα βγει. Βαριέμαι αφόρητα. Πόσες ώρες κοιμάται ο άνθρωπος; Εντάξει, είχε υπηρεσία το βράδυ αλλά κοντέβει πέντε. Έλεος!

Κυριακή 3 Ιουλίου

Τελικά χτες δεν τον είδα καθόλου. Είχα κάτι νεύρα! Νεύρα και κάβλες. Ήτανε κι η ζέστη...μάτι δεν έκλεισα όλη νύχτα. Σε μια στιγμή μου φάνηκε ότι τον άκουσα και πετάχτηκα απ' το κρεβάτι μες στ' άγρια μεσάνυχτα αλλά οι φωνές ήταν από μέσα...διασκεδάζανε τα πουλάκια μου. Η κοιλιά κοιλιά και ο πούτσος πούτσος! Ωχ, νάτο πάλι που τα θυμήθηκα. Και δεν μπορώ και να χαϊδευτώ η γυναίκα! Κάτι η ζέστη, κάτι το τρίψε-τρίψε έχω κάνει έγκαυμα. Όχι να μαλακιστώ, ούτε να κλείσω τα πόδια μου δεν μπορώ η ρουφιάνα!

Δευτέρα ξημερώματα

Τέτοια ώρα το ξέρω δεν είναι για γράψιμο αλλά πρέπει να στα πω! Ήμουνα τόσο κουρασμένη το μεσημέρι που έτσι δα πήγα να κάτσω λίγο στο κρεβάτι και μετά δεν θυμάμαι τίποτα. Μόνο που τον έβλεπα στον ύπνο μου. Τον Κυριάκο ντε! Κι άκουγα και τη φωνή του, πεντακάθαρα. Όταν ξύπνησα και κατάλαβα πως είναι στη βεράντα πετάχτηκα έξω όπως ήμουνα. Τον είδα που με κοίταζε και μ' έκοψε κρύος ιδρώτας, έχει γούστο λέω...όχι, εντάξει, ευτυχώς δεν είχα γδυθεί. Μονάχα το σουτιέν είχα βγάλει και η μπλούζα μου (ξέρεις μια ριγέ, θαλασσί με γκρι και άσπρο κι ένα κουμπάκι μπροστά) είναι κάπως ανοιχτή. Ήτανε και το κουμπί ξεκούμπωτο...κοντέψανε να του πεταχτούνε τα μάτια του κακομοίρη. Σηκώθηκε να πάει μέσα αλλά του πιασα κουβέντα και δεν τον άφηνα. Είχα γίνει μούσκεμα. Έλεγα θα τρέξουν τα ζουμιά στα μπούτια μου και θα τα δει. Κι αν τα 'βλεπε; Το πολύ-πολύ να του 'δινα να γλίψει λίγο (Πλάκα κάνω βέβαια!) Αυτός λες κι είχε καταπιεί τη γλώσσα του! Στο τέλος χώθηκε μέσα οπότε έφυγα κι εγώ σφαίρα για δάχτυλο αλλά πού! Λυσάξανε όλοι! Πρώτα η μάνα μου, μετά τα τηλέφωνα. Ύστερα ήρθαν κι οι φίλοι του πατέρα μου να δούνε ποδόσφαιρο. Και πόσο μεγάλωσες και τι κούκλα που έγινες...Άσχετο! Οι άντρες όταν αρχίζουν να γερνάνε πρέπει να τα ψιλοπαίζουνε, έτσι; Βλέπουν γυναίκα και τους γυρνά το μάτι ανάποδα. Εντάξει, φορούσα κι εγώ εκείνο το φρου-φρου που ίσα-ίσα καλύπτει τα κωλομέρια αλλά από κάτω φορούσα σορτς! Σε παρακαλώ! (Ο μπαμπάς φαινόταν να 'χει φάει χοντρή φρίκη κι έκανε κάτι νοήματα στη μάνα μου) Πήρα κι εγώ το Λούκο (το σκυλί) κι εξαφανίστικα. Γύρισα κι έκανα βουτιά στο κρεβάτι και μέχρι τώρα τριβόμουνα. Δεκαεφτά φορές τελείωσα. Τις μετρούσα!



5 Ιουν 2010

summertime jean blues



Γιορτή του θέρους στον παράδεισον εκείνο
Πού πας κυρά με το μακό και το μπλου-τζιν σου
Φωτιά που καίει ο πυρετός μου -απομακρύνσου
Μα εγώ ζητούσα να καώ, στάχτη να γίνω

Ίχνη στην άμμο και κιθάρες πλάι στο κύμα
Πέφτει ο ήλιος και βαθαίνουνε οι ίσκιοι
Δεν είμαι γόης, ούτε θα τον παραστήσω

Κάποιοι ζητούν φλαμένκο κι άλλοι ροκ μπαλλάντες
Μα εγώ που πάντοτε αγαπούσα τον Θερβάντες
Σκύβω στ’ αυτί σου και ρωτώ σαν λόγου σχήμα

Αν το μπλουζάκι σου μπορώ να τραγουδήσω
Κι αν με κερνάς κάτι να πιω, δεν θέλω ουίσκυ
Γιατί με τζιν γουστάρω απόψε να μεθύσω

Πυρά της νιότης, σε ποιο στίχο να χωρέσεις;
Ρούχα δεν έχεις πια, τα σκόρπισε η ορμή σου
Κι όπως δεν βρίσκω να σκεπάσω το κορμί σου
Τούτο το μπλουζ θα σου χαρίσω να φορέσεις



πρωτοδημοσιευμένο στη σκακιέρα, αφιερωμένο τότε και τώρα στο θαλασσάκι
στα ηχεία ο αγαπημένος της/μας rory
η εικόνα -πειραγμένη- απ' το flickr

22 Μαΐ 2010

τα θηρία



Τα θηρία. Θα μυρίσουν το αίμα. Ήσουν τόσο απρόσεχτη.

Χρόνια σε γύρεψα, χρόνια σε πόθησα, χρόνια της μοναξιάς και της ανάγκης, κι είσ’ εδώ. Στην αγκαλιά μου κλεισμένη, δεν θα σ’ αφήσω -το ξέρεις. Είσαι για μένα το παν.

Παραμονεύουν στο σκοτάδι. Τι γυρεύουν, ρωτάς, γιατί δεν μας αφήνουν στην ησυχία μας, εμάς που δεν πειράξαμε ποτέ κανέναν. Είσαι τόσο αθώα. Γλυκιά και αθώα. Έπρεπε να σε προσέχω περισσότερο.

Τα θηρία. Θα μυρίσουν το αίμα. Ρέει απ’ την πληγή στο στήθος σου -πώς άνοιξε αυτή η πληγή, πότε και γιατί; Με κοιτάζεις με κείνο το θλιμμένο σου βλέμμα, σαν να περίμενες να ξέρω πώς. Όμως εγώ… Πού ήμουν εγώ; Στη δουλειά, στο κυνήγι, μην είχα πάει τα παιδιά… Α, δεν έχει νόημα, δεν έχει νόημα να κατηγορώ τον εαυτό μου, το ξέρω. Κι όμως…

Το ‘λεγες πάντα. Φοβόσουν την ερημιά, την απομόνωση, δεν έπρεπε να συμβεί αυτό, χρέος μου ήταν να σε φροντίζω, να σε προστατεύω και να που σ’ έχω λαβωμένη στα χέρια μου. Τα θηρία παραμονεύουν, το ξέρω. Θα μυρίσουν το αίμα και το αίμα θα τα τραβήξει ως εδώ. Πρέπει κάτι να… Πρέπει.

Σκουπίζω το αίμα. Όχι με ύφασμα. Το ύφασμα θα ποτίσει και τότε…όχι, σκουπίζω το αίμα με τα χέρια, τα γυμνά χέρια μου. Ακούω ουρλιαχτά -δεν φανταζόμουν πως ήταν τόσο κοντά! Με κοιτάς τρομαγμένη καθώς φέρνω τα χέρια στο στόμα μου. Ορκίστηκα να σε προστατεύω και θα το κάνω.

Χωρίς δισταγμό. Γλείφω το αίμα, καθαρίζω τα χέρια με τη γλώσσα μου. Έχει μια γεύση…Κλείνεις τα μάτια και σφίγγεσαι πάνω μου. Τώρα ξέρεις ότι θα κάνω τα πάντα. Δεν θα επιτρέψω να… Δεν θα το επιτρέψω!

Δυο βδομάδες. Πάνε κιόλας δυο εβδομάδες που σε κρατώ. Τα θηρία δεν φάνηκαν -όμως τα νιώθω. Είναι κει έξω αναζητώντας ένα νέο θήραμα. Ποιος ξέρει πόσα απροστάτευτα πλάσματα δεν έγιναν βορά στα δόντια τους στο μεταξύ. Διψούν για αίμα. Το ξέρουμε κι οι δυο, όλος ο κόσμος το ξέρει. Το αίμα τα ερεθίζει, μόλις το μυρίσουν τρελαίνονται. Κι η πληγή σου… αυτή η πληγή που δεν λέει να κλείσει.

Βλέπω συχνά το ίδιο όνειρο. Είμαστε μόνοι, λέει, οι δυο σ’ αφιλόξενο δάσος. Γύρω μας, μάτια λαμπυρίζουν στο σκοτάδι. Παντού γύρω. Μικρές άλικες χάντρες, σταγόνες φωτιάς που αιωρούνται. Παντού όχι… Σε παίρνω στους ώμους, τρέχω στη μόνη κατεύθυνση που δεν βλέπω φωτιές, εκεί που το κομπολόι μοιάζει να διακόπτεται -ξάφνου σκοντάφτω. Κι ύστερα δεν σε κρατώ πια. Φωνάζω τ’ όνομά σου. Ουρλιάζω. Όχι. Είναι το δικό σου ουρλιαχτό. Και τρέχω. Κι εσύ ουρλιάζεις ξανά και ξανά, πλησιάζω, σε φτάνω, μα όχι, δεν είσαι εσύ, η φωνή που άκουγα δεν ήταν δική σου. Ήταν δική τους. Είμαι κυκλωμένος απ’ τις ανάσες κι από τα πύρινα μάτια τους και μια μυρωδιά που μου χτυπά στα ρουθούνια, όχι. Δεν… Φωνάζω. Δεν μπορεί, αυτή η μυρωδιά, αυτή η γλυκερή μυρωδιά απ' τα χαίνοντα σαγόνια τους, δεν μπορεί να ‘ναι, όχι…Όχι! Ξυπνώ μ’ εσένα στα χέρια μου. Κι αυτή είναι στ’ αλήθεια η μυρωδιά του αίματός σου. Δεν πρέπει να την μυρίσουν άλλα ρουθούνια, δεν πρέπει. Σκύβω αργά στο στήθος σου. Και πίνω αργά.

Σήμερα το είδα. Πλησίασε διστακτικά νομίζοντας ότι κοιμάμαι. Μόλις σήκωσα το κεφάλι, εξαφανίστηκε. Σίγουρα θα πάει να φέρει και τ’ άλλα. Μα δεν είναι αυτό που με ανησυχεί.

Η πληγή σου όσο πάει και βαθαίνει. Πότε έφτασε να χωράει το κεφάλι μου! Κι η φωνή σου…δεν θυμάμαι πότε άκουσα τελευταία φορά τη φωνή σου. Όμως φοβάμαι να κοιτάξω. Φοβάμαι να επιβεβαιώσω αυτό που μέσα μου ξέρω ήδη. Δεν άντεξες. Στάθηκες τόσο δυνατή κι όμως στο τέλος δεν άντεξες. Μα δεν θα τους αφήσω να σε πάρουν. Με οποιοδήποτε κόστος. Δεν θα εγκαταλείψω το κορμί σου στις ορέξεις τους. Συνεχίζω. Όλο και βαθύτερα.

Είναι γύρω μου. Δεν χρειάζεται να σηκώσω κεφάλι. Το ξέρω. Νιώθω την παρουσία τους. Μα δεν σταματώ. Έχω σχεδόν τελειώσει. Ακούω τη φωνή τους. Δεν είναι το ουρλιαχτό που φοβόμουν. Ένα τρομαγμένο κλαψούρισμα. Όταν ορθώνομαι, στο τέλος, τα βλέπω. Τρομαγμένα θηρία. Κάποιο μεγαλύτερο θηρίο προφανώς. Τους δείχνω τα ματωμένα δόντια μου απαιτώντας να μου ανοίξουν το δρόμο. Πρέπει να βρω ένα άλλο κρησφύγετο. Για τους δυο μας.



Edvard Munch, Weeping Nude

9 Μαΐ 2010

πίσω



Μοιάζει μ' αρχή μα, ξέρω, ειν' η κατάληξη.
Α, ποιος θα πει για πού τραβά ένας βίος!
Πόσες σκιές και πόση νύχτα μια κάποια άνοιξη
μες στη φωτιά φωτίζονται αιφνιδίως..

Σκηνές κλισέ μες στο καλειδοσκόπιο.
Να το παιδί! και πίσω του ο γάμος.
Κι αυτός ο χτύπος σαν καρδιά σε στηθοσκόπιο,
ο χρόνος που σκορπά καθώς η άμμος.


Της μοίρας νήματα, απλά που υφαίνονται!
Παιδιά, ναι, πάντα το 'θελα να έχω.
Νιάτα γεμάτα και ζωή κι όσα δεν φαίνονται
που υπήρξα κάποτε, όμως προτρέχω..

Θυμάμαι πίσω στο Πανεπιστήμιο
Τα "σούρτα-φέρτα" και τις εξετάσεις.
Έρωτες, δάκρυα, σινεμά και "να 'βρεις τίμιο",
που μου 'λεγες, "παιδί να τα ταιριάσεις"


Πιο πίσω. Πόθους και κρυφά αγγίγματα.
(Θυμάμαι και τον πρώτο μου, ένας βλάκας!)
Τις μύχιες σκέψεις, τις φοβίες, τα αινίγματα.
Θυμάμαι τα όσα είπα "ναι" της πλάκας.

Τις εκδρομές, το πρώτο μου ποδήλατο
και πώς φοβόσουν μάνα μην χτυπήσω.
Το σταυρουδάκι στο λαιμό που μου 'χες φυλαχτό,
τις κούκλες μου και πίσω, ακόμα, πίσω


μωρό στην κούνια που με είχε δείρει ο
πατέρας γιατί έκλαιγα κι ακόμα
θυμάμαι πίσω, μάνα, εκεί στο μαιευτήριο
"καλότυχο" που σου 'πε η νοσοκόμα.