21 Μαρ 2010

μην πυροβολείτε τους ποιητές


Ι. σε παλιό συμπολεμιστή

ti einai poihsh? με ρώτησε

ένας που χειρονομεί
μοναχός του

έχω μια τρύπα στο γόνατο

δυο λάμες στο γοφό από πτώση

παιδιά
καταθέσεις
ομόλογα

εργοδότη

ύστερα στραφηκε
στο χέρι του άστραφτε οργισμένη

μια πέτρα

αυτό
μου λέει
ειναι το ποίημα
κι εγώ
τινάζω την τελευταία του λέξη

μια καταιγίδα σωριάστηκε -ti perimeneis?

(τι περιμένω στ' αλήθεια;)

κεφάλια γλάρων
(τούτη η οικτρή μεταφορά)
μες απ' το χώμα πετάγονται
(μου μοιάζει με συμβιβασμό διαδίκων)

λίγο πιο κάτω

ποιο μάρμαρο αναρωτήθηκα

κι η νύχτα μαινόταν ήδη

αρμόζει στην ποίηση

σύντροφε λεγεωνάριε βρωμερέ
αδερφέ μου?



ΙΙ. η διακοπείσα συνδιάλεξη

στεκόμουν και κοίταζα τη ροδιά χωρίς να μπορώ τη ροδιά να μη σκέφτομαι (α, ναι, και το κοράκι που φτεροκοπά και που ακόμα δεν έμαθα να τ' ονομάζω)

πώς μου ζητάς
ό,τι έχω νιώσει
ό,τι έχεις νιώσει
ό,τι αγαπήσαμε
όλα δια μιας να διαγράψω

προς χάρην ποιας ιδίας φωνής
κι αν υποθέσουμε ακόμα πως όλο αυτό δεν ήταν παρά μία πρόφαση
για δεκαπέντε λεπτών δημοσιότητας
τις υποκλίσεις

πάλι και πάλι
ο κύκλος τέσσερα φωνήεντα τρόμο
θα 'κλεινε μέσα του
όπως η μέρα το σκοτάδι που τη θρέφει

tote, loipon, se ti xrhsimeyei h poihsh?
θα σηκωθεί να ρωτήσει κι εγώ
κι εσύ
κι η ροδιά και το πουλί
κι ο κύκλος με τα τέσσερα φωνήεντα
θα 'ναι ένα τραύμα -εκ νέου- σε αναμονή

μια συνδιάλεξη βίαια διακοπείσα



ΙΙΙ. ...πεθαίνουν και μόνοι τους

εδώ s' ετούτην
φωνές
έρημο
την

οι
pου
ακούς
δεν

ανήκουν

τα
λόγια
εκκλήσεις
οι
ta
σ' εμένα
αινίγματα
ή
δεν
σ' αυτούς
κατοχυρώνονται

anhkoun

κι ούτε
απευ8ύνονται
σε
ποτέ
κανέναν και
τπτ
λέγονται

ειλικρινά

απ' όσα
σου
δεn
λέω
για
λέγεται nα
ειπωθei

εικόνες: ν.εγγονόπουλος, αυτοπροσωπογραφία και s.dali, poesie d' amerique

3 Μαρ 2010

καθημερινά πράγματα




Πού είσαι; Γιατί άργησες να μ’ ανοίξεις; Έκλαιγες;

Απ’ τα κρεμμύδια.

Κρεμμύδια, ε; Τώρα θα δεις αληθινό κλάμα. Πού είναι η κόρη σου;

Η κόρη… μουου;

Η κόρη σουου… Γιατί δική μου αποκλείεται να ‘ναι. Για φώναξέ την.

Δεν είναι εδώ, αλλά δεν θ΄αργήσει.

…Όλο χάρη κι ευτυχία! «Δεν είναι εδώ, αλλά δεν θ΄αργήσει»… Και πίσω στην κουζίνα. Ούτε νοιάστηκε να ρωτήσει, να πει…

Τι θες, χριστιανέ μου, να στέκομαι σαν ηλίθια με τα κρεμμύδια στα χέρια ν’ ακούω τις αρλούμπες σου; Σ’ έμαθα πια… Κάθε φορά που μπαίνεις στο σπίτι, με την καλή την κουβέντα! Τι είναι αυτό;

Σαν τι μοιάζει;

Με κοροϊδεύεις; Έχω αφήσει το φαγητό στη μέση για να λύνω αινίγματα; Σα μηχανογραφικό έντυπο μοιάζει.

Συγχαρητήρια! Είναι το μηχανογραφικό της κόρης σου. Μόνο που δεν μπορώ να φανταστώ με ποιον την έκανες, γιατί δεν ξέρω κανέναν που να της μοιάζει στη βλακεία.

Τι λες άνθρωπέ μου, καταλαβαίνεις τι λες; Μέχρι χτες καυχιόσουνα, «η κόρη μου και η κόρη μου… από ποιον πήρε βέβαια; Απ’ το μπαμπά της!» Η αριστούχος! Τώρα, ξαφνικά, έγινε βλάκας;

Μόνο βλάκας; Πρωταθλητής βλακείας! Μακράν, εκτός συναγωνισμού! … Και πρώτα-πρώτα, από πού κι ως πού αριστούχος; Την πιάνει την Ιατρική; Δεν την πιάνει!

Άχου… είναι τρελός! Εσύ βρε δεν το ‘φαγες το κορίτσι να μπει στη Φαρμακευτική; Με το φαρμακείο του θείου Γιώργου και το φαρμακείο του θείου Γιώργου; Που δεν έχει παιδιά; Που είναι ευκαιρία; Τώρα μου θες Ιατρική;

Όχι βέβαια. Αλλά μη λέμε κι ότι θέλουμε! Από πού κι ως πού αριστούχος;

Καλέ, ο άνθρωπος το ‘χει χάσει! Ξέχασες τα ξενύχτια του κοριτσιού, την αγωνία με τις εξετάσεις; Μας έφαγες να μπούμε στη Φαρμακευτική, που να μη σώναμε, και πάλι δεν είσαι ευχαριστημένος;

Από τι να είμαι ευχαριστημένος, ρε Ψωνάρα; Που πιάνει τη βάση αλλά δεν την έχει δηλώσει; Αν είναι…

Κωνσταντίνε! Σου έχω πει χίλιες φορές! Με το… Τι πράμα; Τι δεν έχει δηλώσει;

Τι βλέπεις εδώ; Εδώ, στο μηχανογραφικό, για δες καλά.

Ε, τι; Είναι ασυμπλήρωτο.

Εμ, δεν είναι! Όπως βλέπεις, έχει σφραγιστεί κανονικά. Και έχει συμπληρωμένη ακριβώς μία επιλογή. Αριθμός! Μία!

Μη φωνάζεις μες στ’ αυτί μου, το είδα. Τι γράφει εδώ; Μοριακής… βιολογίας… και… γενετικής… Θρά… Θράκης;

Μάλιστα, Θράκης! Αλεξανδρούπολης! Τι έχεις να πεις;

Τι να πω; Τα ΄χω χαμένα. Η Μαρία το συμπλήρωσε αυτό;

Όπως βλέπεις… Μου το ‘δωσε ο Μαράτος, που είναι συνάδελφος και φίλος, εμπιστευτικά, μπας και το σώσουμε.

Δεν καταλαβαίνω. Καλά τη Φαρμακευτική, πες δεν την ήθελε, αλλά… στην Αλεξανδρούπολη;

Δεν την ήθελε; Πρώτη φορά τ’ ακούω. Αφού τα είχαμε συμφωνήσει μια χαρά.

Εσύ τα είχες συμφωνήσει και δεν άκουγες κανέναν. Εγώ στα ‘λεγα…

Τι μου ‘λεγες, ρε Ψωνάρα;

Μήτσου, κόψε το «Ψωνάρα», μη γίνουμε από δυο χωριά!

Μπα; Τ’ όνομά σου δεν είναι; Ντρέπεσαι για τ’ όνομα του πατέρα σου;

Φυσικά και όχι! Αλλιώς δεν θα το κρατούσα.

Ναι, αλλά πήρες και το δικό μου. Και στο σχολείο, κυρία Μήτσου σε ξέρουν τα παιδιά…

Από αγάπη στο μπαμπά μου και το ξέρεις! Δημήτρης Ψωνάρας, αλλά τον φωνάζανε Μήτσο.

Κι έτσι έγινες κυρία Μήτσου-Ψωνάρα. Όνομα και πράμα.

Είδες; Πάλι ειρωνεύεσαι! Τόση κακία πια με τ’ όνομά μου…

Ε μα, συγγνώμη, αν εμένα με λέγανε Βεατρίκη Μήτσου-Ψωνάρα, τι θα σκεφτόσουν;

Ότι παντρεύτηκα λάθος άνθρωπο… Που το σκέφτομαι έτσι κι αλλιώς. Κι αν θες να ξέρεις… η κόρη σου… τη Φαρμακευτική… ούτε απ’ έξω!

Ωραία! Μπράβο! Ποιος ξέρει τι συνομωσίες έχετε κάνει πίσω από την πλάτη μου. Βρε, ο αδερφός μου, πενηνταπέντε χρονών γεροντοπαλίκαρο χωρίς παιδιά, πού θα το αφήσει το φαρμακείο; Μέχρι να τελειώσει η Μαρία τη σχολή και να κάτσει λίγο δίπλα του να μάθει τη δουλειά, αυτός θα ‘ναι πια… Χάνονται τέτοιες ευκαιρίες;

Μωρέ, θα κάτσει λίγο δίπλα του ή… Άντε μην ανοίξω το στόμα μου!

Τι πράμα; …Όχι, να το ανοίξεις Βεατρίκη μου, να το ανοίξεις! Να καταλάβουμε κι εμείς οι αργόστροφοι.

Δεν θέλω να πω τίποτα, επειδή είναι αδερφός σου… Αλλά έχω δει πώς κοιτάζει το…

Το ποιο;

Το…



Τον κώλο της!

…Ευτυχώς που δεν είπες τίποτα.

Ε, και τόσον καιρό που το καταπίνω, τι κατάφερα; Το ‘φαγες το κορίτσι να γίνει φαρμακοτρίφτισα. Αφού δεν θέλει σου λέει…

Ωραία, λοιπόν, τώρα που έγινε το δικό σου, να τρέχεις στην Αλεξανδρούπολη να την πλένεις…

Το δικό μου; Τρελάθηκες Κωνσταντίνε; Ήθελα εγώ να πάει το κορίτσι μας στην εξορία, σ’ αυτή τη σχολή π’ ούτε ξέρω τι είναι; Δασκάλα της έλεγα να γίνει…

Α…

Γιατί, άσχημα είναι; Αμέσως διορίζονται. Κι ύστερα για μια γυναίκα υπάρχει καλύτερο; Δες εμένα…

Σε βλέπω…

Ε, τι, σου κακόπεσε που ‘χες τη γυναίκα απ’ τις μία στο σπίτι; Ούτε παραδουλεύτρα πλήρωσες ποτέ ούτε γκουβερνάντα… Κι εσύ, σαν καθηγητής, μη μου πεις; Βέβαια, ο μισθός είναι άστα να πάνε, αλλά με τα βραδυνά… Να αυτά της έλεγα, γιατί την έβλεπα που προβληματιζόταν.

Κι αφού της έλεγες αυτά, πώς βρεθήκαμε στην Αλεξανδρούπολη; Μήπως τρέχει τίποτ’ άλλο;

Τι άλλο;

Γκομενοδουλειά…

Αποκλείεται, μάνα της είμαι θα το ‘ξερα.

Είσαι σίγουρη; Αν έχει πάρει την πονηριά σου…

Τι λες καλέ; Εκατό χρονώ η αλεπού… αποκλείεται σου λέω! Α, να, ήρθε, δεν στο ‘πα ότι δεν θ’ αργήσει;

Για μένα λέγατε;

Για σένα… Για σένα…

Και τι ύφος είναι αυτό; Γιατί με κοιτάτε έτσι;

Γιατί την κοιτάμε έτσι, Βεατρίκη;

Το μηχανογραφικό μου! Πώς βρέθηκε εδώ;

Το μηχανογραφικό σου; Από πού κι ως πού; Αυτό έχει ήδη κατατεθεί, βλέπεις; Μου το ‘δωσε ο Μαράτος σφραγισμένο.

Ο κύριος Μαράτος δεν είχε κανένα δικαίωμα!

Μήπως ξεχνάς πως είσαι ακόμα ανήλικη και πως είμαι ο κηδεμόνας σου;

Κορίτσι μου…

Μαμά, σε παρακαλώ, μη με κοιτάζεις μ’ αυτό το ύφος… Ωραία, δήλωσα την Αλεξανδρούπολη, αυτή η σχολή μου άρεσε, δικαίωμά μου δεν είναι;

Δικαίωμά σου; Δικαίωμά σου είναι να κοροϊδεύεις τους γονείς σου; Εσύ δεν μου ‘λεγες πως θες την παιδαγωγική;

Το σκεφτόμουν…

Τι το σκεφτόσουν, παιδί μου, εσύ το ‘χες για σίγουρο! Δυο βήματα απ’ το σπίτι μας…

Κι ύστερα, ο θείος…

Σταμάτα Κωνσταντίνε. Μαρία, πουλάκι μου, εσύ είσαι έξυπνο κορίτσι και λογικό. Πώς θα πας στην Αλεξανδρούπολη; Ποιος θα σε φροντίζει;

Κι εξάλλου ο θείος…

Μαμά, δεν είμαι μωρό! Ξέρω μια χαρά να φροντίσω τον εαυτό μου. Εδώ πρόκειται για το μέλλον μου…

Μα, ακριβώς…

Τόσα χρόνια κατασκήνωση, την τελευταία φορά ομαδάρχισα, μην το ξεχνάς!

Καλέ, τι σχέση έχει η κατασκήνωση;

Συγγνώμη, εγώ μπορώ να μιλήσω;

Τι να μιλήσεις, Κωνσταντίνε; Για να μας αρχίσεις πάλι τις βλακείες με το θείο Γιώργο; Άσε μας τις γυναίκες να τα βρούμε.

Πάει… Το διαλύσαμε.

Μην αρχίσετε πάλι να τσακώνεστε, σας ικετεύω! Την απόφασή μου την πήρα και δεν την αλλάζω. Και πολύ κακώς που σας το είπε ο υποδιευθυντής. Δεν σας είπα τίποτα γιατί θα με πρήζατε.

Θα σε πρήζαμε;

Ενώ τώρα νομίζεις ότι θα περάσει έτσι…

Κωνσταντίνε, μη μου σπας τα νεύρα! Άσε με να μιλήσω με την κόρη μου!

Πατέρα, μάνα, επιτέλους! Δώστε μου το μηχανογραφικό!

Ποτέ!

Ωραία –κι εγώ τότε θα καταγγείλω το σχολείο ότι μου άλλαξε αυτά που δήλωσα!

Αγύριστο κεφάλι!

Πεισματάρα! Ο θεός να σε φυλάει!

Από ποιον πήρε άραγε;

Τι θέλεις να πεις Κωνσταντίνε; Υπονοείς κάτι;

Θα με τρελάνουν! Μέχρι την τελευταία στιγμή θα με τρελαίνουν! …Δεν μπορείτε απλά, μια φορά, να σεβαστείτε την επιλογή μου; Να καταλάβετε ότι για να κάνει μια τέτοια επιλογή η κόρη σας, κάποιο λόγο θα είχε; …Κάποιο λόγο που μου είναι όμως πολύ δύσκολο να σας τον εξηγήσω.

Να μας τον πεις, παιδί μου, γονείς σου είμαστε… Θέλεις, κοριτσάκι μου, να τον πεις μόνο σε μένα;

Βεατρίκη!

Όχι, θα τον πω και στους δυο σας, να τελειώνουμε! Λοιπόν… υπάρχει κάποιος…

Το πα! Το πα, που να μην το λεγα!

Είναι καλά;

Μωρέ, για τα ανίατα είναι, αλλά ας τον αυτόν και λέγε! Υπάρχει κάποιος…

… που τον αγαπούσα πολύ κι ακόμα τον αγαπώ…

Σκάσε, Κωνσταντίνε!

…αλλά η σχέση έχει φτάσει σε αδιέξοδο. Πρέπει να μάθω να ζω μακριά του. Έστω και προσωρινά.

Και γι’ αυτό πρέπει να ξενιτευτείς; Το δρόμο σου και το δρόμο του.

Δυστυχώς, μένουμε στον ίδιο δρόμο.

Τι, είναι απ’ τη γειτονιά; Εκείνος ο χαμένος ο Μενέλαος με το ντάπα-ντούπα;

Τι λες ρε μπαμπά;

Μη μου πεις… όχι! Αυτό όχι!... Ο … αυτός ο σαχλός, ο γιος της περιπτερούς, που βριστήκαμε…

Που τον έβρισες θες να πεις… Εκείνος μόνο μπάρμπα που σε είπε… Όχι, μην κουράζεστε, δεν μένουμε απλά στον ίδιο δρόμο, αλλά και στο ίδιο σπίτι. Εσένα εννοώ μπαμπά… κι εσένα μαμά… Σας αγαπώ, αλλά δεν σας αντέχω.

Δεν …μας αντέχεις;

Δεν αντέχω πια την καταπίεσή σας και δεν αντέχω τους καυγάδες σας, τις τσιρίδες, τα Ψωνάρα! Και τα Μήτσου! και «πώς τον λεν τον πατέρα σου» και «πώς τον λεν τον δικό σου» και «η Μαρία αυτό» και «η Μαρία εκείνο» και ξενύχτισε και πού γυρνούσε και «θα γίνει αυτό που θέλω εγώ!», «όχι θα γίνει εκείνο που θέλω εγώ!», δεν μπορώ άλλο, πνίγομαι, έχω κι εγώ φτερά και θέλω να τ’ ανοίξω!





Κοριτσάκι μου…

Μικρή μου…

Η σχολή είναι μια χαρά, τη γουστάρω πολύ μην ανησυχείτε… Μέτρησε βέβαια και το γεωγραφικό. Όσο πιο μακριά, τόσο πιο καλά.

Και… το φαρμακείο;

Κωνσταντίνε, είσαι εκτός κλίματος!

Δεν μου πάει, μπαμπά. Με το θείο Γιώργο είμαστε φίλοι και τον αγαπώ πολύ, αλλά…

Ωραίο φίλο διάλεξες…

Βεατρίκη!

Ε, τι; Μεγάλη κοπέλα είναι, να μην ξέρει τι της γίνεται;

Μαμά, υπονοείς κάτι;

Αθώο μου κορίτσι, τίποτα δεν έχεις καταλάβει;

Τι να καταλάβω;

Αθώο μου κορίτσι!

Μαμά, τι ιδέες σου μπήκανε πάλι;

Μωρέ, μακάρι να ήταν ιδέες δικές μου. Όλη η γειτονιά το συζητά. Δεν έχεις υποψιαστεί τίποτα για το… θείο σου;

Ο θείος μου είναι ο καλύτερος άνθρωπος του κόσμου και σε παρακαλώ ν’ αφήσεις τα υπονοούμενα και να πεις τι εννοείς.

Βεατρίκη…

Σταμάτα, Κωνσταντίνε, μόνη της θα πάει να μείνει, πρέπει να ξυπνήσει λίγο. Να, παιδί μου, ο θείος σου ο Γιώργος έχει έναν ιδιαίτερα, πώς να το πω, επίμονο τρόπο να κοιτάζει τα…

Λες που καρφώνεται στα βυζιά μου; Το ‘χω πιάσει από καιρό. Φαίνεται πως του αρέσουν.

Α, και στα, χμμ, βυζιά λοιπόν!

Μωρέ μπράβο αθωότητα!

Γιατί, εσύ τι εννοούσες;

Ε, τα, χμμ, οπίσθιά σου παιδί μου.

Τον κώλο μου; Ε, αυτά τα βλέμματα δεν μπορώ να τα πιάσω. Φαίνεται, θα του αρέσει κι αυτός.

Παραξυπνημένη τη βρίσκω…

Εντάξει, πλάκα κάνω. Εγώ του έχω πει να τα κοιτάζει. Για ξεκάρφωμα.

Μαρία, δε μου τα λες καλά! Τι τρέχει με το θείο σου;

Τι τρέχει; Εσείς δεν έχετε πιάσει τίποτα;

Σαν τι να πιάσουμε;

Μου ‘χε ζητήσει να σας βοηθήσω κάποια στιγμή να καταλάβετε…

Να μας βοηθήσεις;

Στο κάτω-κάτω, ίσως τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή. Μιας που αρχίσαμε τις αποκαλύψεις. Μαμά, μπαμπά…

Μαρία…

Ξέρετε γιατί δεν παντρεύτηκε ποτέ ο θείος; Γιατί απλούστατα…

…απλούστατα…

…δεν του αρέσουν οι γυναίκες.

Ε, καλά! Σε ποιον αρέσουν;

Κρυάδες!

Δεν εννοώ αυτό, μπαμπά. Εννοώ ότι, πώς το λένε… το πάει το γράμμα. Καταλάβατε; Το μαστιγώνει το δελφίνι. Πάλι δεν καταλάβατε. Ο θείος Γιώργος είναι γκέι. Αυτό το καταλάβατε;





ΜΠΡΑΒΟ ΠΑΙΔΙΑ! ΚΑΝΟΥΜΕ ΔΕΚΑ ΛΕΠΤΑ ΔΙΑΛΛΕΙΜΑ ΝΑ ΕΤΟΙΜΑΣΤΟΥΝ ΟΙ ΚΑΜΕΡΕΣ ΚΑΙ ΠΑΜΕ ΓΥΡΙΣΜΑ.

Κυρία Βεατρίκη Μήτσου-Ψωνάρα! Τα σέβη μου!

Άντε ρε μυξιάρικο κοφ’ το δούλεμα! …Πάντως, αυτό το επεισόδιο παιδιά θα πάει άπατο. Πολύ πλήξη! Ευτυχώς που το σώζει στο τέλος. Τώρα όλοι θα περιμένουν το επόμενο, να δούνε φάση με θείο Γιώργο.

Ναι, ναι. Το σώζει!

Ε, μα τώρα, είπαμε, οικογενειακές καταστάσεις και λοιπά, ντάξει ο κόσμος γουστάρει ν’ ακούει την Ψωνάρα να βρίζεται, αλλά πέραν τούτου (πώς το μιλάω! Παραδέχεσαι;) πέραν τούτου τι περιμένει ν’ ακούσει; Καθημερινά πράγματα! Κώλο, βυζί, κέρατο, ξεφώνημα.

Τα είπες όλα!

Το ‘σωσε. Βέβαια!

Όχι, «με πνίγετε» και «τα φτερά μου» και «το μηχανογραφικό μου» και «το παιδί στην εξορία» και κουραφέξαλα! Μα πού γίνονται αυτά;

πάνω σε μια ιδέα του φίλου Μανώλη Σ.

23 Φεβ 2010

η μολότωφ




Δεν πάνε στο διάολο όλοι τους!

Τι έπαθες πάλι;

Περικοπές, περικοπές, περικοπές! Με τι νομίζουν ότι θα ζήσει ο κόσμος;

Σιγά μην τους νοιάζει!

Μωρέ, τους νοιάζει! Αλλά δεν τολμάνε… πού να τολμήσουνε!

Να τολμήσουνε τι;

Να τα βάλουν με τα συμφέροντα, βέβαια! …Μωρέ ας ήμουνα εγώ υπουργός… Με κάνεις μια μέρα υπουργό; Μια μερούλα μόνο. Ίσα να κόψω μερικούς κώλους!

Όπα ρε άντρα!

Γυναίκα, κάνε μου τη χάρη!

Ποια χάρη να σου κάνω; Όποτε πιάσεις την εφημερίδα, το ίδιο βιολί!

Γιατί όποτε πιάσω την εφημερίδα, τα ίδια σκατά! Έχεις δει εσύ ποτέ την εφημερίδα να γράφει «αυξήσεις μισθών, συντάξεων, κοινωνικών δαπανών»; «Μείωση της εγκληματικότητας», «μείωση της ανεργίας»; Έχεις δει; Όχι, πες μου, αν έχεις δει, ν’ αφήσω το βιολί, να πιάσω την καραμούζα.

Μμμ, χιούμορ!

Χιούμορ, κυρία μου, χιούμορ. Γιατί αν δεν το ρίξουμε και λίγο στην τρελή… θα τρελαθούμε! Δεν είναι κόσμος αυτός, δεν είναι κοινωνία αυτή! Κοίτα δω, κοίτα! Τα ματ να βαράνε γέρους ανθρώπους. Εμ, αυτούς μπορούν, αυτούς δέρνουνε. Όταν κατεβαίνουνε τα τσογλανάκια και σπάνε και βρίζουνε «γουρούνια, δολοφόνοι», οι κυρίες κουνάνε τον…

Ωχου, με ζάλισες μεσημεριάτικα! Θα ‘ρθει και το παιδί σε λίγο.

Και που θα ‘ρθει, δηλαδή, τι θα γίνει; Μην ακούσει τον πατέρα του να εκφράζεται χυδαία; Σιγά τα ωα! Έχουν αυτοί μια γλώσσα! Αλλά μόνο για τα κοκορέματα. Να ‘ρθει ν’ ακούσει! Όταν σε πνίγει η αγανάκτηση… Γροθιά στο μαχαίρι! Αυτό χρειάζεται, κυρία μου! Γροθιά!

Άντε λοιπόν…

Τι …άντε λοιπόν;

«Περικοπές» δε λες; Εκεί, που μας την κουνάς τόση ώρα, «περικοπές» δε λέει; Ιδού το μαχαίρι, ιδού και η γροθιά, δωσ’ τηνε λοιπόν, γιατί δεν τη δίνεις;

Γροθιά, είπα; Με συγχωρείτε, φωτιά ήθελα να πω. Τι κουνάς το κεφάλι σου, μας τη λες δηλαδή, δεν κατάλαβα! Εγώ θα τη δώσω τη γροθιά; Αυτοί που έχουνε τη δύναμη, την εξουσία. Γι αυτό τους ψηφίζω… Κοιτα δω να δεις, κοίτα δω! Αμ, οι δικαστές; Τι σου λένε οι δικαστές; Ε, ρε, βούρδουλας που σας χρειάζεται! Η διαπλοκή, της διαπλοκής, την διαπλοκή, ω κουκούλωμα! Τόσα σκάνδαλα, είδες να πληρώνει κανείς; Να τα λεφτά του κοσμάκη! Κακοτεχνίες, ρεμούλες, λαδώματα! …Ω, ω, οι τελωνειακοί μάλιστα! Τώρα μάλιστα! Μου θέλουν κι απεργία! Τελωνείο, εφορία, πολεοδομία! Το τρίπτυχο της διαφθοράς! Όλο το λάδι της Καλαμάτας δε φτάνει! Κοίτα δω ξεφτίλα, σιχαίνεσαι να γυρίσεις σελίδα!

Ναι, η σελίδα σου βρωμάει! Όταν ήσουνα στην επιτροπή… τότε με τους ελέγχους… ποιος τα κουκούλωσε τότε, οι δικαστές;

Τους ελέγχους; Ποιους ελέγχους; Με τα γάλατα; Αφού ο Κανελλόπουλος…

Ρίξ’ τα πάλι στον Κανελλόπουλο! Ο Κανελλόπουλος πήρε το καλαματιανό και τα γύρισε… εσύ τι πήρες μου λες;



Ε; τι πήρες;

Ωωωχ! Τι πήρα και τι πήρα! Κι εσύ τώρα, δηλαδή, τι θέλεις ρε κοπέλα μου, να με σκάσεις; Με σκάνε αυτοί, να με σκάσεις κι εσύ; Αφού είναι προϊστάμενός μου! Κι όχι οποιοσδήποτε προϊστάμενος… Ο Κανελλόπουλος! Ξέρεις τι δόντι έχει αυτός; Ούτε υπουργός δεν τον κουνάει.

Μπα; Τι σόι δόντι ειν’ αυτό;

Αφού σου λέω! Ολόκληρος υπουργός κι έκανε μόκο. Και θες να μιλήσω εγώ;

Δεν ξέρω. Κάτι για γροθιές άκουσα…

Γροθιές, μάλιστα… αλλά εκεί που μας παίρνει. Με σύνεση, με στρατηγική. Πω, πω, εδώ να δεις… κοίτα τι γίνεται πάλι με τους μετανάστες! Τι να πούνε κι αυτοί οι έρμοι… Άλλα λαδώματα εκεί πέρα! Πού να το βρούνε, ρε ζώα, οι άνθρωποι το λάδι, αφού τους το ‘χετε βγάλει όλο στις οικοδομές σας και στα χωράφια σας;

Πες τα χρυσόστομε!

Τι σημαίνει πάλι αυτό; Άλλη κακία;

Εγώ κακία; Απλά θυμήθηκα κείνον τον κακομοίρη το Μπενάι, που σε παρακαλούσε να τον δηλώσεις για την άδεια παραμονής…

Τον Μπενάι; Ποιον Μπενάι;

Α, ούτε τ’ όνομά του δεν ξέρεις;

Ποιον, τον Αλβανο που… ;

Ναι, τον Αλβανο που… Που μας έβαψε το σπίτι. Τον πατέρα της Βίλμας.

Ποια είναι πάλι αυτή;

Το κορίτσι του γιου σου είναι Τάκη μου, το κορίτσι του γιου σου.

Τα ‘χει ο γιος μου με Αλβανή;

Καλέ πια Αλβανή; Εδώ έχει μεγαλώσει το κορίτσι, συμμαθητές είναι.

Τα ‘χει με Αλβανή. Και μου το κρύβατε.

Στο κρύβαμε; Δεν είμαστε καλά. Τόσες φορές το ‘χεις δει το κορίτσι. Έπειτα… εσύ δεν είσαι ρατσιστής.

Δεν είμαι, βέβαια. Αλλά ο Τηλέμαχος είναι μικρός, τι θέλει να μπλέξει με δαύτους;

Α, μάλιστα.

Και, μιας που τον ανέφερες, πού είναι ο μικρός; Δεν έπρεπε να ‘χει έρθει;

Ε, νέο παιδί είναι, αργεί καμιά φορά.

Ακριβώς, επειδή είναι παιδί, χρειάζεται να το ΄χεις από κοντά. Πολλά συμβαίνουν… Φτου σου, πούστη! Να, να, τι σου λέω; Κοίτα να δεις τα κωλόπαιδα! Τα σπάσανε πάλι. Τι σου ‘λεγα; Την αστυνομία την έχουνε μόνο να βαρά τα γεροντάκια και τους απεργούς. Κοίτα δω τα τσογλάνια, σπάσαν τ’ αυτοκίνητα του κοσμάκη. Αναρχικοί σου λέει! Εκεί που χέσαν οι αναρχικοί…

Ωχ, ξύπνησε ο Μπακούνιν…

Ρε ποιος Μπακούνιν μου λες; Να μου σπάσουν εμένα τ’ αυτοκίνητο; Θα τους σπάσω το κεφάλι!

Α! Mπράβο ρε, στα παιδιά σου; Αν σου ‘σπαγε ο Τηλέμαχος τ’ αυτοκίνητο, θα του ‘σπαγες το κεφάλι;

Τα παιδιά μου; Ο Τηλέμαχος; Τι λες τώρα; Κάνει τέτοια ο Τηλέμαχος;

Όχι, βέβαια, το παιδί.

Α, «όχι βέβαια το παιδί»! Φυσικά και όχι βέβαια το παιδί. Γιατί είναι παιδί δικό μου, όχι του Κανελλόπουλου… Ελπίζω.

Τι σχέση έχει πάλι ο Κανελλόπουλος;

Τι σχέση; Ξέχασες πέρσι που πιάσανε το γιο του με την κουκούλα; Που πετούσε πέτρες; Δεν ξέρει τι έχει και τα σπάει με τις πλάτες του μπαμπά. Έτσι είμαι κι εγώ αναρχικός! Είμαι κι εγώ αντιεξουσιαστής έτσι. Τι νομίζεις πως είναι όλ’ αυτά τα κωλόπαιδα; Παιδιά πλουσίων και λαμόγιων. Που διδαχτήκανε ασυδοσία απ’ την κούνια τους. Την ηθική της ζούγκλας, το ου συλληφθείς! Ο γιος μου, τι σχέση έχει ο γιος μου; …Ποιος χτυπάει τις πόρτες;

Αυτός είναι. Ήρθε.

Ήρθε και θα γκρεμίσει το σπίτι;

Μη μου μιλάτε, θα σκάσω. Θα κάνω φόνο, φωτιά θα τους βάλω.

Τι έγινε Τηλέμαχε; Για να σε δω!

Τι έγινε, παιδί μου; Τι έχεις;

Ό,τι θέλω έχω! Θα σκάσω σας λέω, μη μου μιλάτε! Δεν είναι κόσμος αυτός, δεν είναι κοινωνία αυτή. Φωτιά χρειάζεται, στάχτη να γίνουνε στάχτη!

Ωχ, άρχισε τα καλά του πατέρα του.

Άσ’ τονε, θα ηρεμήσει. Άρχισε να γίνεται άντρας. Τη βλέπει την κατάντια, δεν την βλέπει;

Μα αυτός είναι ήρεμο παιδί. Δεν είδες πώς γυάλιζε το μάτι του; …Και σα βουρκωμένο… σα να ‘χε κλάψει.

Δεν είναι τίποτα, σου λέω! Η εφηβεία… Κι εγώ στην ηλικία του… Έλα δω! Πού πας με τη βενζίνη;

Να κάψω το σχολείο. Θα φτιάξω μολότωφ!

Αχ, Παναγιά μου, τι με βρήκε πάλι. Έλα δω παιδί μου, στάσου να μιλήσουμε.

Ένα μπουκάλι… χρειάζομαι ένα μπουκάλι…

Καλέ! Τι κάνεις εκεί, τι γεμίζεις εκεί πέρα; Ααα! Για στάσου σε παρακαλώ! Να ‘χουμε άλλα… Φέρε εδώ το μπουκάλι!

Ναι, παιδί μου, δεν λύνονται τα προβλήματα με τις φωτιές.

Τότε να πας εσύ, μπαμπά. Να πας να τους κάνεις μήνυση!

Μήνυση; Σε ποιους;

Στο λυκειάρχη, στο γυμναστή, σε όλους! Και στο Δημοσθένη.

Ποιο Δημοσθένη; Γιατί να κάνω μήνυση;

Για τη σημαία! Τρεις μου την τραβούσανε να μου την πάρουν! Θέλανε να τη δώσουνε σ’ αυτόν. Στο Δημοσθένη!

Τι λες! Και δεν είναι αυτός ο καλύτερος, ε; Τι σου ‘λεγα; Αναξιοκρατία! Διαπλοκή… Μέχρι και στα σχολεία!

Φυσικά! Επειδής είναι ο πατέρας του δεν ξέρω τι, του βάζουνε τους βαθμούς χαριστικά! Πώς έβγαλε δεκαεννιά ο άσχετος, π’ ούτε μια εξίσωση δεν ξέρει να λύσει αν δεν του την κάνουνε στο φροντιστήριο!

Κι έβγαλε δεκαεννιά, ε; Αλλά εσύ έβγαλες παραπάνω.

Εγώ; Όχι βέβαια. Δε μιλάμε για μένα.

Αλλά;

Για τη Βίλμα! Δεκαεννιά και τρία! Κι αυτό από αδικία…

Τη Βίλμα; Ποια Βίλμα;

Τη Βίλμα Μπενάι, το κορίτσι μου. Αυτή έπρεπε να σηκώσει τη σημαία!

Η Αλβανή;

Ποια Αλβανή; Ο πατέρας κι η μάνα της είναι Αλβανοί, όχι αυτή! Το ‘πε κι ο Ισοκράτης! Κι απ’ το μαλάκα το Δημοσθένη τα ελληνικά τα μιλά πολύ καλύτερα, αν θες να ξέρεις!

Και τελικά; Σου την πήρανε;

Σιγά να μην την παίρναν! Την άφηνα εγώ; «Ασ’ τη σημαία, Παράσχο, γιατί θα φας αποβολή που θα ‘ναι όλη δικιά σου!» Ακούς μπαμπά;

Οπότε την άφησες…

Όχι, βέβαια. Τι θα πει αποβολή; Έκανα κανένα παράπτωμα; Να ‘σκυβα το κεφάλι δηλαδή, να γινόμουν συνεργός στην αδικία; Έτσι δεν έλεγες πάντα, μπαμπά; «Όχι, κύριοι! Συνεργός, όχι!»

Σε ποιους το ‘λεγε ο μπαμπάς σου αυτό, καμάρι μου; Ποιοι ήταν αυτοί οι «κύριοι»;

Πού να ξέρω, ρε μαμά; Σάματις τους έβλεπα; Κάποιους εννοούσε…

Α, «κάποιους» εννοούσε…

Τελικά, πώς σου την πήρανε τη σημαία; Γιατί εδώ, βέβαια, σημαία δεν έφερες.

Στο τέλος, ήρθε κι ο επιστάτης. Μ’ άρπαξε από δω, κόντεψε να μου σκίσει τα ρούχα. «Ασ’ την κάτω», μου λέει, «μαλακισμένο, μη σου κόψω τα χέρια»! Ακούς μπαμπά;

Ε, δεν τον άφηνες να στα κόψει, να δούμε θα στα ‘κοβε;

Να πας να τον βρίσεις, μπαμπά. Να του κάνεις μήνυση! Όπως έκανες στον άλλο, που σου ‘χε πει…

Τι του ‘χε πει; Πότε έκανες μήνυση;

Σταμάτα εσύ, προσπαθώ να βγάλω άκρη… Τι μήνυση θα κάνω παιδί μου; Που σε είπε μαλακισμένο; Ή που σε τραβούσε; Με τι στοιχεία; Θες να σε σταμπάρουνε κι ύστερα να τρέχω κάθε φορά να παρακαλάω;

Να παρακαλάς; Ποιος είπε να παρακαλάς; «Θα ‘ρθει ο μπαμπάς μου να σας κάνει μήνυση», τους είπα. «Θα το φυσάτε και δεν θα κρυώνει.»

Κι αυτοί, τι σου είπανε;

Χεστήκαν πάνω τους, ασφαλώς.

Καλλιόπη, άσε τα καρφιά και τις ειρωνίες! Σε παρακαλώ πολύ!

Τι παρακαλείς, Τάκη μου, μια ζωή παρακαλείς! Πήγανε να κόψουνε τα χέρα του γιου σου κι εσύ μας παρακαλείς. Λόγια, λόγια, μια ζωή στα λόγια…

Του τα κόψανε, κυρία μου; Βλέπεις εσύ κανένα κομμένο χέρι; Τι να πάω να τους πω δηλαδή;

Άρα, να κάνουμε το μαλάκα… Άλλη μια φορά. Το μαλάκα!

Και τι θες να κάνουμε, ρε συ Καλλιόπη, επανάσταση; Εμπρός στα όπλα, μας πήραν τη σημαία;
Δεν είναι η σημαία, το θέμα και το ξέρεις. Είναι η αδικία. Σήμερα η σημαία, αύριο κάτι άλλο. Έτσι μαθαίνεις να τρως τις καρπαζιές.

Εγώ, δηλαδή, τρώω καρπαζιές έτσι; Αυτό θες να πεις. Τρώω, καρπαζιές. Επειδή προσπαθώ να είμαι ρεαλιστής.

Αν θες ρεαλισμό, τότε να ‘σαι ρεαλιστής και στα λόγια. Τ’ ακούς; Και στα λόγια. Όχι να του φουσκώνεις τα μυαλά. Κι αν θες να ξέρεις αυτός ο ρεαλισμός που λες είναι για τους ψόφιους. Γι αυτούς που δεν διεκδικούνε ποτέ τίποτα. Άλλοι, έχουν φωνή και την υψώνουν. Κι άμα παίρνεις ποτέ και καμιά αυξησούλα, χάρη σ’ αυτούς την παίρνεις!

Να πας να βρεις αυτούς τους άλλους, λοιπόν! Τ’ ακούς; Να πας να τους βρεις!

Τάκη, μη με προκαλείς… Γιατί έτσι και το πω, εγώ, το ‘κανα!

Άντε, λοιπόν! Μπορεί να βρεις κανέναν να στο κάνει και καλύτερα.

Αυτό, σίγουρα!

Τους είδαμε τους λεβέντες που λες. Σπάσαν τα κεφάλια τους ένας-ένας. Πήρανε φόρα να γκρεμίσουν το ντουβάρι και σπάσαν τα κεφάλια τους. Άμα θέλω ντουβάρια να ξεθυμάνω, έχω και σπίτι μου. Εκεί ξεθυμαίνω εγώ… σε σένα και στα ντουβάρια του σπιτιού μου. Τέλος! … Κι ύστερα τώρα εσύ τι θέλεις; Στην πήρανε τη σημαία, τελείωσε, καταλαβαίνεις; Τι θέλεις, να μας γράψουν οι εφημερίδες, για χάρη της φίλης σου της Αλβανής; Στο κάτω-κάτω, αν ήθελες κι εσύ να ξεθυμάνεις, ας έριχνες μερικές αυτού του… πώς τον είπες;

Του Δημοσθένη; Του ‘ριξα, βέβαια! Δυο δόντια του έσπασα.

Τι έκανε λέει; Τρελάθηκες; Εγώ γι’ αστείο το ‘πα… Ω, ρε, τι έπαθα…

Τι έπαθες, Τάκη μου; Γροθιές δεν ήθελες; Αυτά έχουν οι γροθιές…

Ρε, δεν αφήνεις το κήρυγμα; Καταλαβαίνεις τι έκαν’ ο γιος σου;

Τι να ‘κανα, ρε μπαμπά; Να κάθομαι να τις τρώω;

Να τις τρως; Τι έφαγες δηλαδή; Από ποιον τις έφαγες;

Απ’ τον επιστάτη. Αλλά κι απ’ τους άλλους. Τι σου λέω τόσην ώρα, ότι με τραβούσανε. Κοίτα την πλάτη μου…

Χριστέ μου! Κοίτα την πλάτη του παιδιού!

Αμ, τα μαλλιά! Τούφες μου ξεριζώσανε!

Αλήθεια λέει! Κοίτα δω το κεφάλι του.

Α, έτσι μάλιστα! Τότε έχουμε αποδείξεις! Θα στους κανονίσω εγώ! Ντύσου, φύγαμε!

Πού πάμε;

Πού πάμε; Γροθιά στο μαχαίρι δεν ήθελες; Γροθιά στο μαχαίρι! Κάνανε μεγάλο λάθος να τα βάλουν μαζί μου. Το δικό μου το παιδί ρε; Πω, πω… κοίτα τι σου κάνανε! Αμ, πες μου έτσι. Αυτά τα λένε απ’ την αρχή…

Θα τους δείξουμε τώρα μπαμπά, ε; Θα τους κάνεις μήνυση;

Μήνυση; Μηνύσεις! Να δούμε τώρα κύριε Δημοσθένη, πόσο μεγάλα δόντια έχει ο μπαμπάκας σου, που σου βάζουν τα δεκαεννιάρια…

Σιγά τα δόντια! Εγώ έσπασα του γιου, εσύ θα κανονίσεις τον πατέρα! Ε, μπαμπά; Να μάθει άλλη φορά να κάνει το μάγκα… «Ο μπαμπάς σου; Μήνυση; Στον πατέρα μου; Χα, χα, αφού είναι προϊστάμενός του βρε ζώον!» Ακούς το καθίκι;

Προϊστάμενος; Ποιος προϊστάμενος;

Ο πατέρας του Κανελλόπουλου… είναι λέει προϊσ…

Του Σταμάτη του Κανελλόπουλου; Το γιο του Κανελλόπουλου έδειρες;

Δυο δόντια του ‘σπασα! Του μαύρισα και το μάτι!

Ω, ρε πούστη τι πάθαμε!

Τι πάθαμε πάλι; Εγώ είμαι έτοιμη…

Έτοιμη…;

Δε μου πες να ντυθώ; Λοιπόν, ντύθηκα. Θα πάμε;

Πού να πάμε, ρε κορίτσι μου, πού να πάμε; Έδειρε το γιο του Κανελλόπουλου…

Δεν θα κάνουμε μήνυση; Η πλάτη του…; Τα μαλλιά του…;

Ποια μήνυση, με κοροϊδεύεις; Σε ποιον κόσμο ζεις; Δεν πάμε πουθενά. Αύριο θα τρέχω να παρακαλάω πάλι…

Κατάλαβα…

Τι λες μπαμπά; Αφού με χτύπησαν…

Ποιοι σε χτύπησαν, ρε μαλακισμένο; Τι δουλειά είχες εσύ με τις σημαίες; Για το πουτανάκι του Αλβανού; Τράβα στο δωμάτιό σου κι άσε με να σκεφτώ!

Τάκη!

Τι Τάκη και Τάκη! Αυτά δεν σου λέω συνέχεια; Είδες τι έγινε τώρα; Είδες τι έγινε;
«Θα τους κάψω, θα τους ράνω»… Μάζεψε τις βενζίνες, μην πάρουμε και καμιά φωτιά… Και το μπουκάλι, πού είναι το μπουκάλι;

Εδώ ήτανε, στο τραπέζι…

Ποιο τραπέζι; Τι κάνει πάλι, μπαίνει βγαίνει, θα μας γκρεμίσει το σπίτι; Δεν του είπα να πάει στο δωμάτιό του; Αυτός ξεπόρτισε;

Το μπουκάλι, Τάκη! Τάκη… το παιδί!




βασισμένο στην "κωμωδία" ΤΟ ΔΙΚΑΝΝΟ, του Κώστα Μουρσελά

8 Φεβ 2010

με τον τρόπο του Μ.Ε.


Για ποιους ανθρώπους τραγουδάς, θα με ρωτάνε
κι εμένα ο νους μου ένα κουβάρι απ’ το πιοτό
Πρόσωπα γύρω φιλικά θα με χτυπάνε
στην πλάτη κι άλλοι μ’ αγωνία θα με κοιτάνε
να ψάχνω κάπου μια γωνία για να κρυφτώ
μα δεν θα βλέπουν καθαρά τι μου ζητάνε


Για τους ανθρώπους που κοιμούνται αυτό το βράδυ
Για όλους εκείνους που μαζί μου ξενυχτούν
Γι αυτούς που κύλησε η ζωή τους δίχως χάδι
Που -γέροι πια- φοβούνται ακόμα το σκοτάδι
Γι αυτούς που δαίμονες βαθιά τους αλυχτούν
γιατί έχουν πάνω τους της νύχτας το σημάδι


Γι αυτούς που κρύβονται, που ζουν κουλουριασμένοι
Γι αυτούς τους λίγους πού ‘χω λόγο να κερνώ
Για τους πολλούς που 'ναι ουρανοί συννεφιασμένοι
Γι αυτούς που ξάφνου βλέπουν δεν τους απομένει
λόγος να υπάρξουν και βουτάνε στο κενό
Γι αυτούς που κλάψαν από αγάπη προδομένοι


Γι αυτούς που ζούνε σιγανά μα όλο φωνάζουν
Γι αυτούς που σκύβουν, που τα λόγια τους μασούν
Για τις γυναίκες και τους άντρες που στενάζουν
Π' όλο ζητούν τη διαφυγή κι όλο διστάζουν
στο ίδιο κρεβάτι είκοσι χρόνια που μισούν
για να ‘χουν λόγο κι αφορμή ν' αναστενάζουν



Pablo Picasso, El viejo guitarrista


πρωτοδημοσιευμένο στη σκακιέρα

3 Φεβ 2010

δείγμα δωρεάν




Καλησπέρα σας.

Καλησπέρα.

Ονομάζομαι Μελίνα Κελεσίδου. Κάνω διανομή δειγμάτων νέων προϊόντων και έρευνα αγοράς για λογαριασμό της Άλφα Ρισέρτς. Χρησιμοποιείτε βαφές μαλλιών;

Μάλιστα, χρησιμοποιώ.

Πολύ ωραία. Μπορώ να περάσω; Δεν θα σας απασχολήσω πολύ.

Βεβαίως. Πέρασε Μελίνα. Δεν σε πειράζει που σου μιλώ στον ενικό;

Καθόλου, ίσα-ίσα …Από εδώ; Δεν θα ενοχλούμε ελπίζω; Ω, με συγχωρείτε, παράλειψα να ρωτήσω. Είστε η κυρία του σπιτιού, έτσι;

Ε, ναι, βέβαια. Θα μου δώσεις βαφές;

Θα σας αφήσω ένα νέο προϊόν να το δοκιμάσετε και θα ξαναπεράσω, εγώ ή κάποια συνάδελφος, τον άλλο μήνα να μας πείτε τη γνώμη σας και να σας αφήσουμε κάποια ακόμα. Θα ήθελα όμως να μου απαντήσετε και σε μερικές ερωτήσεις, πολύ σύντομες.

Ρώτα με ό,τι θέλεις, δεν βιάζομαι. Το παιδί μόλις κοιμήθηκε κι ετοιμαζόμουν τώρα δα να φτιάξω ένα καφεδάκι. Να φτιάξω και για σένα; Πες μου μόνο πώς τον πίνεις.

Ε… μέτριο, ευχαριστώ. Μα μη σας βάζω σε κόπο!

Κανένας κόπος –κι εγώ μέτριο τον πίνω. Μ’ ένα μπρίκι θα φτιάξουμε δύο. Εσύ μπορείς να με ρωτάς εν τω μεταξύ.

Εντάξει, τότε. Πόσο συχνά βάφετε τα μαλλιά σας; Περίπου.

Ε… μια φορά το μήνα;

Ωραία. Τα βάφετε πάντα μόνη ή πηγαίνετε και στο κομμωτήριο;

Ε, πηγαίνω και κομμωτήριο.

Πόσο συχνά; Περίπου. Μια φορά τη βδομάδα; Μια-δυο φορές το μήνα;

Τόσο. Μια φορά το μήνα, άντε δύο…με την κρίση, ξέρεις… Δεν μας παίρνει για περισσότερα.

Έχετε δίκιο… Άλλα προϊόντα για τα μαλλιά; Χρησιμοποιείτε; Λακ, αφρούς, ζελέ;

Κάποιες φορές. Ορίστε τα καφεδάκια. Μάλλον σπάνια…

Αλήθεια; Κι έχετε πολύ ωραία μαλλιά… Ευχαριστώ. Μαλακτικές, μάσκες, κρέμες;

Ε, ναι. Χρησιμοποιώ όταν λούζομαι.

Αναγνωρίζετε κάποιες από αυτές τις φίρμες στην κάρτα;

Όλες!

Έχετε κάποια προτίμηση;

Ε, όχι… Όπως σας είπα δεν είμαι και τόσο τακτική. Βαφές τελευταία χρησιμοποιώ αυτές εδώ, αλλά θα δοκιμάσω και τη δική σας. Μ’ αρέσει να δοκιμάζω καινούργια πράγματα!

Ωραία. Εμ…και τώρα κάποιες ερωτήσεις που αφορούν το προφίλ του χρήστη. Με άριστα το δέκα, πόσο σημαντική θεωρείτε την εμφάνισή σας;

Συγγνώμη, δεν κατάλαβα.

Πόσο πολύ σας ενδιαφέρει η εμφάνισή σας. Αν δείχνετε ωραία, αν αρέσετε… Λίγο, μέτρια, πολύ;

Αρκετά… Για να είμαι ειλικρινής, πολύ θα έλεγα.

Δηλαδή, ας πούμε, οκτώ;

Εννιά… Εντάξει, δεν μου έχει γίνει και ψύχωση!

Μάλιστα. Εργάζεστε; Πόσο πολύ θεωρείτε ότι επηρεάζει η εξωτερική εμφάνιση την επαγγελματική σας καταξίωση. Μηδέν-καθόλου, δέκα-πάρα πολύ.

Πέντε.

Τις σχέσεις σας με το άλλο φύλο;

Εννοείτε με τον άντρα μου; Είμαι παντρεμένη γυναίκα!

Ε, ναι…αν θέλετε…

Επτά.

Αρκετά, ε;

Είμαι προσγειωμένη.

Μάλιστα. Και μια τελευταία. Πόσο σημαντικό ρόλο παίζει το σεξ στη ζωή σας;

Πολύ σημαντικό.

Μηδέν έως δέκα;

Εννιάμιση; Καλά, βάλε εννιά.

Ωραία. Τα δημογραφικά τώρα. Ηλικία; Κατηγορία εικοσπέντε-τριαντατέσσερα;

Κοπλιμέντο ήταν αυτό; Τι πάει μετά;

Τριανταπέντε-σαραντατέσσερα.

Μέσα είσαι.

Μόρφωση; Βασική, ανώτερη, ανώτατη.

Ανωτάτη. ΑΣΟΕ.

Επάγγελμα; Δείτε την κάρτα.

Δημόσιος υπάλληλος.

Και του κύριου εισοδηματία;

Μόρφωση-ανωτάτη, ελεύθερος επαγγελματίας. Σχολή οδηγών...

Κατηγορία εισοδήματος; Όλο το νοικοκυριό.

Δεν ξέρω ακριβώς… Τι λέει εδώ; Δέλτα;

Ωραία, πολύ ωραία… οδός Αθανάτου 124… Αυτό ήταν… τελειώσαμε. Να σας ζητήσω μόνο μια χάρη; Θα μπορούσα να πάω στην τουαλέτα;

Φυσικά. Η πρώτη πόρτα στο διάδρομο, δεξιά… Τον καφέ σου δεν τον ήπιες.

………………………………………………………………………………

Μου λέγατε κάτι; Δεν άκουσα;

Έλεγα για τον καφέ σου. Δεν τον ήπιες. Και μίλα μου αν θέλεις στον ενικό. Τώρα που γνωριστήκαμε… Με λένε Στέλλα.

Ευχαριστώ Στέλλα… μμμ, ωραίος καφές!

Τον έμαθα απ’ τη μάνα μου τη συχωρεμένη. Εκείνη μου ‘μαθε και το φλιτζάνι.

Το φλιτζάνι; Εννοείς… να λες τον καφέ;

Ε, ναι. Τώρα εσύ βέβαια, νέα κοπέλα, θα τα κοροϊδεύεις αυτά…

Όχι, καθόλου. Μου ‘χουν πει τα χαρτιά, αλλά τον καφέ… δεν ξέρω πώς γίνεται…

Θέλεις να δεις; Στάσου… Μήπως τον θέλεις;

Όχι, εντάξει, τον έχω πιει… Είμαι πολύ περίεργη…

Λοιπόν, στάσου να δω…περίμενε…εδώ είμαστε! Ωχ, βάσανο μεγάλο βλέπω…

Βάσανο; Τι βάσανο;

Αγαπητικό.

Τι ειν’ αυτό;

Ε, έτσι τους έλεγε η μάνα μου. Γκόμενο, παιδί μου, εραστή.

Α… Και το βάσανο πού το βλέπεις;

Να εδώ. Γυαλίζει το χρυσάφι στο δάχτυλο! Είναι παντρεμένος.

…Παντρεμένος;

Παντρεμένος. Δεν το ‘ξερες;



Τα ‘χεις φτιάξει με παντρεμένο;

Ε…όχι. Δηλαδή…

Έχει και παιδάκι…

Παιδάκι…

Ούτε κι αυτό το ‘ξερες; Να, εδώ είσαστε με το λεγάμενο…δρόμο βλέπω!



…Ταψί είναι τούτο εδώ; Όχι, μωρέ, τιμόνι…σ’ αυτοκίνητο είσαστε!

Στέλλα…

Εσύ οδηγείς κι αυτός κάθεται δίπλα σου… και κάτι σου δείχνει, τι σου δείχνει; Κάτι μακρουλό…

Κυρία Στέλλα…

Κεριά και λιβάνια! Στέλλα σου ‘πα να με λες. Τι, επειδή θα μπορούσες να ‘σαι κόρη μου; …Μα, τι σου δείχνει… ένα πράμα έτσι κάπως… το χέρι του είναι;…το γόνατό του; σα μοχλός…μα ναι, βέβαια… σου μαθαίνει να οδηγείς! Είναι δάσκαλος της οδήγησης! Να κοίτα, δες…ε; βλέπεις; Μα εσύ έχεις γίνει κάτασπρη! Θαρρείς και… κάτσε να σου φέρω λίγο νερό.

Κ…Καλά είμαι. Καλύτερα να φύγω…

Στην κατάστασή σου; Μην το συζητάς! Άλλωστε, θα έλθει σε λίγο.

Π…Πώς…

Πώς το κατάλαβα; Ο καφές, κορίτσι μου… ρουφιάνος μεγάλος!

Τι…Τι κρατάς εκεί;

Τι κρατάω; Νερό σου φέρνω, που ‘χεις γίνει σαν το πανί. Τι λες…. α, το μαχαίρι… Έλα Χριστέ μου! Αφηρημένη…. Τι το πήρα να το κάνω;

Δ…Δεν το αφήνεις τώρα; Στέλλα…με τρομάζεις.

Σε τρομάζω; Γιατί; Επειδή πηδιόσουνα με τον άντρα μου; Καλά! Αυτά σήμερα… Ή που ήρθες μες στο σπίτι μου να με κατασκοπεύσεις; …Χαράς το πράμα!

Δεν…εγώ…τα δείγματα…

Α, ναι, τα δείγματα. Μου ‘φερες να βάψω τα μαλλάκια μου. Για να του αρέσω…

Έλεγε πως εσύ… Έλεγε πως δε νοιάζεσαι έλεγε, πως δεν προσέχεις τον εαυτό σου και πως εκείνος… ουτ’ ένα σινεμά, έλεγε…

Α, έτσι έλεγε…

Μα εσύ φαίνεσαι τόσο…ξέρεις…διαφορετική… Προσπάθησα….Η δουλειά μου… Στ’ αλήθεια μοιράζω δείγματα…

Και γι’ αυτό ήρθες εδώ; Για τη δουλειά; Είδα το πλάνο σου. Όταν ήσουνα στην τουαλέτα. Αριστοτέλους…Τέσσερα τετράγωνα πιο μακριά. Κι όλες αυτές οι ερωτήσεις για το προφίλ…

Εγώ τις πρόσθεσα…προσπαθούσα να καταλάβω…

Και κατάλαβες, έτσι; Κατάλαβες ότι αυτό …το …προϊόν που χρησιμοποιούσες, το κατάλαβες ότι ήταν δείγμα δωρεάν. Αλλά, αν σου άρεσε και θέλεις να εξακολουθήσεις να το χρησιμοποιείς πρέπει να πληρώσεις. Τι θα πλήρωνες γι’ αυτό Μελίνα; Ξέρεις, ρωτάω, γιατί εγώ γι’ αυτά που αγαπώ και χρειάζομαι είμαι έτοιμη να πληρώσω τα πάντα. Πού πας Μελίνα;

Δεν ακούς; Τ…Το κουδούνι…κάποιος… ε, φεύγω τώρα και…

Να πας στο καλό. Και σκέψου αυτά που σου είπα. Δείγματα δωρεάν τέλος.

Τι δείγματα; Ποια ήταν η κοπέλα;

Τίποτα, σου άφησε μια βαφή μαλλιών.

Βαφή για μένα;

Για σένα, Στέλλα μου…για τη νοικοκυρά του σπιτιού. Καιρός να βάψεις τα μαλλιά σου.

Το παιδί;

Κοιμάται. Του διάβασα το παραμύθι του και ξέρεις… Γλυκά σαν άγγελος.

Το παραμύθι του με την καλή νεράιδα…Έχει τρελαθεί μ’ αυτό το παραμύθι! Αχ, μωρέ Ελένη, μακάρι να ‘χα κι εγώ μία…

Φεύγω τώρα, Στέλλα. Όποτε με ξαναχρειαστείς…

Να ‘σαι καλά Ελένη μου, αλλά ντρέπομαι…

Μην το συζητάς! Για τον ανιψιό μου; Γι αυτόν τον άγγελο; Ξέρεις ότι θα ‘κανα τα πάντα… Θα ‘ ρθω το Σάββατο να πάτε κάνα σινεμά, ε; Και να βάψεις και τα μαλλάκια σου…Χαιρετίσματα στον αδερφό μου.